Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Όσιος Άνθιμος της Χίου, Λόγος περί αγάπης του Θεού

Η αγαθότης του Θεού, αδελφές, είναι τόσον πλουσία εις χάριτας, ώστε γυρεύει αιτία να ελεήση τον άνθρωπον.

Η χάρις του Θεού είναι έτοιμη κάθε στιγμή να κάμη αντανάκλαση μέσα στην καρδία του ανθρώπου και να του δώσει μόρφωση, να του δώσει χάρη και έλεος, θέλει όμως να της δoθή αφορμή. Λέγουν ότι ο βασιλεύς Ναπολέων επήγε κάποτε να συργιανίση σε ένα δάσος, για να πάρη τον αέρα του, να απoλαύση εκεί την ομορφιά της φύσεως. Εκεί είδε ένα ωραίο δένδρο, μα ήταν πανόραμα: υψηλό, δροσερό, κατάσκιο, ο φλοιός του εγυάλιζε σαν καθρέφτης. Τόσο άρεσε στον βασιλέα το δένδρο εκείνο, τόσο του επροξένησε τον θαυμασμόν και την περιέργειαν, ώστε εκάθισεν απέναντι στο δένδρο και το έβλεπε και το εκαμάρωνε.

Μέσα η καρδιά του είχε γεμίσει από την ομορφιά του δένδρου.

Όλοι οι στρατιώται του βασιλέως και ο κόσμος όλος το είχε μάθει αυτό και όλοι το εκτιμούσαν το δένδρο του βασιλέως και το είχαν σε προφύλαξη μεγάλη. Μετά καιρόν απέθανεν ο βασιλεύς, την ίδια ημέρα ξεράθηκε και το δένδρο.

Έκριναν τότε όλοι καλό να κόψουν το δένδρο και με τα ξύλα του να κάμουν το σεντούκι του βασιλέως, αφού το αγαπούσε τόσο πολύ.

Πράγματι, έκοψαν το δένδρο, και την ώραν που πήγαν να το ρουκανίσουν είδαν μέσα στο ξύλο το πρόσωπον του βασιλέως σαν φωτογραφία. Ήταν δε τόσο επιτυχημένο, ώστε η πιό καλή φωτογραφική μηχανή δεν θα μπορούσε τόσο να το επιτύχη.

Eθαύμαζαν λοιπόν όλοι και απορούσαν πως να έγινε αυτό το περίεργο πράγμα. Ως φαίνεται εκείνη την ώρα που πρωτοείδε ο βασιλεύς το δένδρο και του άρεσε τόσο πολύ και εκάθισε και το παρατηρούσε έγινε κάποια αντανάκλασις, έγινε κάτι σαν μαγνητισμός. Όπως η φωτογραφική μηχανή τραβά με τον ηλεκτρισμό και τυπώνει εκείνο που βλέπει απέναντί της, έτσι και ο χυμός του δένδρου ηλέκτρισε και εμαγνήτισε διά των ακτίνων του ηλίου την μορφή του βασιλέως, την παρέλαβε σαν φωτογραφική μηχανή και την εχάραξε πάνω στο ξύλο τόσο ωραία. Δεν πρέπει, αδελφές, και ημείς οι άνθρωποι να παραλάβωμεν την μορφήν του βασιλέως μας Χριστού και να την τυπώσωμεν μέσα στην καρδια μας;
Δεν πρέπει να φροντίσωμεν να αγαπήσωμεν και ημείς τόσο πολύ τον Χριστόν, ώστε για την αγάπη μας να χαραχθή μέσα μας η μορφή του; Εκείνος δεν αμελεί να έλθη και να τυπωθή και τυπώνεται με την πιο μεγάλη επιτυχία. Θέλει μόνον ημείς να προσέλθωμεν, αμέσως η χάρις του Θεού έρχεται και παραλαμβάνεται.
Τόσο πολύ τον αγαπά ο Θεός τον ανθρώπoν, ώστε δεν περιγράφεται η αγάπη Του. Δεν εξεχώρησε ποτέ τον δίκαιον από τον αμαρτωλόν, δεν έκαμε σύγκρισιν ποτέ πονηρού και αγαθού. Καθώς η μέλισσα, εάν ευρεθή ένας βώλος ζάχαρη ή τίποτα άλλο γλυκό πάνω σε ένα σωρό κοπριά, δεν την νοιάζει εκείνην πως είναι πάνω σε ακάθαρτα, παρά θα πάη πάνω από την κοπριά να παραλάβη τη ζάχαρη ή ο,τιδήποτε άλλο είδος, από τα οποία θα κατασκευάση κατόπιν εκείνη το μέλι. Ούτω πως και η αγαθότης του Θεού δεν βλέπει πού βρίσκεται ο άνθρωπος, στην αμαρτία ή στην αρετή στην καλωσύνη ή στην κακία. Βλέπει μόνον την στιγμήν εκείνη που πλησιάζει κοντά Τού, δεν σε αποστρέφεται για την πρώτη σου ζωή, αλλά σε δέχεται για την στιγμήν εκείνην της επιστροφής σου. Διότι ίσως να έκλαυσες την στιγμήν εκείνην, ίσως να εθρήνησες, ίσως να έβαλες ένα λογισμόν μετανοίας και να εζήτησες συγχώρησιν από τον Θεόν.

Δεν βλέπει την ακαθαρσίαν του ανθρώπου, βλέπει την δική του ευσπλαχνίαν, βλέπει την συμπάθειάν του και νικάται, διά να ρίξη έλεος εις τον αμαρτωλόν. Γίνεται αντανακλάσις της χάριτος; όπως έγινε και πάνω στο Σταυρό για τον ληστήν. Το βλέμμα του ληστού είλκυσε την μορφήν του Χριστού μέσα στην καρδιά του. Διότι το βλέμμα εκείνο ήταν ικετευτικό, γεμάτο πόνο και μετάνοια και του είπε ένα λόγο γλυκό, που δεν ακούσθηκε γλυκύτερος εις όλον τον κόσμον, “Μνήσθητί μου, Κύριε”, του είπε, “όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου”. Θυμήσου και μένα, Χριστέ μου, όταν πας στη βασιλεία Σου!”.

Τι γλυκός λόγος! Όλα τα σιρόπια, όλα τα πανευφρόσυνα, όλα τα ευχάριστα του κόσμου τα υπερνικά ο λόγος αυτός. Αμέσως εκτύπησαν αυτά μέσα στην καρδιά του Χριστού και έγινεν αντανάκλασις της χάριτος. Του απήντησε λοιπόν: “αλήθεια σου λέγω και εγώ, ότι σήμερα θα έλθης μαζί μου στον παράδεισο”. Για την μετάνοια αυτής της στιγμής που δείχνεις, ξεχνώ όλους τους φόνους και τα κακουργήματα που είχες καμωμένα και η ευσπλαχνία μου με παρακινεί να σου ειπώ αυτόν τον λόγον: έλα μαζί μου στην βασιλεια μου.Μήπως και εμείς, αδελφές, δεν μοιάζωμεν καμμιά φορά με τον ληστήν; Είμεθα όλο στολισμένοι με χάριτας; Δεν έχομεν ακάθαρτα και αμαρτίες; Δεν μολύνομεν κάθε λίγο τας ψυχάς μας; Δεν βλέπομεν τον πλησίον μας με κακία; Δεν κρίνομεν και κατακρίνομεν; Δεν οργιζόμεθα, δεν φθονούμεν, δεν συκοφαντούμεν; Αλλα μήπως ο Θεός για όλα αυτά μας παραπέμπει; Μήπως εάν ημείς είμεθα ακάθαρτοι, εάν είμεθα μοχθηροί και κακότροποι, εκείνος μας οργίζεται; Μας μισεί; Όχι. Με αυτά τα ακάθαρτα χείλη που έχομεν, δέχεται και τον δοξολογούμεν; Μ’αυτά τα ρερυπωμένα μας εντόσθια, δέχεται και τον γευόμεθα, με αυτά τα αμαρτωλά μας χέρια και πόδια μας κρατεί μας κρατεί στη ζωή. Τέτοια αγάπη μας έχει, τέτοια συμπάθεια έχει για τον ανθρώπoν, τέτοια μακροθυμία για όλους μας. Μήτε Εβραίο ξεχωρίζει μήτε Έλληνα μήτε Οθωμανό. Για όλους την ίδια στοργή αισθάνεται. Και όπως τον καιρόν της σταυρώσεως καρφωμένος πάνω στο μαύρο ξύλο εφώναζε γλυκά-γλυκά: πάτερ μου, μη συνορισθής τους σταυρωτάς μου, γιατί δεν ξεύρουν τι κάνουν, δεν με κατάλαβαν ποιός είμαι, δεν καταλαβαίνουν. Τα ίδια εξακολουθεί να φωνάζη ακόμα μέχρι σήμερα για όλους μας ο Χριστός.

Ποσα σφάλλει κάθε ημέραν η ανθρωπότης εις τον Θεόν! Και όμως εκείνος ποτέ δεν μας οργίζεται, ποτέ δεν μας ρίχνει κακία ποτέ! Ποτέ! Τον βλασφημούμεν, τον παροργίζομεν, τον μουτζώνομεν, τον ξανασταυρώνομεν και εκείνος πάλι μας υπομένει, πάλι μας αγαπά. Διότι είναι ο Θεός ελέους, είναι Θεός αγάπης, Θεός της ευσπλαχνίας. Για όλα αυτά τα ακάθαρτα, τα οποία του προσφέρoμεν ημείς, εκείνος μας προσφέρει έλεος και παρηγοριά. Ποτε δεν συχαίνεται ο Θεός κανένα μας. Μόνο ο άνθρωπος είναι σκληρός, μόνον ο άνθρωπος δεν υπομένει ο ένας τον άλλον, παρά κρίνει και κατακρίνει και συκοφαντεί και κατηγορεί και ζητεί να βλάψει και να καταστρέψει και να αδικήση τον άλλον.

Ο Θεός όμως δεν κάμνει έτσι – όλο φροντίζει πως να βοηθήσει τον ανθρώπoν, όλο ζητεί να του δίδη χείρα βοηθείας. Πότε έναν πνευματικόν φανερώνει να τον συμβουλέψη, πότε κανέναν άγγελoν να τον φώτιση, πότε κανένα λογισμό καλό του βάζει, πότε μια έμπνευση θεϊκή του φέρνει, άλλοτε κανέναν ανθρώπoν καλόν του παρουσιάζει και του δίνει μια παρηγοριά.

Μη λησμονάτε, αδελφές, ότι τυχαινομεν και μεις σε ώρες και σε στιγμές που λυπάται ο ένας τον άλλον. Να λυπούμαι εγώ εσάς και σεις εμενά, να λυπάται η μία την άλλην σας. Δεν έχομεν ανάγκη να λέμε για τον άλλον κόσμον. Όταν βλέπετε τα λάθη μου να λέτε: στιγμή είναι και ας συμπαθήσωμεν, και να δείχνετε συμπάθεια, αδελφές, όπως έδειξε ο Παύλος για τους Εβραίους και έλεγε: “Πάτερ, μη στήσης αυτoίς την αμαρτίαν ταύτην”. Έτσι να λέτε εσείς για μένα και εγώ για σας. Εγώ μπορεί να δείξω καμμιά φορά ότι στενοχωρούμαι μαζί σας και να σας μαλώνω καμμιά φορά, πάλι για το καλό σας. Έπειτα όμως πηγαίνω πιό εκεί και ο Θεός το γνωρίζει τί λέγω. Αoράτως ακούει ο Θεός τί λέγω: “συγχώρεσέ την, Θεέ μού, άνθρωπος είναι και αυτή, πλασμένη από το ίδιο πλάσμα που είναι πλασμένος όλος ο κόσμος και σύρεται και αυτή από τα ίδια πάθη και τυραννιέται και βασανίζεται, μην της συνορισθής – συγχώρεσέ την”.

Και σεις, αδελφές, συμπάθεια να έχετε η μία για την άλλη σας. Όχι με μίσος και έχθρα, όχι με φθόνον και κακία, όχι με πονηρία και σκληρότητα ψυχής και απανθρωπιά. Παρά με συμπάθεια, με μακροθυμία, με καρτερία, με σπλάγχνα οικτιρμών και φιλανθρωπίας ο ένας για τον άλλον μας. Σήμερα είσαι συ, αύριο εγώ, τώρα σφάλλει ο ένας, σε λίγο ο άλλος. Kάθε στιγμή μας συγχωρεί ο Θεός. Kαι μεις να συγχωρούμεν αλλήλους μας, και μεις να κλαύσωμεν και να θρηνήσωμεν και να λυπηθούμεν και να συμπονέσωμεν και να παρακαλέσωμεν τον Θεόν για το σφάλμα του αδελφού μας. Αυτή είναι η μεγαλυτέρα αρετή. Όσες αρετές και αν έχης, όσα καλά έργα κα προσευχές και αγαθοεργίες και αν κάμης, όλα τα υπερβαίνει, εάν πης ένα λόγο: Θεέ μου, συγχώρεσε τον αδελφόν μου για ό,τι μου έκαμε.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Η προσφορά του Μοναχισμού στην Εκκλησία

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
Το έργο των μοναχών σήμερα είναι δύσκολο, γιατί πλήθη λαού συρρέουν καθημερινά στις Μονές. Απαιτείται συνεχής εκδαπάνηση. Διακονία της ζωής τους είναι να ανάβουν τα καντήλια, να θυμιατίζουν τις Εικόνες, να προσεύχονται για όλο τον κόσμο. Να είναι φρυκτωροί του τόπου, μή μετακινούμενοι από το χρέος. Να μαρτυρούν με το ιερό Σχήμα τους την αγγελοειδή μοναχική πολιτεία.
Έργο και διακόνημά τους είναι να παραμένουν οι Μονές πάντοτε ανοικτές, ημέρα- νύκτα. Να προσφέρουν την αγάπη τους στον κόσμο. Τα Μοναστήρια είναι τόποι φιλοξενίας. Όποιος φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρώπων σώζει και τη δική του ψυχή.

Τί ευλογία, τι δωρεά του Θεού είναι να ζεί κάποιος σε ενα Μοναστήρι! Ενθυμούμαι τους λόγους του Πατριάρχου Γερμανού Β’: «Ω! ψυχή μου, πόσο ολοφώτεινη θα ήσουν εάν δεν ανήκες ποτέ σε Πατριάρχη αλλά σε απλό μοναχό».
Δεν θα ζητήσει ο Θεός στους καιρούς μας από τους μοναχούς των μοναστηριών μας, λόγω των πολυπληθών προσκυνητών, μεγάλους κανόνες και αυστηρές νηστείες. Μόνο το κατά δύναμιν. Ως καλός Θεός βλέπει το αγώνα τους, τη θυσία τους να δεχθούν, να φιλοξενήσουν, να παρηγορήσουν τους ανθρώπους, να είναι ευχέτες και πατέρες ενός κόσμου, που βρίσκεται σε μία διαρκή κρίση.
Πόσοι ετερόδοξοι και αλλόθρησκοι εισέρχονται με ευλάβεια στις Μονές και με ιδιαίτερο σεβασμό αντικρίζουν τα πρόσωπα των μοναχών.
Είναι γνωστό πως κάποιοι άνθρωποι δεν αγαπούν τα Μοναστήρια, δεν εκτιμούν τους μοναχούς. Με λύπη παρατηρώ τον πόλεμο που κάνουν σε όποιον θέλει να αφιερωθεί στο Χριστό. Όλοι αυτοί γίνονται θεομάχοι και επισύρουν την οργή του Θεού στη ζωή τους.
Αυτός που έχει στην ψυχή του θείο έρωτα για το Χριστό, όλοι οι δαίμονες της κολάσεως να πέσουν πάνω του, δεν πρόκειται να αποπροσανατολιστεί. Η κλήση αυτή είναι του Θεού. Ο Θεός, στους έσχατους αυτούς χρόνους, καλεί στον μοναχισμό ανθρώπους με προσωπικές κλήσεις. Η ουράνια χαρά της αφιέρωσης είναι μοναδική, σ’ αυτήν σκιρτάει η καρδιά. Ιδιαίτερα δε σε καιρούς κρίσεων, αποκαλύπτονται πολλές κλήσεις και για την ιερωσύνη και για τον μοναχισμό. Οι στερήσεις μας μαθαίνουν το δρόμο της εν Χριστώ ελευθερίας.
Τα Μοναστήρια δεν θα κλείσουν ποτέ τον κύκλο της προσφοράς και της παρουσίας τους στην Εκκλησία. Δεν θα εκλείψουν. Ο θεσμός του μοναχισμού είναι θεοδίδακτος, ερείδεται επί της Αγίας Γραφής, είναι θεμελιωμένος στους ασκητικούς αγώνες και τα παλαίσματα των οσίων Πατέρων και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τη ζωή της Εκκλησίας.
Θεωρώ ότι μία εκκλησιαστική επαρχία φανερώνει σε ποια πνευματική τάξη βρίσκεται από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα Μοναστήρια της. Δεν μπορεί να υπάρξει ζώσα Εκκλησία όταν οι Μονές της είναι διαλελυμένες ή λειτουργούν ως ψυχαγωγικά τουριστικά κέντρα. Αυτό που θέλει κάθε Ιερά Μονή είναι απλανή γέροντα και ακριβές μοναχικό τυπικό. Αν δεν υπάρχουν αυτές οι δυο προϋποθέσεις, δεν θα λειτουργήσει κατά Θεόν. Θα είναι περισσότερο σταθμός αναψυχής, κατασκήνωση, παραθερισμού.
Τι κρίμα να διαλυθούν τόσα Μοναστήρια στον τόπο μας. Δεν ήταν μόνο το πνεύμα των Βαυαρών και οι κακές συμπεριφορές των μοναχών, ήταν και ο πόλεμος του διαβόλου. Να γιατί χαίρω και συγκινούμαι που σε όλη την ευλογημένη Πατρίδα μας, μετά από πολλά χρόνια, αρκετά από αυτά τα Μοναστήρια, που βίαια έκλεισαν και ερημώθηκαν, ξανακτίζονται, αναπαλαιώνονται, ξαναλειτουργούν. Δεν είναι αυτό τυχαίο έργο. Θεού το έργον και ο Θεός, που φροντίζει γι’ αυτό, Αυτός θα εκβάλει εργάτες στο γεώργιό Του και θα στείλει μοναχούς στα Μοναστήρια μας.
Θέλω να επισημάνω δε προς όλους, ότι μία Μονή έχει ανάγκη και από τη στήριξη της ευρύτερης κοινωνίας. Ο Θεός γνωρίζει τον πόλεμο που δεχόμαστε για τα Μοναστήρια μας. Έχουμε όμως μέσα μας αστείρευτη δύναμη και πόθο αγάπης προς αυτά και θα προχωρήσουμε αταλάντευτα, ανυποχώρητα, έχοντας εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Πηγή: Ημερολόγιον 2015, Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου, Νεάπολις Κρήτης.

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Τι είναι η Παναγιά για τον κόσμο (Αγιορείτικη Διήγηση)

Ακούραστος ο γέρο-Πέτρος καθάριζε κρεμμύδια στην πάνυγυρη της Παναγίας για την εσπερινή τράπεζα. Θα έρχονταν πατέρες και ψαλτάδες απο την έρημο να στολίσουν την αγρυπνία.
Και πως έκανε ο γέρο-Πέτρος αμα ξεκινούσε τα μέγιστα ανοιξαντάρια του Κουκουζέλη και το Θεοτόκε Παρθένε του Μπερεκέτη! Και όλο σκούνταγε τον Δανιήλ τον Εκκλησιαστικό να κουνήσει ακόμα πιο δυνατά τον χορό και τον πολυέλαιο.
– Ω Θεε μου, και πως θα είναι στον παράδεισο, ακούγονταν η φωνή του γέρο-καλόγερου.

Παρότι το στασίδι του ήταν μπροστά στα γεροντικα, εκείνος με ευλογία του ηγουμένου στεκόταν σε εκείνα των αρχαρίων, στο στασίδι που στάθηκε όταν πρωτόρθε στο μοναστήρι. Ώρες ορθός στην Εκκλησία, ομοιοπύρφορο Χερουβειμ που λάτρευε με σεβασμό τον Θεό Του.
– Και δεν μου λες, παππού, τι είναι η Παναγιά για τον κόσμο; ρώτησε ο Πατηρ Υπάτιος τον γέροντα.
Ο γέρο–Πέτρος άφησε τα κρεμμύδια και το μαχαίρι μεμιάς και πήρε ύφος σοβαρό σαν να έβγαζε λόγο.
– Εγω πατέρες γράμματα δεν ξέρω να τα πώ όμορφα και δουλεμένα. Μα αυτή η ιστορία είναι πέρα ως πέρα αληθινή.
Σε μένα την είπαν ταπεινοί μοναχοί του Ορους που ποτέ δεν φιλιώθηκαν με το ψέμα.
«Το λοιπόν κάποτε στον Παράδεισο μπροστά στην όμορφη πόρτα του καθόταν ο Άγιος Πέτρος και καλοδεχόταν τα παιδιά του Θεού που είχαν κερδίσει τη Βασιλεία.
Σαν νύχτωσε, ο Άγιος έκλεινε τα θυρόφυλλα και μετρούσε στα τεφτέρια του πόσοι είχανε μπει στον Παράδεισο. Ύστερα έβαζε τα ονοματά τους πλαι σε εκείνους που ηδη ήταν μέσα απο καιρό και έβρισκε τον αριθμό.
Το άλλο πρωι μετρούσε πάλι τους παραδεισένιους ανθρώπους και πήγαινε να ανοίξει την πόρτα. Μα για καιρό έβλεπε τούτο το παράδοξο. Ενω αποβραδις είχε μετρήσει πως αυτοί που είχαν μπει στον Παράδεισο ήταν δέκα, την άλλη μέρα μετρούσε άλλους 3 παραπάνω.
Μα πως γίνεται αυτό σκεφτόταν.
– Μια και δυο πηγαίνει στον αφέντη τον Χριστό και του λέει αυτό που τον απασχολεί.
– Να φυλάξεις βάρδια είπε ο Χριστός και ο Άγιος έσκυψε το κεφάλι και γύρισε στο διακονημά του.
Το ίδιο βράδυ ο απόστολος του Θεού φύλαξε κατά την προσταγή του Χριστού και σαν ξημέρωσε είχε έτοιμη απάντηση.
– Λοιπόν, είπε ο Κύριος…
Το βράδυ… Κύριε… που κλείνει ο Παράδεισος ανεβαίνει η Μάνα Σου στα τείχη και βάζει τους ανθρώπους απο εκεί.
Άμα τελείωσε την διήγησή του ο γέρο Πέτρος έκανε τον σταυρό του και είπε: Αυτή είναι αδελφοί… η Παναγία μας και ο ρόλος της για τον κόσμο…
Πηγή: www.diakonima.gr

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός: Για την ανάσταση του Λαζάρου

Θά σας ενθυμίσω ένα ώραίο ρητό του μεγάλου μας πατρός Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου, το οποίον έξεφώνησε κάποτε στην άρχή ενός λόγου του. «Προ έξ ήμερων του πάσχα, διά των πέντε αισθήσεων, τον τετραήμερον ο τριήμερος, ταις δυσί τον έναν χαρίζεται».

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτελείωσε την αποστολή Του και θεράπευσε το πανανθρώπινο τραύμα και σε έξι ημέρες θα παρεδίδετο στα πανάχραντα Του πάθη, όπου θα έσφράγιζε την επιτυχία της σωτηρίας μας, έδειξε, σαν προοίμιο σε μας τους μαθητές Του και γενικά σε όλον τον κόσμο, ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών και ότι Αυτός είναι όντως «η Ανάστασις και η Ζωή».

Ακριβώς πριν από τα συνταρακτικά τούτα γεγονότα, της αναστάσεως δηλαδή του Κυρίου, προηγήθηκεν κατά έξι μέρες η ανάσταση του Λαζάρου, ο οποίος, όπως ξέρετε, ήταν φίλος του Χριστού. Και ο Σίμων ο λεπρός, ο Φαρισαίος, ο πατέρας του Λαζάρου, επειδή ήταν πιστός, αρεσκόταν ο Κύριος να συχνάζη στην οικία του και να έχη φιλικές σχέσεις με αυτήν την οικογένεια.

Άνέστησε φυσικά τον Λάζαρο, όχι τόσο για να δείξη την δύναμη της θεοπρεπούς Του μεγαλωσύνης, άλλωστε το είχε κάνει και ενωρίτερα αυτό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά για να δείξη ότι πλησιάζει το προοίμιο της συντριβής του θανάτου και της γενικής αναστάσεως της ανθρωπίνης φύσεως και της αποκαταστάσεως συμπάσης της κτίσεως «της ύποταγείσης εις την φθοράν» έξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου.

Το ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Λαζάρου το φέρομε στην αναγωγή, καθώς πολλές φορές κάνουν οι Πατέρες μας ερμηνεύοντας την Γραφή, για να ορθάσωμεν έτσι σ’ ένα πόρισμα πνευματικό, το οποίο πολύ θα μας ώφελήση. Κάθε τί το οποίο περιέχεται στην Γραφή, έχει πολλαπλές ερμηνείες.

….Η ανάσταση του ιστορικού Λαζάρου έγινε τότε, αλλά αυτό, μεταφερόμενο στην αλληγορία, ενεργείται κάθε μέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αναγωγή λοιπόν είναι η εξής. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι πάντοτε μαζί μας, όπως ο ίδιος ομολογεί, «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντέλειας του αιώνος», περιστρέφεται και ανασκοπεί του καθενός την κατάσταση και μυστικώς εκφράζει στις ουράνιες Του δυνάμεις και στους σεσωσμένους·«Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται».

Κάθε ένας από μας είναι νεκρός Λάζαρος και φίλος του Ιησού μας, χάριν του ότι για μας εθυσιάσθη, για όλους ενδιαφέρεται. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο παντογνώστης Θεός, ο πανάγαθος Δεσπότης και ο αληθινός μας πατέρας, βλέποντας την νέκρωση μας, συνεχώς φωνάζει προς τις ουράνιες δυνάμεις Του. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται».

Τώρα ποιος από μας τους κεκοιμημένους θα είναι ικανός να προκαλέση την συμπάθεια Του, ούτως ώστε να επέμβη και να τον αναστήση; Γιατί αυτός μόνος Του ομολόγησε ότι, «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Όπως αναφέρεται, όταν η αδελφή του Λαζάρου η μεγαλύτερη, η Μάρθα, αν και πίστευε στον Ιησού Χριστό, εν τούτοις, από το βόγγο του πόνου που έχασε τον μονάκριβο της αδελφό, ξεχνώντας την δύναμη της αναστάσεως που βρισκόταν σ’ Αυτόν, άρχισε να του λέη με παράπονο: «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανε μου ο αδελφός».

Και ο Ιησούς απαντά: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Πάλιν αυτή δεν καταλαβαίνει το νόημα και επιμένει: «Ναι, Κύριε, ξέρω ότι στην έσχατη ημέρα της παλιγγενεσίας και αυτός θα αναστηθή». Τότε ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή.

Λοιπόν αυτός είναι ο Ιησούς μας ο οποίος μένει μαζί μας σαν η αιωνία και μόνιμος ανάσταση και προσδοκά του καθενός μας την ανάσταση. Πότε θα στραφούμε προς Αυτόν να εκφράσωμε τον πόνο της νεκρώσεως μας, για να φωνάξη και σε μάς: «Λάζαρε, δεύρο έξω»;

Για να γίνη αυτό χρειαζόμαστε συμπαραστάτες, όπως είχε και ο Λάζαρος τις δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία. Η μεν Μάρθα συμβολίζει κατά τους Πατέρες την πρακτική εργασία, την πρακτική μετάνοια και τα σωματικά έργα. Η δε Μαρία συμβολίζει την θεωρία, την πνευματική εσωστρέφεια μέσω της οποίας επικοινωνεί κάθε λογική ψυχή με τον Θεό.

Η πρακτική μετάνοια συνίσταται στον πόνο, στο πένθος και στο κλάμα «υπέρ των προτέρων αμαρτημάτων» και στο πένθος υπέρ της ανακτήσεως των αρετών και των χαρισμάτων, τα οποία κληρονομικά μας παρέδωσε ο Ιησούς μας και ανήκουν στον καθένα από μάς. Ούπω γαρ εφανερώθη – λέγει ο άγιος Ιωάννης – τι εσόμεθα, άδαμεν δε, όταν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα». Δηλαδή θα δούμε τον Κύριο μας στην ημέρα εκείνη της παλιγγενεσίας και θα είμεθα όμοιοι με αυτόν. «Ο Θεός εν μέσω Θεών» εκμαγεία του αρχετύπου.

Για να φθάσωμε σ' αυτήν την αξία, πρέπει, όπως είπα, να αποκτήσωμε πρωτίστως την συνεχή ειλικρινή πρακτική μετάνοια, που αυτή θα μας οδηγήση στην θεωρία. Επειδή πρακτικά αμαρτήσαμε, πρακτικά αρνηθήκαμε τον Ιησού μας, πρακτικά τον προσβάλαμε και τον προδώσαμε, πρακτικά τώρα να επιστρέψωμε πίσω και ν’ αποδείξωμεν ότι πλέον δεν θα ξανακάμψωμε τα γόνατα μας μπροστά σε κάθε είδωλο της αμαρτίας.

Είμεθα υπόχρεοι τώρα, ο καθ’ ένας από εμάς, ν’ αποκτήσωμε τις δύο αδελφές, την πραγματική πράξη της μετανοίας που μας οδηγεί μακριά από κάθε παράβαση της εντολής. Άρνηση στον Θεό δεν υπάρχει από κανένα λογικό ον, και από αυτούς ακόμα τους άθεους, τους υλιστές, τους αναρχικούς. Ας κομπάζουν με τα χείλη.

Δεν μπορούν ν’ αρνηθούν τον Θεό, διότι, για να μπορέσωμε να αρνηθούμε ένα πράγμα, πρέπει να είμαστε δυνατοί να το καταργήσωμε. Τότε θα καυχηθούμε πάνω στην απιστία μας ότι όντως αυτό δεν υπάρχει, το καταστρέψαμε. Αν εμείς αρνηθούμε Αυτόν, λέει ο Παύλος, αυτός πιστός μένει. Ποία λοιπόν είναι η άρνηση αφού τα πράγματα είναι έτσι; Η άρνηση είναι στην παράβαση της εντολής.(…)

Από εκεί που πλανηθήκαμε και παρασυρθήκαμε και αρχίσαμε να παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού μας και καταρρακώσαμε την προσωπικότητα μας, από την Ίδια θύρα θα επιστρέψωμε. Να παύσωμε να αμαρτάνωμε, να τον αρνούμεθα και να τον προδίδουμε. Αφού φθάσωμε σ' αυτήν την κατάσταση δια της Χάριτος Του, τότε βαθύτερα μέσα στο είναι μας θα ριζώση η αίσθηση αυτή της μετανοίας που θα μας προκαλέση το πένθος και τον πόνο και το δάκρυ.

Τότε ο νους ελεύθερος από την επίδραση και την αιχμαλωσία των εξωτερικών σφαλμάτων, της εξωτερικής χρεωκοπίας, γυρίζει προς τον Θεό και συνεχώς πενθών ζητεί το έλεος Του και αυτή είναι η θέση της Μαρίας. Όταν οι δύο αδελφές αποκτηθούν, να είστε βέβαιοι ότι τότε ο Λάζαρος νους, το ψυχικό μας είναι, θα αναστηθή, όπως τότε στον ιστορικό Λάζαρο.(…) Αμήν.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΟΓΙΣΜΩΝ - OΣΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Πρέπει να έχουμε μέσα μας ένα εργοστάσιο καλών λογισμών. Αν δεν έχουμε, τότε καί ό Μέγας Αντώνιος να είναι γέροντας μας καί να κάνει συνέχεια θαύματα, δεν θα μπορέσει σε τίποτα να μας βοηθήσει.Βλέπετε, όταν ό Κύριος μας ήταν πάνω στο Σταυρό καί συνέβησαν εκείνα τα φρικτά γεγονότα: οί δύο ληστές πού συσταυρώθηκαν μαζί Του, Τον αντιμετώπιζαν με διαφορετικό τρόπο ό καθένας. Ό ένας λοιπόν ληστής, ό εξ ευωνύμων, ό όποιος είχε μέσα του δημιουργήσει εργοστάσιο παραγωγής κακών λογισμών,τον βλαστημούσε. Ο άλλος όμως, ο εκ δεξιών, πού είχε καλούς λογισμούς, μετανόησε ,σώθηκε και μπήκε στον Παράδεισο.

Θα σας πω κι ένα γεγονός μ' ένα γεροντάκι από την Καψάλα,. Αυτό το γεροντάκι είχε ακριβώς τέτοια μηχανή, πού πάντα σκεφτόταν την καλή πλευρά του κάθε θέματος. Μόνο για το καλό είχε μάτια, για να βλέπει, για το κακό ήταν πάντα τυφλός. Κάποτε κάποιοι κοσμικοί τον επισκέφθηκαν καί του πήγαν σαν δώρο ένα μικρό ραδιοφωνάκι καί του το πρόσφεραν. Το πήρε ό γέροντας στα χέρια του και με θαυμασμό το περιεργαζόταν. Τους ρώτησε που - σε ποιο κράτος - κατασκευάζεται και εκείνοι του είπαν «στην Ιαπωνία». Ενώ λοιπόν με θαυμασμό το περιεργαζόταν, ξαφνικά βλέπουν να παίρνει το πρόσωπο του χαρούμενη διάθεση καί φιλώντας το ραδιόφωνο να λέει: - Δόξα Σοι, ό Θεός! Τον ρωτούν τότε οι επισκέπτες του για ποιο λόγο χαίρεται και δοξάζει το Θεό κι εκείνος τους εξηγεί: - Να, χάρηκα, γιατί έγιναν καί οι Ιάπωνες χριστιανοί καί βάζουν στα πράγματα πού κατασκευάζουν σαν σήμα τον Τίμιο καί Ζωοποιό Σταυρό». Είχε δει ο γέροντας το + καί -, το θετικό καί αρνητικό πόλο στίς μπαταρίες, καί το πέρασε για σταυρό. Το γεροντάκι αυτό με το λογισμό του στάθηκε σ' αυτό, ενώ, αν είχε κακούς λογισμούς, θα μπορούσε να τους μαλώσει πού του πήγαν ραδιόφωνο, ενώ αυτός ήταν ασκητής κ.λ.π. .

Το ίδιο γεροντάκι, όταν περνούσε κάποιο αεροπλάνο από πάνω, αμέσως με ευλάβεια σταυροκοπιόταν. Κάποτε ένας ρώτησε:
- Γέροντα, γιατί, όταν βλέπεις αεροπλάνο, κάνεις το σταυρό σου; Κι εκείνος με μια πηγαία, φυσική ευλάβεια καί απλότητα του άπαντα:
- Μα, δε βλέπεις, παιδί μου, ότι έχει το σχήμα του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Χρίστου μας;

Καί εδώ το γεροντάκι αυτό, ενώ μπορούσε να πιάνει τίς κακές πτυχές του αεροπλάνου, όπως το ότι βομβαρδίζει και σκοτώνει, αυτό στεκόταν στο σχήμα του σταυρού πού έφερε κι έτσι ό θόρυβος και η θέα του αεροπλάνου του γινόταν αιτία να μεταφερθεί στο Γολγοθά.

Πρίν αρκετά χρόνια κατέβηκα στην Αθήνα για κάποια δουλειά καί φιλοξενήθηκα στο σπίτι ενός αδελφού χριστιανού. Το σπίτι του ήταν κοντά σ’ έναν κεντρικό δρόμο με αποτέλεσμα να έχει πολλή φασαρία. Το βράδυ μου είπε αυτός ό αδελφός ότι από την πολλή φασαρία δεν μπορούσε τίς νύχτες να κλείσει μάτι, με αποτέλεσμα να έχουν σπάσει τα νεύρα του καί να αναγκά¬ζεται να παίρνει χάπια ηρεμιστικά. Αφού φάγαμε, μου έδωσαν ένα δωμάτιο, για να πάω να ξεκουραστώ καί δείχνοντας το, μου είπε:

- Γέροντα, εδώ είναι το δωμάτιο, αλλά δεν ξέρω αν θα κλείσω μάτι μ' αυτή τη φασαρία των αυτοκινήτων, πού ακούγεται από το δρόμο.

Αφού πέρασε ή νύχτα καί βγήκα από το δωμάτιο μου, με ρωτά: Γέροντα, δεν έκλεισα μάτι, από τη φασαρία, εσείς τι κάνατε;
Τότε του είπα;
- Ποτέ, ούτε στο Όρος, δεν κοιμήθηκα τόσο καλά καί τόσο πολύ. - Γέροντα, μου είπε, πώς είναι δυνατόν να γίνεται αυτό;Τότε του διηγήθηκα το τί μου συνέβη από τη στιγμή που μπήκα στο δωμάτιο. (Εκείνον τον καιρό ήταν σε εξέλιξη ό πόλεμος στο Βιετνάμ καί καθημερινά ακούγαμε δυσάρεστα νέα α¬πό τον εκεί πόλεμο καί εγώ έκανα προσευχή, για να βοηθήσει ό Θεός). - Όταν μπήκα στο δωμάτιο, πήγα και γονάτισα μπροστά στο κρεβάτι. Τα χέρια μου καί το κεφάλι μου τα είχα ακουμπισμένα επάνω στο κρεβάτι κι άρχισα να εύχομαι γι' αυτούς πού πολεμούν καί σκοτώνονται στο Βιετνάμ. Από κάτω ακουγόταν ή φασαρία των αυτοκινήτων, εγώ όμως, επειδή ό νους μου ήταν στο Βιετνάμ, μετέτρεπα με τη φαντασία μου τον ήχο των αυτοκινήτων καί φανταζόμουν τα άρματα μάχης, τον θόρυβο πού κάνουν, όταν περνούν, φανταζόμουν πώς εκεί κάτω σκορπούν το θάνατο, γκρεμίζουν σπίτια κ.λ.π. 

Από κάτω από το δρόμο πότε-πότε περνούσε κάποιος μοτοσυκλετιστής με μηχανή πολλών κυβικών, πού έκανε υπερβολικά δυνατό θόρυβο, με αποτέλεσμανα τρίζουν τα παράθυρα. Αμέσως φανταζόμουν τα αεροπλάνα,πού πετούσαν στο Βιετνάμ καί βομβάρδιζαν καί έβλεπα να σκοτώνονται ανελέητα μικρά παιδιά καί γεροντάκια. Με είχε πιάσει ένα γλυκό παράπονο κι έκλαιγα για την όλη εκεί κατάσταση κι έλεεινολογούσα τον εαυτό μου, πού ήμουν σε ωραίο δωμάτιο με ωραία στρωμένο κρεβάτι, πού είχα φάει καλά καί γενικά δεν είχα κανένα πρόβλημα. Και ενώ έκλαιγα γι' αυτά καί είχα μια πολύ μεγάλη πνευματική ηρεμία, με πήρε ό ύπνος γονατιστό και κοιμήθηκα εκεί τη νύχτα, χωρίς να διακοπεί καθόλου ό ύπνος μου. "Ετσι, λοιπόν, επειδή ό λογισμός μου ήταν σ' αυτούς πού υπέφεραν στο Βιετνάμ, δε με πείραζε ή φασαρία των αυτοκινήτων. "Ετσι να κάνεις καί συ: Να βάλεις με το λογισμό σου ότι ενώ έξω γίνεται πόλεμος καί ενώ όλοι σκοτώνονται, οί περιουσίες τους καταστρέφονται, τα σπίτια τους γκρεμίζονται ή πεθαίνουν από την πείνα, εσένα σ' έχουν σ' ένα πολυτελέστατο σπίτι , τρως, πίνεις, σε πληρώνουν, δεν κινδυνεύεις, μόνο ακούς το θόρυβο αυτών πού πολεμούν καί μ' αυτό τον τρόπο σου δίνεται αιτία να δοξολογείς το Θεό καί όχι να αναγκάζεσαι να παίρνεις χάπια ηρεμιστικά" ή λύση είναι μία: «ό καλός λογισμός».

Πηγή: Ο ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ιερομ. Χριστοδούλου, Αγιορείτου Ι. Γυν. Ησυχ. Παναγία η Φοβερά Προστασία - Χαλκιδική

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ότι αφιερώνεται στο Θεό αυτόματα αγιάζεται


Είναι ένα δώρο ο Ναός που οι άνθρωποι προσέφεραν και προσφέρουν στο Θεό και έτσι ο Θεός συγκαταβαίνει σε αυτό και εδώ γίνεται η ένωση Θεού και ανθρώπου.
 Είναι ο οίκος του Θεού. 
Είναι η πρόγευση του Παραδείσου. 
Έτσι και αυτός που έρχεται να ανάψει το κεράκι και προσέρχεται να προσευχηθεί έχει την ίδια αξία ενώπιον του Θεού, με αυτόν που προσέφερε μία εικόνα, ή έκανε την αρχιτεκτονική μελέτη, ή λειτούργησε, ή διακόνησε με όποιον τρόπο, την λατρεία του Θεού. Είναι ένα ακόμη μυστήριο του Θεού γιατί ότι αφιερώνεται στο Θεό αυτόματα αγιάζεται.

  Πρωτοπρεσβύτερος Σωτήριος Χριστοδούλου