Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ

Ο Σε­βα­σμιώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου και Α­γί­ου Βλα­σί­ου κ. Ιε­ρό­θε­ος σε μια εκ βα­θέ­ων συ­νέ­ντευ­ξη προς την εβδομαδιαία εφημερίδα "Ο Εκ­κλη­σιο­λό­γος" των Πατρών, α­πο­κα­λύ­πτει ά­γνω­στες πτυ­χές της ζω­ής του και α­πα­ντά σε δύ­σκο­λα ε­ρω­τή­μα­τα της πνευ­μα­τι­κής ζω­ής.

Μι­λά­ει ο λό­γιος Ιε­ράρ­χης για την ε­ναν­θρώ­πι­ση του Θε­ού, ο στορ­γι­κός Πα­τέ­ρας για τον α­γώ­να των Πα­νελ­λη­νί­ων ε­ξε­τά­σε­ων και προ­σφέ­ρει μύ­ρα ευ­γνω­μο­σύ­νης σε ό­σους τον ευερ­γέ­τη­σαν.

Ε­ξη­γεί την εκ­κο­σμί­κευ­ση και φω­τί­ζει το μέλ­λον του Πα­τριαρ­χεί­ου. Δι­δά­σκει δε, ό­τι το πρό­τυ­πο της ζω­ής του εί­ναι το πρό­σω­πο του Χρι­στού, για το ο­ποί­ο δρα­στη­ριο­ποιεί­ται ε­ντός και ε­κτός Ελ­λά­δος.

Η α­νά­γνω­ση αυ­τής της συ­νε­ντεύ­ξε­ως εί­ναι συμ­με­το­χή σε τρά­πε­ζα πλού­σιας α­γιο­γρα­φι­κής και α­γιο­πα­τε­ρι­κής τρο­φής.
Εκκλησιολόγος: - Σε­βα­σμιώ­τα­τε, δεν θα αρ­κού­σε η σάρ­κω­ση του Υ­ιού του Θε­ού; Για­τί έ­πρε­πε να γί­νει η Σταύ­ρω­ση για την σω­τη­ρί­α μας;
Ναυπάκτου: Αρ­χί­ζε­τε α­πό θε­ο­λο­γι­κή ε­ρώ­τη­ση και κα­λά κά­νε­τε, για­τί η θε­ο­λο­γί­α εί­ναι η ζω­ή μας. Έ­χου­με κου­ρα­σθεί α­πό κού­φια λό­για.
Α­πα­ντώ­ντας στην ε­ρώ­τη­ση θα ή­θε­λα να πω ό­τι ο Χρι­στός με την ε­ναν­θρώ­πη­σή Του προ­σέ­λα­βε ε­κου­σί­ως σώ­μα ά­κρως κα­θα­ρό, αλ­λά θνη­τό και πα­θη­τό, προ­κει­μέ­νου να νι­κή­σει τον θά­να­το και την α­μαρ­τί­α ε­πά­νω σε αυ­τό.

Έ­τσι, το σώ­μα που προ­σέ­λα­βε ο Χρι­στός θε­ώ­θη­κε α­μέ­σως με την πρό­σλη­ψή του στην μή­τρα της Πα­να­γί­ας, αλ­λά η νέ­κρω­ση του θα­νά­του έ­γι­νε με το δι­κό Του θά­να­το στον Σταυ­ρό και την κά­θο­δο της ψυ­χής μα­ζί με την θε­ό­τη­τα στον Ά­δη και, φυ­σι­κά, με την Α­νά­στα­σή Του.

Ε­δώ τί­θε­ται το θέ­μα για το «α­προ­ϋ­πό­θε­το η ε­μπρο­ϋ­πό­θε­το» της θεί­ας ε­ναν­θρω­πή­σε­ως. Ε­γρά­φη­σαν δια­τρι­βές και με­λέ­τες γύ­ρω α­πό το θέ­μα αυ­τό. Το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι: Η πτώ­ση του αν­θρώ­που «α­νά­γκα­σε» τον Θε­ό να ε­ναν­θρω­πή­ση; Σε μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί ό­τι η πτώ­ση έ­κα­νε κα­λό και ή­ταν α­να­γκαί­α!

Ο Ά­γιος Μά­ξι­μος ο Ο­μο­λο­γη­τής και άλ­λοι Πα­τέ­ρες ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι τί­πο­τε δεν α­να­γκά­ζει τον Θε­ό, αλ­λά η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Χρι­στού θα γι­νό­ταν, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την πτώ­ση του αν­θρώ­που, για­τί προ­κει­μέ­νου να σω­θεί ο άν­θρω­πος έ­πρε­πε να ε­νω­θεί η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση με την θεί­α φύ­ση υ­πο­στα­τι­κώς, αλ­λιώς δεν θα μπο­ρού­σε ο άν­θρω­πος να σω­θεί. Γι’ αυ­τό η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Χρι­στού εί­ναι το τέ­λος της δη­μιουρ­γί­ας του κό­σμου. Με­τά ό­μως την πτώ­ση και την εί­σο­δο του θα­νά­του στον άν­θρω­πο και την κτί­ση προ­στέ­θη­κε ο Σταυ­ρός και ο θά­να­τος, λό­γω της φθαρ­τό­τη­τας και την θνη­τό­τη­τας. Έ­τσι «ο Χρι­στός έ­πα­θεν υ­πέρ η­μών» (Α  Πέ­τρ. β , 21).

Εκκλησιολόγος: Ποιο εί­ναι το μή­νυ­μα της Α­να­στά­σε­ως;
Ναυπάκτου: Δεν πρό­κει­ται για μή­νυ­μα, αλ­λά για α­λη­θι­νή ζω­ή, α­φού κα­τά τον ιε­ρό Χρυ­σό­στο­μο «Α­νέ­στη Χρι­στός και ζω­ή πο­λι­τεύ­ε­ται». Με­τά την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού έ­χου­με την δυ­να­τό­τη­τα, με το Βά­πτι­σμα, την θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α και την ό­λη μυ­στη­ρια­κή ζω­ή στην Εκ­κλη­σί­α, να ε­γκε­ντρι­ζό­μα­στε στο Σώ­μα του Χρι­στού και έ­τσι η α­γριέ­λαιος να γί­νει καλ­λιέ­λαιος, να με­τα­μορ­φω­θεί ό­λη μας η ύ­παρ­ξη.
Αν θέ­λου­με να κά­νου­με λό­γο για μή­νυ­μα, μπο­ρού­με να πού­με ό­τι η Α­νά­στα­ση του Χρι­στού γε­μί­ζει την ψυ­χή μας α­πό την ελ­πί­δα της α­να­στά­σε­ως των σω­μά­των, αλ­λά και α­πό την μέ­θε­ξη του α­κτί­στου Φω­τός.

Με­τά την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού ό­λα έ­χουν αλ­λά­ξει, α­πο­κτού­με νό­η­μα ζω­ής και εί­ναι δυ­να­τόν τα σώ­μα­τά μας να ο­μοιά­σουν με το Σώ­μα του Με­τα­μορ­φω­θέ­ντος στο Θα­βώρ και Α­να­στά­ντος Χρι­στού.

Τώ­ρα ά­νοι­ξε ο Πα­ρά­δει­σος και ε­κεί υ­πάρ­χει η ου­ρά­νια Εκ­κλη­σί­α, στην ο­ποί­α γί­νε­ται α­έ­να­η Λει­τουρ­γί­α, ό­πως πε­ρι­γρά­φε­ται στο βι­βλί­ο της Α­πο­κα­λύ­ψε­ως. Ελ­πί­ζου­με και α­γω­νι­ζό­μα­στε να ει­σέλ­θου­με σε αυ­τήν. Υ­πάρ­χει πιο ελ­πι­δο­φό­ρο μή­νυ­μα;

Εκκλησιολόγος: Πώς θα φέ­ρου­με πε­ρισ­σό­τε­ρους νέ­ους στην Εκ­κλη­σί­α;
Ναυπάκτου: H Εκ­κλη­σί­α έ­χει με­γά­λη δύ­να­μη, με­τα­μορ­φώ­νει τα πά­ντα, α­γκα­λιά­ζει ό­λους. Ό­σοι βα­πτί­σθη­καν και χρί­σθη­καν α­νή­κουν «δυ­νά­μει» στην Εκ­κλη­σί­α και μπο­ρούν να γί­νουν ζω­ντα­νά μέ­λη της –«ε­νερ­γεί­α»– να δε­χθούν την α­να­γεν­νη­τι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού. Ο Χρι­στός, που εί­ναι η κε­φα­λή της Εκ­κλη­σί­ας, «νε­ο­ποιεί τους γη­γε­νείς», προ­σλαμ­βά­νει τους αν­θρώ­πους με τα ποι­κί­λα βά­ρη της η­λι­κί­ας, των τύ­ψε­ων, των α­μαρ­τιών, και τους κα­θι­στά νέ­ους. Νε­ο­ποιεί τους η­λι­κιω­μέ­νους και σο­φί­ζει τους νέ­ους.
Εί­ναι, ό­μως, α­λή­θεια ό­τι πολ­λοί νέ­οι δια­κό­πτουν τις σχέ­σεις τους με την Εκ­κλη­σί­α στις πιο κρί­σι­μες πε­ριό­δους της ζω­ής τους. Χρειά­ζε­ται ι­διαί­τε­ρη ποι­μα­ντι­κή ε­πι­στή­μη για να α­νοί­ξει κα­νείς διά­λο­γο με τους νέ­ους.

Νο­μί­ζω ό­τι τα εκ­κλη­σια­στι­κά βιώ­μα­τα της νη­πια­κής και παι­δι­κής η­λι­κί­ας ε­πα­να­φέ­ρουν τους νέ­ους, αρ­γά η γρή­γο­ρα, στην Εκ­κλη­σί­α. Γι’ αυ­τό οι Ιε­ρείς, με τους γο­νείς και τους δα­σκά­λους πρέ­πει να προ­σφέ­ρουν στα παι­διά με ε­λευ­θε­ρί­α τέ­τοια εκ­κλη­σια­στι­κά βιώ­μα­τα α­πό την νη­πια­κή τους ζω­ή.

Ο νο­μπε­λί­στας Λό­ρε­ντς έ­χει πει ό­τι στους νέ­ους αν­θρώ­πους λει­τουρ­γεί και το φαι­νό­με­νο της «νε­ο­φι­λί­ας», ε­πει­δή θέ­λουν να δο­κι­μά­σουν κά­τι και­νού­ριο, και το φαι­νό­με­νο της «κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης υ­πα­κο­ής», α­φού ε­πα­νέρ­χο­νται έ­στω και αρ­γά στις ρί­ζες τους. Αυ­τό το βλέ­που­με στον ά­σω­το υ­ιό της σχε­τι­κής πα­ρα­βο­λής.

Ε­κεί­νο που τον έ­κα­νε να ε­πι­στρέ­ψει στο πα­τρι­κό σπί­τι ή­ταν η α­γά­πη του Πα­τέ­ρα, που εκ­φρα­ζό­ταν με ε­λευ­θε­ρί­α. Ας δεί­χνου­με α­γά­πη στα παι­διά και αυ­τή θα ε­νερ­γή­σει θε­τι­κά σε ό­λη την ζω­ή τους.

Εκκλησιολόγος: Ε­ί­ναι μεγάλο πρό­βλη­μα η εκ­κο­σμί­κευ­ση για την Εκ­κλη­σί­α;
Ναυπάκτου: Φυ­σι­κά η εκ­κο­σμί­κευ­ση εί­ναι έ­να με­γά­λο πρό­βλη­μα για τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας. Ό­ταν ο­μι­λού­με για εκ­κο­σμί­κευ­ση, εν­νο­ού­με την αλ­λοί­ω­ση ή πα­ρα­θε­ώ­ρη­ση της θε­ο­λο­γί­ας και του η­συ­χα­σμού που έ­χει η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, κα­θώς ε­πί­σης και η κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση της ευαγ­γε­λι­κής ζω­ής.
Έ­λε­γε κά­ποιος, ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό την εκ­κο­σμί­κευ­ση: «Ας α­φή­σου­με τον ου­ρα­νό για τους πα­πά­δες και τα που­λιά. Ε­μείς ας α­σχο­λη­θού­με με την γη». Έ­τσι στην Δύ­ση α­να­πτύ­χθη­κε η δια­λε­κτι­κή θε­ο­λο­γί­α της κρί­σε­ως, η θε­ο­λο­γί­α του θα­νά­του του θε­ού, η με­τα­χρι­στια­νι­κή θε­ο­λο­γί­α, η πο­λι­τι­κή θε­ο­λο­γί­α κλπ.

Ε­ξί­σου ό­μως προ­βλή­μα­τα εί­ναι και δύ­ο άλ­λα, ή­τοι η κο­σμο­θε­ω­ρί­α, ό­ταν τον Χρι­στια­νι­σμό α­πό ζω­ή τον με­τα­τρέ­που­με σε ι­δε­ο­λο­γί­α, και η κο­σμο­φο­βί­α, ό­ταν φο­βό­μα­στε τον κό­σμο, κλει­νό­μα­στε μέ­σα σε μι­κρές ο­μά­δες και έ­τσι α­να­πτύσ­σε­ται ο φο­ντα­με­ντα­λι­σμός.

Ε­πί­σης, άλ­λα προ­βλή­μα­τα που δη­μιουρ­γού­νται στα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας προ­έρ­χο­νται α­πό τον ορ­θο­λο­γι­σμό και τον η­θι­κι­σμό. Δεν εί­ναι πρό­βλη­μα η ορ­θή λο­γι­κή, αλ­λά ο ορ­θο­λο­γι­σμός, ού­τε η η­θι­κή, αλ­λά ο η­θι­κι­σμός.

Αυ­τός εί­ναι ο λό­γος για τον ο­ποί­ον εί­ναι α­νά­γκη να μά­θου­με την μη­τρι­κή γλώσ­σα μας, την ο­ποί­α ο­μι­λούν οι ά­γιοί μας.

Εκκλησιολόγος: Εί­στε αρ­κε­τές φο­ρές προ­σκε­κλη­μέ­νος α­πό δια­φό­ρους φο­ρείς του ε­ξω­τε­ρι­κού. Τι προ­βλή­μα­τα α­ντι­με­τω­πί­ζουν οι  Έλ­λη­νες της Δια­σπο­ράς;
Ναυπάκτου: Δύ­ο προ­βλή­μα­τα έ­χω ε­ντο­πί­σει. Το έ­να εί­ναι ο ε­θνι­κι­σμός, α­φού οι πρώ­τες Εκ­κλη­σί­ες έ­χουν δη­μιουρ­γη­θεί α­πό με­τα­νά­στες και έ­χουν διορ­γα­νω­θεί ως ε­θνι­κές Εκ­κλη­σί­ες.
Αυ­τό βέ­βαια συμ­βαί­νει και με άλ­λες ε­θνό­τη­τες, ό­πως των σλα­βο­φώ­νων και α­ρα­βο­φώ­νων, και έ­τσι δια­σπά­ται η εκ­κλη­σια­στι­κή ε­νό­τη­τα. Ο ε­θνι­κι­σμός της Δια­σπο­ράς εί­ναι έ­να με­γά­λο εκ­κλη­σια­στι­κό πρό­βλη­μα σή­με­ρα.

Το άλ­λο εί­ναι η αλ­λοί­ω­ση της πί­στε­ως και ζω­ής, α­πό την ά­πο­ψη ό­τι με­ρι­κές φο­ρές πα­ρα­τη­ρεί­ται έ­νας εκ­προ­τε­στα­ντι­σμός της ορ­θο­δό­ξου ζω­ής και μια αλ­λο­τρί­ω­ση του ορ­θο­δό­ξου ή­θους.

Για να εί­μαι α­κρι­βής θέ­λω να το­νί­σω ό­τι στην Α­με­ρι­κή πα­ρα­τη­ρεί­ται έ­ντο­να μια στρο­φή προς την Ορ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γί­α και τον α­γιο­ρεί­τι­κο μο­να­χι­σμό και σε αυ­τό, με­τα­ξύ των άλ­λων, βο­η­θά η διά­δο­ση ορ­θο­δό­ξων βι­βλί­ων και α­κό­μη συ­ντε­λούν τα 18 Μο­να­στή­ρια που έ­χει δη­μιουρ­γή­σει ο Γέ­ρο­ντας Ε­φραίμ, Προ­η­γού­με­νος της Ιε­ράς Μο­νής Φι­λο­θέ­ου του Α­γί­ου Ό­ρους. Πολ­λοί Α­με­ρι­κα­νοί εν­δια­φέ­ρο­νται για φι­λο­κα­λι­κά θέ­μα­τα.

Εκκλησιολόγος: Την Δευ­τέ­ρα 15 Σε­πτεμ­βρί­ου στην κε­ντρι­κή Αί­θου­σα Τε­λε­τών του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Α­θη­νών θα σας α­πο­νε­μη­θεί ο τί­τλος του Ε­πι­τί­μου Δι­δά­κτο­ρος στο τμή­μα της Κοι­νω­νι­κής Θε­ο­λο­γί­ας. Ποια προ­σό­ντα πρέ­πει να έ­χει έ­νας σύγ­χρο­νος θε­ο­λό­γος;
Ναυπάκτου: Το θε­ω­ρώ ει­δι­κή τι­μή στο πρό­σω­πό μου που έ­γι­νε α­πό την Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή Α­θη­νών για το θε­ο­λο­γι­κό συγ­γρα­φι­κό έρ­γο. Στο ε­ρώ­τη­μα, ποια προ­σό­ντα πρέ­πει να έ­χει ο σύγ­χρο­νος θε­ο­λό­γος, νο­μί­ζω ό­τι η α­πά­ντη­ση βρί­σκε­ται στο έρ­γο και την δι­δα­σκα­λί­α των α­γί­ων Πα­τέ­ρων του Δ'  αιώνος.
Ο αιώ­νας αυ­τός ή­ταν έ­νας αιώ­νας πο­λύ ση­μα­ντι­κός, πα­ρό­μοιος με τον δι­κό μας. Οι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας εί­χαν δε­χθεί την α­πο­κα­λυ­πτι­κή α­λή­θεια, αλ­λά με­λέ­τη­σαν και τα ο­ντο­λο­γι­κά, κο­σμο­λο­γι­κά, αν­θρω­πο­λο­γι­κά ε­ρω­τή­μα­τα της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής φι­λο­σο­φί­ας και έ­δω­σαν α­πα­ντή­σεις σε αυ­τά.

Οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες σπού­δα­σαν την ε­πι­στή­μη και την φι­λο­σο­φί­α της ε­πο­χής τους και γνώ­ρι­σαν ό­λους τους προ­βλη­μα­τι­σμούς των αν­θρώ­πων, α­πέ­κτη­σαν πνευ­μα­τι­κές ε­μπει­ρί­ες του Θε­ού, ο­πό­τε ως α­να­γεν­νη­μέ­νοι άν­θρω­ποι α­πά­ντη­σαν στους προ­βλη­μα­τι­σμούς των αν­θρώ­πων. Έ­τσι, έ­κα­ναν έ­να δη­μιουρ­γι­κό έρ­γο που εί­ναι σύγ­χρο­νο μέ­χρι τις η­μέ­ρες μας.

Νο­μί­ζω ό­τι ο σύγ­χρο­νος θε­ο­λό­γος πρέ­πει να α­πο­κτή­σει γνή­σιες ε­μπει­ρί­ες του Θε­ού, να γνω­ρί­ση τα σύγ­χρο­να προ­βλή­μα­τα των αν­θρώ­πων, εν­δε­χο­μέ­νως την σύγ­χρο­νη παι­δεί­α και ε­πι­στή­μη, και στην συ­νέ­χεια να τους βο­η­θή­σει α­γα­πη­τι­κά και κε­νω­τι­κά. Έ­τσι, τα βα­σι­κά γνω­ρί­σμα­τα των συγ­χρό­νων θε­ο­λό­γων πρέ­πει να εί­ναι η σπου­δή στην ορ­θό­δο­ξη ζω­ή, η ο­μο­λο­γί­α της πί­στε­ως και η ποι­μα­ντι­κή.

Εκκλησιολόγος: Α­φού γρά­ψα­τε βι­βλί­ο για τον α­εί­μνη­στο Μη­τρο­πο­λί­τη κυ­ρό Σε­βα­στια­νό και α­φού δια­τε­λέ­σα­τε υ­πεύ­θυ­νος της κα­τα­σκη­νώ­σε­ως στην Χρι­στια­νι­κή  Έ­νω­ση Α­γρι­νί­ου, ποιά εί­ναι η ά­πο­ψή σας για τον ρό­λο των Α­δελ­φο­τή­των;
Ναυπάκτου: Νο­μί­ζω δεν πρέ­πει κα­νείς να αρ­νεί­ται το πα­ρελ­θόν του, αλ­λά να το συ­μπλη­ρώ­νει, να το με­τα­μορ­φώ­νει, να το βελ­τιώ­νει. Α­πό τους γο­νείς μου γνώ­ρι­σα την εκ­κλη­σια­στι­κή ζω­ή.
Οι πρώ­τοι Πνευ­μα­τι­κοί μου Πα­τέ­ρες με α­γά­πη­σαν, έ­δει­ξαν υ­πο­μο­νή, με παι­δα­γώ­γη­σαν, με τον τρό­πο που γνώ­ρι­ζαν. Ή­ταν Κλη­ρι­κοί με φό­βο Θε­ού, α­νι­διο­τέ­λεια και α­γά­πη για τον Θε­ό και την Εκ­κλη­σί­α. Αυ­τοί έ­βα­λαν τις βά­σεις στην ζω­ή μου.

Πά­νω σε αυ­τήν την βά­ση ο Θε­ός με τους α­γιο­ρεί­τες Πα­τέ­ρες και άλ­λους ε­ξα­για­σμέ­νους Κλη­ρι­κούς, ό­πως τον μα­κα­ρι­στό Μη­τρο­πο­λί­τη μου Καλ­λί­νι­κο και τον Γέ­ρο­ντα Σω­φρό­νιο, α­κό­μη και με την με­λέ­τη των πα­τε­ρι­κών έρ­γων, έ­κτι­σε και κά­τι άλ­λο.

Δεν αρ­νού­μαι το πα­ρελ­θόν, αλ­λά βλέ­πω την α­γά­πη του Θε­ού που ερ­γά­σθη­κε «πο­λυ­με­ρώς και πο­λυ­τρό­πως» ε­πά­νω μου, αρ­κεί ε­γώ να α­πο­δει­χθώ ά­ξιος της α­γά­πης του Θε­ού και των φί­λων του Θε­ού, και σας πα­ρα­κα­λώ, κα­θώς και τους α­να­γνώ­στες, να προ­σεύ­χο­νται γι’ αυ­τό. Πά­ντο­τε πρέ­πει να ερ­γα­ζό­μα­στε θε­τι­κά και ό­χι αρ­νη­τι­κά και ε­πι­θε­τι­κά.

Εκκλησιολόγος: Ποιο το μέλ­λον του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου;
Ναυπάκτου: Α­πό αν­θρω­πί­νης πλευ­ράς εί­ναι ζο­φε­ρό. Αλ­λά την Εκ­κλη­σί­α την διευ­θύ­νει ο Θε­ός, άλ­λω­στε ο Χρι­στός εί­ναι η κε­φα­λή της. Η Εκ­κλη­σί­α πέ­ρα­σε α­πό πολ­λές τρι­κυ­μί­ες, αλ­λά δεν κα­τα­πο­ντί­σθη­κε. Το ί­διο συ­νέ­βη και με το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο.
Πέ­ρα­σε μέ­σα α­πό διωγ­μούς, ε­πι­θέ­σεις και ό­μως πα­ρα­μέ­νει όρ­θιο. Κα­τα­λύ­θη­κε μια ο­λό­κλη­ρη Ρω­μα­ϊ­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α – Βυ­ζά­ντιο, α­πό πο­λι­τι­κής-διοι­κη­τι­κής πλευ­ράς, αλ­λά η Εκ­κλη­σί­α πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα και έ­ως της συ­ντε­λεί­ας των αιώ­νων ζω­ντα­νή.

Βέ­βαια, σή­με­ρα το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο πά­σχει α­πό λει­ψαν­δρί­α, λό­γω των ε­ξω­τε­ρι­κών συν­θη­κών. Ο Οι­κου­με­νι­κός Πα­τριάρ­χης, ως πο­λυ­τά­λα­ντος, έ­θε­σε δύ­ο στό­χους.

Ο έ­νας να συμ­με­τέ­χουν στην διοί­κη­ση του Πα­τριαρ­χεί­ου ό­λοι οι Ιε­ράρ­χες του Θρό­νου, και ο άλ­λος, ο μελ­λο­ντι­κός Πα­τριάρ­χης να ε­κλέ­γε­ται α­πό ό­λους τους Ιε­ράρ­χες του Οι­κου­με­νι­κού Θρό­νου, α­νά την Οι­κου­μέ­νη, και με­τά την ε­κλο­γή να λαμ­βά­νει την τουρ­κι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα, ό­πως γί­νε­ται στο Πα­τριαρ­χεί­ο Α­λε­ξαν­δρεί­ας.

Ε­πέ­τυ­χε τον πρώ­το στό­χο, πι­στεύ­ω ό­τι θα ε­πι­τύ­χει και τον δεύ­τε­ρο, για την διά­σω­ση του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου, για­τί έ­χει με­γά­λο ρό­λο να δια­δρα­μα­τί­σει.

Εί­ναι έ­νας ε­ξα­για­σμέ­νος θε­σμός, που τον ευ­λό­γη­σαν οι Πα­τέ­ρες των Οι­κου­με­νι­κών Συ­νό­δων, στην πε­ριο­χή του συ­νήλ­θαν οι Οι­κου­με­νι­κοί Σύ­νο­δοι, οι ο­ποί­ες ο­μο­λό­γη­σαν την ορ­θό­δο­ξη πί­στη, και κα­θα­γιά­σθη­κε α­πό τα αί­μα­τα των μαρ­τύ­ρων, Πα­τριαρ­χών, Αρ­χιε­ρέ­ων, αλ­λά και τους ι­δρώ­τες των  α­σκη­τών.

Εκκλησιολόγος: Ποιόν έ­χε­τε πρό­τυ­πο στην ζω­ή σας;
Ναυπάκτου: Το αιώ­νιο πρό­τυ­πο εί­ναι ο Χρι­στός, και μά­λι­στα ο Ε­σταυ­ρω­μέ­νος και Α­να­στάς Χρι­στός.
Και στην συ­νέ­χεια οι φί­λοι του Χρι­στού που με­τέ­χουν στο μυ­στή­ριο του Σταυ­ρού και της Α­να­στά­σε­ώς Του.

Τέ­τοιοι ή­σαν οι γο­νείς μου, ο Μη­τρο­πο­λί­της Δρυ­ϊ­νου­πό­λε­ως Σε­βα­στια­νός, ο Μη­τρο­πο­λί­της Ε­δέσ­σης Καλ­λί­νι­κος, ο Γέ­ρο­ντας Σω­φρό­νιος και πολ­λοί α­γιο­ρεί­τες Πα­τέ­ρες.

Ό­λοι τους βρί­σκο­νται στην εν ου­ρα­νοίς Εκ­κλη­σί­α. Ο­πό­τε ό­ρα­μά μου εί­ναι να α­ξιω­θώ να ει­σέλ­θω σε αυ­τήν την ου­ρά­νια Εκ­κλη­σί­α για να τους συ­να­ντή­σω.

Εκκλησιολόγος: Τέ­λος, τι εύ­χε­σθε για τα παι­διά που σε λί­γες η­μέ­ρες δί­νουν Πα­νελ­λή­νιες ε­ξε­τά­σεις;
Ναυπάκτου: Οι ε­ξε­τά­σεις που θα δώ­σουν για τις Α­νώ­τα­τες Σχο­λές εί­ναι έ­να μέ­ρος των ε­ξε­τά­σε­ων που θα δί­νουν σε ό­λη τους την ζω­ή. Εύ­χο­μαι να ε­πι­τύ­χουν σε ό­λες τις ε­ξε­τά­σεις, ε­παγ­γελ­μα­τι­κές, κοι­νω­νι­κές, οι­κο­γε­νεια­κές, εκ­κλη­σια­στι­κές, με την δύ­να­μη του Θε­ού.
Αυ­τήν την πε­ρί­ο­δο θα πρέ­πει να δια­βά­ζουν ω­σάν η ε­πι­τυ­χί­α να ε­ξαρ­τά­ται α­πό τους ί­διους, και να προ­σεύ­χο­νται στον Θε­όν, ω­σάν η ε­πι­τυ­χί­α να ε­ξαρ­τά­ται α­πό Αυ­τόν. Αυ­τό θα εκ­διώ­ξει το άγ­χος, την α­να­σφά­λεια και θα δώ­σει άλ­λο πε­ριε­χό­με­νο στις ε­ξε­τά­σεις.

Κά­πο­τε ο π. Ε­φραίμ ο Κα­του­να­κιώ­της εί­πε σε με­ρι­κά παι­διά, τα ο­ποί­α εί­χα ο­δη­γή­σει μέ­χρι το ε­ρη­μη­τή­ριό του και τα ο­ποί­α α­νέ­με­ναν τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα των ε­ξε­τά­σε­ων: «Προ­σέξ­τε, για­τί υ­πάρ­χουν ε­πι­τυ­χί­ες που κα­τα­λή­γουν σε α­πο­τυ­χί­ες και υ­πάρ­χουν α­πο­τυ­χί­ες που ο­δη­γούν σε ε­πι­τυ­χί­ες».

Πά­ντως, σε ό­λα τα θέ­μα­τα υ­πάρ­χουν λύ­σεις και διέ­ξο­δοι. Χρειά­ζε­ται υ­πο­μο­νή, ψυ­χραι­μί­α και πί­στη στον Θε­ό. Σε ό­λα τα παι­διά που δια­γω­νί­ζο­νται αυ­τόν τον και­ρό εύ­χο­μαι κα­λή ε­πι­τυ­χί­α στις ε­ξε­τά­σεις, αλ­λά και σε ό­λη την ζω­ή τους.

Εκκλησιολόγος: Σας ευχαριστώ Σεβασμιώτατε για την αγάπη που μου δείξατε και εύχομαι σύντομα να ξανασυζητήσουμε θέματα που αφορούν την Εκκλησία μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: