Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

ΠΡΩΤ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΟΥΣΜΑ 

Όπως μας δόθηκε η ευκαιρία να σημειώσουμε η ύπαρξη των Αγίων Αγγέλων θεμελιώνεται στην Ορθόδοξη πίστη μας και στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας.

Για διάφορα άλλα θέματα, θέματα τακτικής και πορείας, ίσως μπορούμε να διαφωνούμε και να έχουμε μια κάποια αντίθετη με την Εκκλησία άποψη, όμως σε θέματα πίστεως δε δικαιολογείται αντίθεση, αλλά αποδοχή. Και φυσικά αυτό ισχύει για τα πιστά Της μέλη. Οι υπόλοιποι μπορούν να αμφισβητούν και να πετροβολούν τις θέσεις μας...

Η ύπαρξη των Αγίων Αγγέλων ομολογείται στη Βίβλο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, και αιώνες τώρα διδάσκεται από την Ιερή Παράδοσή μας. Εκ των πραγμάτων εγώ κι εσείς που έχουμε βαπτιστεί και που ομολογούμε ή δηλώνουμε πως είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δεν μπορούμε και δε μας επιτρέπετε να μην αποδεχόμαστε την ύπαρξη του αγγελικού και αρχαγγελικού κόσμου.

Πολλοί καλοπροαίρετα ή όχι, αναρωτιούνται: Ποιο είναι το έργο και ποια η διακονία των Αγίων Αγγέλων; Ποιος ο λόγος της ύπαρξής τους; Βέβαια μελετώντας ο οποιοσδήποτε τη Βίβλο ή διαβάζοντας τους βίους των Αγίων μας, εύκολα μπορεί να συμπεράνει την απάντηση, όμως για τις ανάγκες του αναγνωστικού μας κοινού εμείς ας σημειώσουμε λίγες σχετικές σκέψεις.

Αυτός καθ’ αυτός ο όρος, η ονομασία, ο χαρακτηρισμός «Άγγελος», δηλώνει ποιο ήταν και είναι το έργο ή η διακονία των ουράνιων αυτών δυνάμεων. Ο όρος προέρχεται από το ρήμα «αγγέλλω» που σημαίνει μεταβιβάζω είδηση, προμηνύω, αναγγέλλω κάτι, ανακοινώνω, γνωστοποιώ. Άρα, η ονομασία Άγγελος είναι δηλωτικό της φύσης, της υπηρεσίας και του λειτουργήματός τους. Οι ασώματες δυνάμεις είναι οι αγγελιοφόροι του Θεού και όχι μόνο. Είναι τα αγνά και καθαρά πλάσματα του Τριαδικού Θεού που επάξια και ακατάπαυστα Τον βλέπουν, Τον δοξολογούν και Τον υμνούν. Θυμίζω το όραμα του Ιακώβ στην περιοχή Βαιθήλ (Γεν. 28, 12-13), την οπτασία του Προφήτη Ησαΐα με τους Αγγέλους να ψάλλουν το «Άγιος, Άγιος, Άγιος είναι ο Κύριος του σύμπαντος, όλη η γη είναι από τη δόξα Του γεμάτη» (Ησ. 6, 2-4) και τη νύχτα εκείνη της Γέννησης του Χριστού τον αγγελικό ύμνο: «Δόξα στον ύψιστο Θεό και ειρήνη στη γη, η αγάπη και η σωτηρία ήλθε στους ανθρώπους» (Λουκ. 2, 13-14).

Ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει τους Αγίους Αγγέλους ως «λειτουργικά πνεύματα» που αποστέλλονται από το Θεό – κι αυτό αξίζει να το προσέξουμε – «εις διακονίαν», να διακονήσουν όσους θέλουν κι αγωνίζονται να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού (Εβρ. 1, 14). Ούτε λίγο, ούτε πολύ οι Άγιοι Άγγελοι είναι διάκονοι, υπηρέτες, καθοδηγητές, υποστηρικτές, συναγωνιστές, προστάτες δικοί μας! Σταλμένοι πλάι μας από το Θεό της αγάπης, για να κληρονομήσουμε τον Παράδεισο! Κι αυτό είναι το δεύτερο και σωτήριο για μας έργο τους.

Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζοντας τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στους Αγίους Αγγέλους και στους ανθρώπους σημειώνει: «Είναι μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στους Αγγέλους και τους ανθρώπους. Εμείς έχουμε σώμα, εκείνοι είναι ασώματοι. Εκείνοι δοξολογούν, προσκυνούν το Θεό κι αδιάκοπτα στέλνουν με πολύ κατάνυξη και τρόμο σ’ Αυτόν τους μυστικούς τους ύμνους, ενώ εμείς μερικές μόνο φορές προσευχόμαστε ή και αντικαθιστούμε την προσευχή με χίλιες δύο άλλες υποχρεώσεις και θελήσεις μας». Ακόμη κατά τον ίδιο Πατέρα «οι Άγιοι Άγγελοι είναι πιο φιλόστοργοι από τους ανθρώπους, πολύ πιο σπλαχνικοί από εμάς».

Ο Θεός δεν είχε ούτε και έχει ανάγκη από ...υπηρετικό προσωπικό. Οι ουράνιες αγγελικές δυνάμεις, όπως καταφαίνεται στην Αγία Γραφή, δοξολογούν το Θεό γιατί θαυμάζουν την απέραντη αγάπη Του στον άνθρωπο και Τον υπηρετούν αποκλειστικά και μόνο για τη δική μας σωτηρία. Κι αυτό είναι το εντυπωσιακότερο! Ως δημιουργήματα του ίδιου Πλάστη, ως αδελφοί μας, οι Άγιοι Άγγελοι επιθυμούν τη σωτηρία μας και γι’ αυτόν το λόγο άγρυπνα μάς παραστέκουν, ως φύλακες άγγελοι, στο διάβα της ζωής μας˙ από τη στιγμή της σύλληψής μας στη μήτρα της μάνας μας, ως το τέλος, το θάνατο...

Πηγή: Εφημερίδα Εμπρός, 4 Ιουλίου 2007

ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΓΓΕΛΟ

Άγιε Άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαίπωρου μου ζωής, μη εγκαταλίπης με τον αμαρτωλόν, μηδέ αποστής απ' εμού δια την ακρασίαν μου, μη δώης χώραν τω πονηρώ δαίμονι κατακυριεύσαι μου τη καταδυναστεία του θνητού τούτου σώματος, κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου, και οδήγησαν με εις οδόν σωτηρίας. Ναι, Άγιε Άγγελε του Θεού, ο φύλαξ και σκεπαστής της αθλίας μου ψυχής και του σώματος, πάντα μοι συγχώρησον, όσα σοι έθλιψα πάσας τας ημέρας της ζωής μου, και εί τι ήμαρτον την σήμερον ημέραν σκέπασόν με εν τη παρούση νυκτί και διαφύλαξόν με από πάσης επήρειας του αντικειμένου, ίνα μη έν τινι αμαρτήματι παροργίσω τον Θεόν, και πρέσβευε υπέρ εμού προς τον Κύριον, του επιστηρίξαι με εν τω φόβω αυτού, και άξιον αναδείξαι με δούλον της αυτού αγαθότητος. Αμήν.


Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ΑΓΑΠΗ! ΑΘΑΝΑΤΗ ΛΕΞΗ ΣΕ ΘΝΗΤΑ ΧΕΙΛΗ

ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ πρ. ΚΙΣΑΜΟΥ ΚΑΙ ΣΕΛΙΝΟΥ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ
Η αγάπη είναι ασφαλώς η ωραιότερη λέξη που αγαπούν να λένε οι άνθρωποι. Μα είναι συγχρόνως και μια λέξη που οι άνθρωποι τη λένε με τόση προχειρότητα και της κάνουν τόση κατάχρηση και τόση νοθεία.

Όταν διαβάζη κανείς τα τρυφερά γράμματα των αγαπημένων και ακούει τις ωραίες εξομολογήσεις και τους όρκους των, όταν βλέπωμε με τα ίδια μας τα μάτια την αληθινά αγαπημένη ζωή των ερω­τευμένων, των αρραβωνιασμένων, των υπαντρεμένων και κείνων που αρχίζουν όμορ­φα και μυστικά να πλέκουν τα ειδύλλιά των, είμαστε έτοιμοι να πιστέψωμε στην ειλικρίνεια της αγάπης και να εγκωμιάσωμε τη δύναμη και την αθανασία της.

Όμως όταν αντίστροφα παρασταθούμε στη διάψευση και απιστία της αγάπης και δούμε πάλι με τα μάτια μας να κόβωνται οι σχέσεις, να διαλύουν οι αρραβώνες και να χωρίζουν τα ανδρόγυνα και ακόμη χειρότερα, να μεταβάλλωνται οι όρκοι της αγάπης σε κατάρες και τα χέρια που αγκαλιάζουν και χαϊδεύουν να πιάνουν στιλέτα και φαρμάκια για να σκοτώσουν εκείνον ή εκείνη που ως τα χθες ακόμη ελάτρευαν, τότε στ’ αλήθεια σταματά το μυαλό μας και δοκιμάζομε μια αποστροφή και μια φρίκη γι’ αυτό που λέγεται ανθρώπινη αγάπη. Και μαζί μ’ αυτά δοκιμάζομε μια απογοήτευση και μια απαισιοδοξία για τον άνθρωπο και τη ζωή του.

Φιλόσοφοι, ποιητές και κοινωνιολόγοι έχουν σταθή με έκπληξη, με φόβο κι’ ειρωνεία ή και τρομερή μελαγχολία μπροστά στα φαινόμενα αυτά της αποτυχεμένης αγάπης και καθημερινά χιλιάδες μικροί κι’ απλοί άνθρωποι καίνε την καρδιά και καταστρέφουν τη ζωή των και τη ζωή ακόμη τόσων άλλων μ’ αυτό το όμορφο και επικίνδυνο πυροτέχνημα της αγάπης. Όμως, ένας Χριστιανός στοχαστής, δεν απορεί καθόλου για όλα αυτά. Γιατί ξέρει πως ο άνθρωπος είναι «αμαρτωλός», έχει ατέλειες κι’ αδυναμίες κι’ είναι φυσικό και ψυχολογημένο και κείνο που βγαίνει από την καρδιά και το κορμί του ανθρώπου νάχη τα σημάδια της ατέλειας και της αδυναμίας. Γιατί ξέρει πως, ο άνθρωπος που δεν αναγεννήθηκε και δε ζη ακατάπαυστα μέσα στη Χάρη του Θεού, δεν μπορεί να βρίσκη υπεράνθρωπες και ανώτερες δυνάμεις να δαμάζη τον κτηνώδη εγωϊσμό του και να κατανικά τα πάθη του. Γιατί ξέρει πως ο άνθρωπος που τολμά να μιλή με τα θνητά του χείλη για την αθάνατη αγάπη, αργά ή γρήγορα θα την προδώση. Γιατί αγάπη αληθινή δεν θα πη δώσε, αλλά πάρε. Κι’ όποιος θέλει στ’ αλήθεια ν’ αγαπά, πρέπει να μάχεται κάθε στιγμή εναντίον του εαυτού του. Πολλές φορές κατορθώνομε έστω και προσωρινά να κοιμίζωμε και να νικούμε τον εγωϊσμό μας, να παραμερίζωμε ολότελα τον εαυτό μας κι’ είμαστε τότε έτοιμοι κι’ άξιοι για την αγάπη.

Μα όταν ξυπνά πάλι μέσα μας ο εαυτός μας, με όλες εκείνες τις νόμιμες και παράλογες απαιτήσεις του, τότε δεν υπάρχει τόπος για την αγάπη και τότε ακριβώς βλέπει κανείς εκείνο το θλιβερό και φρικιαστικό θέαμα. Κείνους που αγαπούσαμε και λατρεύαμε χθες, τους μισούμε και τους βλέπομε μ’ αποστροφή σήμερο. Σωστό είναι, λοιπόν, να βλέπωμε καθαρά τα πράγματα και να μη λέμε παχειά λόγια για την αγάπη. Όμορφη, καθαρή, παντοτεινή και δυνατή αγάπη, δεν μπορεί να φυτρώση στην καρδιά του συνηθισμένου ανθρώπου, του ανθρώπου που δεν ζη μέσα στο φως και τη Χάρη του Θεού.

Εκ του περιοδικού «Ενοριακή Ευλογία», Αριθμ. Τεύχους 108-109, Ιουνίου-Ιουλίου 2011

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ

Ὤ, Παναγιά μου Δέσποινα, Γλυκύτατη Παρθένα
Εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, βοήθα με κι ἐμένα.

Βοήθησέ μέ, Παναγιά, Γλυκιά μου Παναγία,
γιατί ἡ ζωὴ εἶναι θάλασσα, μεγάλη τρικυμία.

Καὶ ναυαγὸς εὑρίσκομαι μέσα στὴ βιοπάλη
στὴ χάρη Σου στηρίζομαι, Παρθένα, τὴ μεγάλη.

Καὶ σὰν Μητέρα εὐσπλαχνική, ἐλπίζω νὰ μᾶς σώσεις
κι ἀπὸ ὁρατοὺς κι ἀόρατους ἐχθροὺς νὰ μᾶς γλιτώσεις.

Στὴ σκέπη τῶν πτερύγων Σου σκέπασε, Παναγιά μου,
ὅλου του κόσμου τὰ παιδιὰ κι ὕστερα τὰ δικά μου.

Καὶ φώτισέ τα, Παναγιά, Χριστὸ ν’ ἀκολουθήσουν
καὶ στὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς μὲ πίστη νὰ βαδίσουν.

Τὴν πίστη, τὴν πραότητα νὰ μὴν τὴν ἀμελήσουν,
καθὼς καὶ τὴν ἐγκράτεια νὰ μὴν τὴν καταπατήσουν.

Ναί, Παναγιά μου Δέσποινα, λυπήσου κι εὐσπλαχνίσου
καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν ζήτησε ἀπ’ τὸ Παιδί Σου.

Νὰ συγχωρέσει πταίσματα καὶ τ’ ἁμαρτήματά μας,
νὰ ὁδηγήσει στὸ καλὸ κι ἐμᾶς καὶ τὰ παιδιά μας.

Ἀμήν.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΜΑΥΡΟΛΕΩΝ

Όταν έμπαινε στο Ναό της Ιερουσαλήμ η Παναγία μας, κρατώντας στην αγκαλιά της βρέφος 40 ημερών τον Ιησού, μαζί με τις άλλες μητέρες που έρχονταν εκεί για να καθαριστούν μετά τον τοκετό και να παρουσιάσουν τα πρωτότοκά τους παιδιά, κανένας δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι το ξεχωριστό σ’ αυτό το παιδί! Μόνο ένας, ο πρεσβύτης Συμεών, ειδοποιημένος από το Άγιο Πνεύμα, έτρεξε να υποδεχτεί Εκείνον που τόσα χρόνια περίμενε πρώτα να δει με τα σωματικά του μάτια κι έπειτα να πεθάνει…
Η πολυπόθητη στιγμή είχε φτάσει! Πήρε στα χέρια του το βρέφος, τον Ιησού, και ζήτησε από το Θεό τώρα πια να πεθάνει, αφού είδαν τα μάτια του το σωτήρα όλου του κόσμου, το Χριστό!
Κι αυτή η συγκλονιστική στιγμή ζωντανεύει στο διάβα των αιώνων κάθε φορά που ένα αντρόγυνο φέρνει στο Ναό το νεογέννητο παιδί της, για να “σαραντίσει” όπως λέμε, για να διαβάσει, δηλαδή, ο ιερέας ειδικές ευχές στη μητέρα του παιδιού και να πιάσει στα χέρια του, όπως και τότε ο Πρεσβύτης Συμεών, το μικρό παιδί…
Στα χέρια του Ιερέα! Αλήθεια, έχετε ποτέ αναρωτηθεί πόσο μεγάλη σχέση έχει η ζωή μας με τα χέρια του ιερέα; Η πρώτη έξοδος του νεογέννητου παιδιού από το σπίτι του γίνεται την ημέρα του σαραντισμού. Το παιδί μας κάνει την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι του Ουράνιου Πατέρα Του! Εκεί θα το πρωτοπιάσει ο ιερέας στα χέρια του και θα το οδηγήσει στον πρώτο του εκκλησιασμό. Θα το βάλει μπροστά στις εικόνες του τέμπλου, μετά μέσα στο Ιερό Βήμα, αν είναι αγόρι. Θα εκφωνήσει τα λόγια του Συμεών “Νυν απολύεις με Δέσποτα” και θα το παραδώσει στη μητέρα του.
Αργότερα, πάλι θα φέρει η μητέρα το παιδί στο Ναό. Τώρα για τη βάφτισή του, τη δεύτερη γέννα του από την κολυμβήθρα, την κοιλιά της άλλης Μάνας, της Εκκλησίας! Πάλι θα πιάσει στα χέρια του το παιδί ο ιερέας, να το αλείψει με λάδι αρχικά, να το βαπτίσει στο νερό, να το ντύσει, να το κουρέψει, να το χρίσει, τέλος, με το άγιο Χρίσμα, δίνοντάς του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αναδεικνύοντάς το γνήσιο παιδί της Εκκλησίας.
Στη συνέχεια, όχι μόνο τρεις φορές, όπως πολύ λανθασμένα πιστεύουν και κάνουν μερικοί, αλλά πολλές φορές, πάλι έχοντας στο χέρι του τη λαβίδα θα του μεταδίδει τη θεϊκή τροφή… Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού κι όχι το μελάκι ή το χρυσό δοντάκι, όπως πάλι εντελώς ανόητα λένε κάποιοι στα παιδιά, αλλά τον ίδιο το Χριστό, ολοζώντανο, θα βάζει με το τίμιο χέρι του ο ιερέας στο στόμα του παιδιού, για να συγχωρούνται οι αμαρτίες του και να ζει αιώνια! Γιατί τέτοια είναι αυτή η ζωή, η νέα ζωή που πήρε με το βάπτισμα, αιώνια! Χωρίς τέλος, χωρίς ημερομηνία λήξεως!
Κι όσο θα μεγαλώνει θα το μάθει ο νονός ή η νονά του, ότι όταν θα λερώσει με τις αμαρτίες, τις κακίες, τις ζήλειες, τα ψέματα, τις κλεψιές, της ψυχής το λευκό φόρεμα, που απέκτησε με τη Βάπτισή του, τότε πάλι θα τρέξει στον ιερέα! Για να του ομολογήσει τα σφάλματά του, με ειλικρίνεια και μετάνοια πραγματική, για ν’απλώσει πάλι κι εκείνος μετά με το χέρι του το πετραχήλι πάνω του, να του διαβάσει τη συγχωρητική ευχή, να τον σκεπάσει ολόκληρο η Χάρη του Θεού!
Όταν έρθει η ευλογημένη ώρα του γάμου, πάλι ο ιερέας θα πιάσει τα χέρια των νέων πια κι ώριμων παιδιών μας, θα τα ευλογήσει εξ ονόματος του ίδιου του Χριστού, Εκείνου που φέρνει τον ένα στον άλλο κοντά και ενώνει τα διαιρεμένα και θα τα ενώσει σφιχτά, τόσο σφιχτά, ώστε κανένας να μην  μπορεί να μπει ανάμεσά τους, κανένας να μην μπορεί να χωρίσει αυτό το αντρόγυνο. Με τα χέρια του πάλι θα στεφανώσει το γαμπρό και τη νύφη, για τον αγώνα που έκαναν να φθάσουν αγνοί μέχρι το γάμο, θα τους δώσει αργότερα να πιουν κρασί από το κοινό ποτήρι, με τα χέρια του  ύστερα θα τους σύρει στο χορό του Ησαΐα, στο χορό της γαμήλιας χαράς! Και λίγο πριν τελειώσει το μυστήριο του γάμου, πάλι με τα χέρια του θ’αναλάβει τα στέφανά τους και θα χωρίσει τα χέρια τους, βάζοντας ανάμεσά τους το Ευαγγέλιο, δείχνοντάς τους ταυτογχρόνως, ότι μόνο αν ο Χριστός παραμένει ανάμεσά τους κι αγωνιστούν για να εφαρμόζουν όλες τις ημέρες της ζωής τους το λόγο Του, θ’ αξιωθούν να πάρουν και τα στεφάνια του Παραδείσου, τη μεγάλη κείνη ημέρα και την επιφανή!
Κι αν το παιδί μας δεν πάρει το δρόμο του γάμου κι αποφασίσει να αφιερωθεί “ψυχή τε και σώματι” στο Θεό, τότε πάλι στα χέρια του Ιερέα θα δώσει τρεις φορές το ψαλίδι για τον κείρει μοναχό! Τα χέρια του ιερέα θα τον ντύσουν τα μοναχικά ενδύματα! Κι αν προχωρήσει και στην ιεροσύνη, τα χέρια του Αρχιερέα τώρα θα του μεταδώσουν τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, που θεραπεύει τα ασθενή και τα ελλείποντα αναπληρώνει! Θα τον ντύσουν τα ιερατικά άμφια, θα του παραδώσουν στα δικά του χέρια την “καλήν παρακαταθήκην”, το Σώμα του Χριστού, που θα του ζητήσει ο ίδιος ο Χριστός την ημέρα της δευτέρας Παρουσίας Του!
Τέλος, όταν θα έρθει η ώρα να κλείσουμε κι εμείς τα μάτια μας εδώ στη γη και να τ’ανοίξουμε στην άλλη ζωή, στην ποθεινή μας πατρίδα, πάλι ο ιερέας θα πάρει με τα χέρια του το χώμα να ραντίσει το άψυχο πια σώμα μας, λέγοντας τα λόγια του ίδιου του Θεού “γη ει και εις γην απελεύση”, χώμα είσαι δηλαδή και πάλι στο χώμα γυρνάς, θα ρίξει πάνω μας το λάδι η το κρασί και θα βάλει στο στόμα μας έναν κέρινο μικρό σταυρό, για να βρεθεί στα χείλη μας η καλή απολογία όταν θα συναντήσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό…
Πόσο μεγάλη στ’ αλήθεια σημασία δεν έχουν για τη ζωή μας, και την εδώ και την πέρα του τάφου, τα χέρια του Ιερέα! Γι’αυτό να τα φιλούμε ευλαβικά! Να τα ασπαζόμαστε αναλογιζόμενοι κάθε φορά τα πάρα πολλά που χρωστούμε σ’αυτά τα χέρια!
Και να προσευχόμαστε για τους ιερείς μας και για τους αρχιερείς μας αδελφοί! Όπως κι εκείνοι υψώνουν νύχτα και ημέρα τα χέρια τους στις δικές τους προσευχές και μεταφέρουν τις προσευχές μας στο Θεό, τα αιτήματά μας, τα βάσανά μας, τα προβλήματά μας, το καθετί που μας απασχολεί, έτσι κι εμείς να μην ξεχνάμε να ζητάμε γι’αυτούς το φωτισμό, τη δύναμη, τη χάρη, την προστασία του Θεού… Γιατί μεγάλο έργο και βαρύ αναλογεί στον καθένα τους!
Κι ακόμη, να προσευχόμαστε ν’ αναδεικνύει κι άλλους εργάτες στον αμπελώνα Του ο Κύριός μας, γιατί ο θερισμός είναι πολύς και οι εργάτες ολίγοι! Γιατί οι χώρες είναι έτοιμες για θερισμό, γιατί διψάνε οι ψυχές των ανθρώπων για Χριστό, γιατί κι άλλα πρόβατα έχει, που δεν έχουν ακόμη ποιμένα, γιατί είναι έτοιμο το δείπνο Του στη  Βασιλεία των ουρανών και πρέπει να γεμίσουν όλες οι θέσεις!

Πηγή: www.papakallinikos.wordpress.com

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

ΠΩΣ ΕΓΙΝΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΟΥΡΟΖ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο Τιμόθεος Ουίλσον είχε την παρακάτω συνέντευξη με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη του Σουρόζ κ. Αντώνιο Μπλουμ. Τ.Ο.:Πότε γίνατε Χριστιανός; Υπήρξε στη ζωή σας καμιά συγκεκριμένη στιγμή μεταστροφής;
Α.Μπλούμ: Αυτό έγινε σε διάφορα στάδια. Μέχρι τα μέσα της εφηβικής μου ηλικίας ήμουνα ένας άπιστος και επιθετικά αντιεκκλησιαστικός. Δεν γνώριζα το Θεό, δεν νοιαζόμουνα γι’ Αυτόν και μισούσα καθετί σχετικό με την ιδέα του Θεού.
Τ.Ο.: Και όλα αυτά, παρά τα «πιστεύω» του πατέρα σας;
Α.Μπλούμ: Ναι, γιατί μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια η ζωή μας ήταν πολύ δύσκολη. Δεν ζούσαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Εγώ ήμουνα εσωτερικός σε ένα σχολείο που ήταν πολύ αυστηρό, βίαιο θα έλεγα. Όλα τα μέλη της οικογένειας μου ζούσαν σε διαφορετικά σημεία του Παρισιού. Μόνο όταν έγινα περίπου δεκατεσσάρων χρόνων συγκεντρωθήκαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη και αυτό ήταν μια πραγματική ευτυχία, μια ευλογία. Ήταν κάπως ασυνήθιστο να σκεφτεί κανείς ότι, σε κάποιο σπίτι μιας συνοικίας του Παρισιού, μπορούσε να βρει μια τέλεια ευτυχία, και όμως αυτό συνέβαινε. Τότε για πρώτη φορά, μετά την επανάσταση, αποκτούσαμε σπίτι.
Πρέπει όμως να πω πως, πριν από όλα αυτά, συνέβηκε κάτι που με είχε προβληματίσει πάρα πολύ. Ήμουνα περίπου έντεκα χρόνων, όταν με έστειλαν σε μια κατασκήνωση αγοριών. Εκεί συνάντησα έναν ιερέα που θα ήταν περίπου τριάντα χρόνων. Κάτι απ’ αυτόν τον άνθρωπο μου τράβηξε την προσοχή. Είχε αγάπη που την σκορπούσε στον καθένα από μας. Αυτή δε η αγάπη του δεν είχε σχέση με το αν είμαστε καλοί, και δεν άλλαζε όταν είμαστε κακοί. Μπορούσε να μάς αγαπάει χωρίς προϋποθέσεις. Ποτέ πριν στη ζωή μου δεν είχα συναντήσει κάτι τέτοιο. Είχα φίλους που μ’ αγαπούσαν στο σπίτι, αλλά αυτό το έβρισκα φυσικό. Τέτοιο είδος αγάπης δεν είχα συναντήσει ποτέ. Την εποχή εκείνη δεν προσπάθησα να δώσω καμιά εξήγηση σ’ αυτό. Απλά βρήκα σ’ αυτόν τον άνθρωπο κάτι που με προβλημάτιζε και ταυτόχρονα μου άρεσε πολύ. Μόνο μετά από χρόνια, όταν πια ήρθα σε επαφή με το Ευαγγέλιο, σκέφτηκα πως αυτός ο άνθρωπος, αγαπούσε με μια αγάπη που ήταν πέρα από τον ίδιο. Δηλαδή μοιραζόταν μαζί μας τη θεία αγάπη. Ή, αν προτιμάτε, η αγάπη ήταν τόσο βαθιά και πλατιά, με τέτοια ανοίγματα ώστε, μπορούσε να αγκαλιάσει όλους μας, είτε μέσα από τον πόνο είτε μέσα από τη χαρά, αλλά πάντα μέσα στην ίδια και μοναδική αγάπη. Αυτή η εμπειρία, νομίζω, ήταν η πρώτη βαθιά πνευματική εμπειρία που είχα.
Τ.Ο.: Τι έγινε μετά από αυτό;
Α.Μπλουμ: Τίποτε. Γύρισα στο σχολείο όπου ήμουνα εσωτερικός και όλα συνεχίστηκαν όπως πριν, μέχρι την στιγμή που βρεθήκαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Ζώντας με την οικογένειά μου, όπως είπα, γεύτηκα την πλήρη ευτυχία, αλλά τότε συνέβηκε κάτι το τελείως απροσδόκητο.Ξαφνικά ανακάλυψα ότι η ευτυχία, αν δεν έχει κάποιο σκοπό, γίνεται ανυπόφορη. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να δεχτώ μια άσκοπη ευτυχία. Για να ξεπεράσεις τις δυσκολίες και να υποφέρεις τα βάσανα αποβλέπεις σε κάτι που είναι πέρα από αυτά. Εγώ όμως δεν έβρισκα κάποιο νόημα, ούτε πίστευα σε κάτι, γι’ αυτό η ευτυχία μου φαινόταν ανούσια. Έτσι αποφάσισα πως έπρεπε να δώσω στον εαυτό μου μια προθεσμία- ένα χρόνο τουλάχιστο -; να ανακαλύψει αν η ζωή είχε ή όχι κάποιο νόημα. Αν στο διάστημα αυτού του χρόνου δεν θα έβρισκα κανένα νόημα ζωής, είχα αποφασίσει να μη συνεχίσω να ζω, να αυτοκτονήσω.
Τ.Ο.: Και πώς βγήκατε από αυτήν την κατάσταση της άσκοπης ευτυχίας;
Α.Μπλουμ: Άρχισα να ψάχνω για κάποιο άλλο νόημα ζωής πέρα από κείνο που μπορούσα να βρω μέσα στις σκοπιμότητες. Το να σπουδάζει κανείς να γίνει χρήσιμος στη ζωή ήταν κάτι που δεν με συγκινούσε καθόλου. Όλη η ζωή μου μέχρι τώρα είχε συγκεντρωθεί σε άμεσους σκοπούς και ξαφνικά όλα αυτά βρέθηκαν άδεια, χωρίς κανένα νόημα.Ένιωσα μέσα μου κάτι το δραματικό και καθετί γύρω μου μού φαινόταν μικρό και ανόητο.
Πέρασαν μήνες και τίποτε στον ορίζοντα, νόημα δεν φάνηκε πουθενά! Μια μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής- ήμουνα τότε μέλος της Ρωσικής οργάνωσης νέων στο Παρίσι- ένας από τους υπεύθυνους οργάνωσης με πλησίασε και μου είπε: «Καλέσαμε κάποιον ιερέα να σάς μιλήσει. Έλα και συ στη συγκέντρωση». Εγώ απάντησα με έντονη αποδοκιμασία ότι δεν θα πήγαινα να τον ακούσω. Δεν είχα ανάγκη την Εκκλησία. Δεν πίστευα στο Θεό. Δεν ήθελα να χάσω τον καιρό μου με κάτι τέτοια. Ο υπεύθυνος χειρίστηκε αρκετά έξυπνα το θέμα. Μου εξήγησε ότι όλα τα μέλη της ομάδας μας είχαν αντιδράσει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και θα ήταν πολύ άσχημο αν, ούτε ένας, δεν παρακολουθούσε την όμιλία του.
«Μην προσέχεις», είπε ο υπεύθυνος, «δεν με ενδιαφέρει αυτό, μόνο έλα, κάθισε εκεί, για μια τυπική παρουσία». Ε! μέχρι σ’ αυτό το σημείο, ήμουνα πρόθυμος να φανώ νομοταγής στη νεανική μας οργάνωση. Έτσι πήγα στην ομιλία και έμεινα μέχρι το τέλος. Δεν είχα σκοπό να προσέξω. Τα αυτιά μου όμως έπιαναν μερικές φράσεις που με αγανακτούσαν περισσότερο. Ο Χριστός και ο Χριστιανισμός παρουσιάστηκαν μπροστά μου τόσο διαφορετικά απ’ ότι εγώ πίστευα, που ήθελα βαθύτατα να τα αποκρούσω. Όταν τελείωσε η ομιλία έτρεξα στο σπίτι με έντονη την επιθυμία να ελέγξω αν ήταν αλήθεια όλα αυτά που είπε ο ομιλητής. Ρώτησα τη μητέρα μου αν είχε ένα Ευαγγέλιο να μου δώσει. Ήθελα πολύ να διαπιστώσω αν το Ευαγγέλιο θα συμφωνούσε με την τερατώδη εντύπωση που μου δημιούργησε η ομιλία. Δεν περίμενα τίποτα καλό από την ανάγνωση αυτή και έτσι μέτρησα τα κεφάλαια των τεσσάρων Ευαγγελίων, ώστε να είμαι σίγουρος ότι διαβάζω το συντομότερο. Δεν ήθελα να χάσω άδικα το χρόνο μου. Άρχισα, λοιπόν, να διαβάζω το Ευαγγέλιο του Μάρκου.
Ενώ διάβαζα τα πρώτα κεφάλαια του κατά Μάρκον Ευαγγελίου και πριν φτάσω στο τρίτο κεφάλαιο, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι, στην άλλη άκρη του γραφείου μου, υπήρχε κάποιος. Η βεβαιότητα ότι αυτός ο «Κάποιος» ήταν ο Χριστός που στεκόταν εκεί παράμερα, ήταν τόσο έντονη ώστε ποτέ έως τώρα δεν με έχει εγκαταλείψει.
Το γεγονός αυτό υπήρξε πραγματικά η αποφασιστική μου καμπή. Αφού ο Χριστός ήταν ζωντανός και εγώ είχα ζήσει την Παρουσία του, μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι αυτό που το Ευαγγέλιο έλεγε για τη Σταύρωση του Προφήτη της Γαλιλαίας, ήταν αλήθεια και ότι ο εκατόνταρχος είχε δίκαιο όταν είπε: «Αληθώς Υιός Θεού εστί». Μέσα, λοιπόν, στο φως της Ανάστασης μπορούσα να διαβάσω με βεβαιότητα την ιστορία του Ευαγγελίου, ξέροντας πολύ καλά ότι καθετί έκρυβε μέσα του αλήθεια. Και αυτό, γιατί το απίστευτο γεγονός της Ανάστασης ήταν για μένα πιο βέβαιο από κάθε άλλο γεγονός της ιστορίας.Την ιστορία πρέπει να την πιστέψω, την Ανάσταση την έμαθα από προσωπικό γεγονός.
Καθώς βλέπετε, δεν ανακάλυψα το Ευαγγέλιο αρχίζοντας από την αρχή με το αρχικό μήνυμα του Ευαγγελισμού και δεν ξετυλίχθηκε μπροστά μου σαν μια ιστορία την οποία κανείς μπορεί να πιστέψει ή όχι. Η αλήθεια του Ευαγγελίου, για μένα, άρχισε με ένα γεγονός που παραμέρισε όλα τα προβλήματα απιστίας, ακριβώς γιατί ήταν μια άμεση και προσωπική εμπειρία.
Τ.Ο.: Αυτή η τόσο έντονη εμπειρία που είχατε, παρέμεινε σε όλη σας τη ζωή; Δεν υπήρξε κάποια εποχή που να αμφιβάλλετε για την πίστη σας;
Α.Μπλουμ: Βεβαιώθηκα απόλυτα ότι ο Χριστός είναι ζωντανός και ότι μερικά πράγματα υπάρχουν αναμφίβολα. Φυσικά δεν πήρα σε όλα απαντήσεις, αλλά έχοντας ζήσει αυτή τη μεγάλη εμπειρία, ήμουν πια βέβαιος ότι μπροστά μου υπήρχαν απαντήσεις, οραματισμοί, δυνατότητες. Αυτό ακριβώς σημαίνει για μένα πίστη. Από τη μια, δηλαδή, να μην αμφιβάλλει κανείς έτσι που να έχει μέσα του σύγχυση και περιπλοκές, από την άλλη όμως να διερωτάται με σκοπό να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής. Να έχεις, δηλαδή, αυτό το είδος της αμφιβολίας που σε κάνει να θέλεις να ρωτάς, να ανακαλύπτεις όλο και περισσότερο, να θέλεις διαρκώς να ερευνάς.

Πηγή: www.porfyras.wordpress.com

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ - ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Ο π. Ιουστίνος γεννήθηκε στήν πόλη Βράνιε τής Ν. Σερβίας στίς 25.3.1884 καί αναπαύθηκε οσιακά στίς 25.3.1979 στή μονή Τσέλιε. Η Ευαγγελίστρια Θεοτόκος τόν συνόδευε από τή γέννησή του έως τήν κοίμησή του. Σπούδασε θεολογία στή Σερβία, τή Ρωσία, τήν Αγγλία καί τήν Ελλάδα. Από τό 1935 υπήρξε πανεπιστημιακός διδάσκαλος στή Θεολογική Σχολή τού Βελιγραδίου. Τό 1945 τό κομμουνιστικό καθεστώς τόν ανάγκασε σέ παραίτηση. Αποσύρθηκε στή μονή τών Αγίων Αρχαγγέλων τού Τσέλιε, γιά ν’ αφοσιωθεί στή μελέτη, τή συγγραφή, τή διδαχή καί τήν προσευχή.

IoustinosPopovits Τό συγγραφικό του έργο είναι μεγάλο, πολύτιμο, αξιόλογο καί σημαντικό. Ασχολήθηκε μέ τή Δογματική, τήν ερμηνεία τής Καινής Διαθήκης, τόν Συναξαριστή, τήν Πατρολογία καί άλλα. Πολλά από τά βιβλία του μεταφράσθηκαν σέ ξένες γλώσσες καί στά ελληνικά. Τό έργο του έλαβε πολλές θετικές κριτικές. Θεωρείται καί είναι ένας από τούς μεγαλύτερους θεολόγους τού εικοστού αιώνος. Δέν ήταν ένας θεολόγος τής έδρας καί τού γραφείου αλλά τής εμπειρίας, τών βιωμάτων, τής ασκήσεως, τής νήψεως καί τής θερμουργού προσευχής. Είναι η μυστική συνείδηση τής Σερβικής Εκκλησίας μέ αξιόλογους μαθητές.
Ο ιδιότυπος λόγος του είναι χαρακτηριστικός, χαριτωμένος, αγιοπνευματικός, θεοφώτιστος καί θεοχαρίτωτος. Λέγει: «Ο σκοπός τού θεοειδούς όντος πού λέγεται άνθρωπος είναι ένας: νά γίνει σταδιακά τέλειος, όπως ο Θεός Πατήρ, νά γίνει Θεός κατά χάριν, νά επιτύχη τή θέωση, τή θεοποίηση, τή Χριστοποίηση, τήν Τριαδοποίηση». Συνεχίζει: «Δίχως θεάνθρωπο καί έξω από τόν θεάνθρωπο, ο άνθρωπος πάντα –συνειδητά ή όχι– μεταλλάσσεται σέ υπάνθρωπο, σέ ομοίωμα ανθρώπου, σέ υπεράνθρωπο, σέ διαβολάνθρωπο. Απόδειξη καί αποδείξεις γιά τούτο, όλη η ιστορία τού ανθρωπίνου γένους».
Από νέος ασχολήθηκε μέ βαθειά θέματα φιλοσοφίας καί θεολογίας. Αγάπησε ιδιαίτερα τούς μεγάλους Έλληνες Πατέρες καί πιό πολύ τούς άγιους Τρείς Ιεράρχες. Ερεύνησε καλά τήν αρχαιοελληνική σοφία, τήν ευρωπαϊκή καί σλαβική φιλοσοφία, τόν συγκίνησε ο Ντοστογιέφσκυ, καί απόκτησε πολύπλευρες γνώσεις, πού τού δημιούργησαν μία πεπαιδευμένη προσωπικότητα. Ασχολήθηκε επισταμένα μέ τά αιώνια προβλήματα τού ανθρώπου, τ’ απύθμενα βάθη τής ανθρώπινης ψυχής, τούς δαιδαλώδεις λαβύρινθους τού πνεύματος, τίς κλιμακώσεις τής διάνοιας, τίς μεταπτώσεις τού ανθρώπου. Αγάπησε υπερβολικά τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο. Ήταν πρός όλους όλο αγάπη, από τόν πιό μικρό ώς τόν πιό μεγάλο.
Ζώντας τήν τραγωδία τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόν θάνατο δικών του ανθρώπων, τή στέρηση, τίς κακουχίες, δίνεται ολοκληρωτικά στήν αληθινή φιλοσοφία, τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Θεό, γίνεται μοναχός, παρά τίς αντιδράσεις τών καλών γονέων του. Κατά τόν φίλο του άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο· «θεμέλιο τής χριστιανικής φιλοσοφίας είναι η ταπεινοφροσύνη, γιατί δίχως αυτή, η αλήθεια είναι τυφλή». Αγάπησε τούς Σέρβους, τούς Ρώσους καί τούς Έλληνες. Μέ μεγάλη αγάπη πάντοτε μιλούσε γιά τήν οικουμενικότητα τής Ορθοδοξίας, τή Ρωμιοσύνη, τό Βυζάντιο. Θεωρούσε αμαρτωλό τόν ορθολογισμό κι αίρεση τόν οικουμενισμό. Ήταν ενάντιος στόν δυτικό ανθρωπισμό καί υπέρ τού ανατολικού θεανθρωπισμού.
Μερικοί τόν θεωρούσαν παράξενο καί μυστήριο. Τέτοιες ιερατικές προσωπικότητες, υψηλού κύρους, ήθους, αξίας, τιμής καί σεβασμού, δέν είναι αρεστές στούς πολλούς. Τούς ρασοφόρους τούς θέλουν αρκετοί νά είναι αδαείς, γιά νά δικαιολογούν τήν αποστασία τους. Τέτοιοι κληρικοί αποτελούν δυνατά φώτα, πού φωτίζουν άφωτα βάθη. Είναι πολύ μικρός ο χώρος, γιά νά χωρέσει έναν τόσο μεγάλο άνδρα. Η Σερβική Εκκλησία δίκαια καί δικαιολογημένα ετοιμάζει τήν αγιοκατάταξή του. Ένας ακόμη όσο σοφός ενάρετος καί όσο ενάρετος σοφός…

Πηγή: Περιοδικό «Λυδία».

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΣΗΜΙΝΑΚΗ

"Ο πολιτισμός μας περνάει σήμερα κρίση…. κρίση φαινομενικά οικονομική αλλά πρωτίστως κρίση πνευματική, κρίση πολιτισμού. Δεν έχω να προτείνω άλλη θεραπεία από την επιστροφή στην Ελλάδα." κάποτε ειχε γράψει τα παραπάνω λόγια ο γάλλος δημοσιογράφος Ρενέ Ποούξ σήμερα φαίνεται να αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα.
Η κρίση που βιώνει η χώρα μας αυτήν την περίοδο ειναι δυσκολη και ποκοιλότροπη δεν είναι μὀνον οικονομική κρίση αλλα προπάντων πνευματική, κοινωνική, πολιτισμική και ηθική, πρόκειται για μια προσπάθεια εκρίζωσης και εκθεμελίωσης πολλων παραδεδομένων αντιλήψεων, τα οποια ως τώρα θεωρουνταν αυτονόητα για τον τρόπο ζωής της χώρας μας. Υπάρχει ενας καθημερινός βορβαρδισμος για την οικονομική κρίση αναφέρουν οικονομικούς όρους, γίνονται οικονομικές αναλύσεις, γράφονται αρθρα, γίνονται οικονομικα διαγράμματα. Μπορουμε όμως να βρούμε απαντήσεις σε πολλα ερωτήματα που μας τίθενται, τα χρήματα δεν φτάνουν ισως γιατι μαθαμε να περιμένουμε την ευχαρίστηση μονο απο αυτά, ίσως γιατί βρέθηκαμε έρμαια του σύγχρονου προτύπου μιας υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, ισως γιατι δεν ακολουθήσαμε εαν αλλιώτικο τρόπο ζωής, με την επαναφορά τού ανθρώπου στην ολιγάρκεια, την εγκράτεια, την σωφροσύνη, την αποφυγή της απληστίας και της υπερβολής. Η ελπίδα υπάρχει στην εκκλησία, στην πίστη μας και μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις κρίσεις από όπου και αν προέρχονται όπως και αν ονομάζονται. Γι΄ αυτό χρειάζεται η ανάδειξη ελπιδοφόρας προοπτικής, μέσα από την επισήμανση του λάθος δρόμου και τον επαναπροσδιορισμό της πορείας μας. Στο πνεύμα αυτό υποστηρίξουμε ότι η Εκκλησία, ιδωμένη απροκατάληπτα και χωρίς ιδεοληψίες, συνιστά την ελπίδα και ενότητα της κοινωνίας και τη νοηματοδότηση της ζωής του ανθρώπου. Η κρίσιμη αυτή εποχή επιβάλλει να υπερβούμε την αντίληψη που θέλει την Εκκλησία ως ένα συντηρητικό φορέα κοινωνικής ευταξίας, ταυτόσημο με την κρατική εξουσία. Η Εκκλησία, παρά τις υπαρκτές αλλοιώσεις αυτού του αυθεντικού της φρονήματος, μόνο ως διακονία μπορεί να νοηθεί, η οποία πρέπει πρωτίστως να επιτελεί την καθαρά πνευματική της αποστολή, όμως εδώ καί δεκαετίες διαπιστώνεται από ποικίλες πλευρές μιά παθογένεια σύνολης της δημόσιας ζωης της χώρας μας, οπως ο ατομικισμός, η ιδιώτευση, ο ωχαδελφισμός, η διαφθορά, η αναξιοκρατία κ.α. Έχουν όμως δημιουργήσει μόνοι τους με προσωπικές τους επιλογές, υποχωρήσεις, αταξίες ή ανυπακοές τα προβλήματα που υπάρχουν και την όλη αυτή ταραγμένη κατάσταση. Αυτό το λέω γιατί δόθηκαν με όλη τους τη δύναμη σε μια προσπάθεια ν’ αυξήσουν το κατά κεφαλήν εισόδημα, να ικανοποιήσουν τις υλικές τους ανάγκες και να ζήσουν μια πολυτελή ζωή, απολαύσουν αγαθά ή υλικούς θησαυρούς και ακόμη ν’ αποκτήσουν περισσότερες ανθρώπινες γνώσεις. με την καλλιέργεια του εγωισμού, της ιδιοτελείας ή της φιλαυτίας ανέβηκαν σε ένα ύψος μη θέλοντας να γνωρίσουν δυσκολίες. Όταν όμως προέκυψαν οι δυσκολίες βρεθήκαμε ανέτοιμοι απέναντί τους και παραπαίουμε. Γι' αυτό και μας μιλάνε τώρα για πτώχευση, για οικονομική δυσπραγία. Γι’ αυτό νομίζω πως δε πρέπει αυτή τη στιγμή ν’ απελπιστούμε αλλά να φέρουμε μέσα μας το Φως, να γνωρίσουμε το Θεό, ν’ ακούσουμε και να ζήσουμε το Ευαγγέλιο το οποίο μπορεί αναμφίβολα να μας βοηθήσει οποιαδήποτε σημερινή δυσκολία. Και τα οικονομικά και τις κοινωνικές μας σχέσεις, αλλά και την αναταραχή ή αγωνία του αύριο που βιώνουμε. Το θέλημα του Θεού καλλιεργεί αρετές. Χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Η χώρα μας σήμερα έχει το οξύμωρο «προνόμιο της απελπισίας». διότι ακριβώς μπορεί να μεταποιήσει τη σημερινή απελπισία σε ευκαιρία σωτηρίας και ζωής. Η κρίση δέν είναι σύγχρονη ούτε ελλαδική, αλλά είναι παγκόσμια. Ως άνθρωποι ζούμε συνεχώς μέσα σέ κρίσιμες στιγμές καί τό θέμα είναι πώς θα τις αντιμετωπίσουμε. Η Εκκλησία αγαπά τόν άνθρωπο καί ενδιαφέρεται καί γιά τήν πνευματική του ωρίμανση, αλλά καί τίς οικονομικές του ανάγκες. Κυρίως όμως βοηθά τόν άνθρωπο νά αντιμετωπίση τά προβλήματα μέ πνευματικό τρόπο, νά ζή μέ εσωτερική πληρότητα, μέ λιτότητα, μέ αγάπη γιά τόν άνθρωπο, μέ θυσία καί προσφορά, μέ τήν ενατένιση πρός τήν αιώνια ζωή. Όπως όμως λέμε ότι έχουμε ελπίδα και τη δίδουμε έτσι λέμε και στον εαυτό μας ότι με τη βοήθεια του Θεού θα τα καταφέρουμε. Αν έχουμε πολλά δίνουμε πολλά, αν έχουμε λίγα, δίνουμε λίγα και αν δεν έχουμε τίποτα δίνουμε τον εαυτό μας. Όταν τα πάντα γύρω μας, μας απελπίζουν, κάπου υπάρχει ελπίδας. Η ελπίδα αυτή υπάρχει στην εκκλησία, στην πίστη μας και μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις κρίσεις από όπου και αν προέρχονται όπως και αν ονομάζονται.Τό χρωστάμε στά παιδιά μας, δηλαδή στά μέλη της Εκκλησίας πού ερχονται μετά απο εμας. Η Έκκλησία δέν καλείται νά πράξει κάτι ευκαιριακά καινοφανές αλλά νά αποκαλύψει αδιάκοπα αυτό, πού στήν ουσία της είναι, δηλαδή η ελπίδα και η προοπτική του κόσμου. Η κοινωνική και οικονομική κρίση πρέπει να αντιμετωπισθεί με σύνεση, διάκριση, περίσκεψη και αποφασιστικότητα.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΗ ΑΓΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΜΕΘΟΡΙΟ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΥΦΑΝΤΗ

 Μιμούμενοι την υφολογική λιτότητα του ευαγγελιστή Λουκά, «σκαλίζουμε» τη βιβλική ρίζα (Λουκ. 1,26 – 38 ). Η Θεοτόκος Μαρία, μια ευσεβής νεαρή κοπέλα, αρραβωνιασμένη με τον μεσήλικα ξυλουργό Ιωσήφ, δέχεται την αδόκητη επίσκεψη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, που της κομίζει ένα θείο μήνυμα. Πρόκειται για μια πρωτάκουστη πρόσκληση που ταυτόχρονα αποτελεί μια ριψοκίνδυνη πρόκληση : να κυοφορήσει και να φέρει στον κόσμο το παιδί του Θεού. Μεταφράζοντας το περιεχόμενο του αγγελικού μηνύματος σε σύγχρονους όρους, θα λέγαμε πως ο Θεός ζητά από την Παρθένο Μαρία να αναλάβει μια κοινωνικά και νομικά δυσβάστακτη όσο και επισφαλή ευθύνη. Στην πραγματικότητα, η εκπλήρωση του θείου σχεδίου έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο την ηθική υπόληψη της ανύμφευτης Μαρίας αλλά και την ίδια τη ζωή της. Σύμφωνα με την εβραϊκή θεσμολογία της εποχής, η γυναίκα που θα αποδεικνυόταν ότι απάτησε τον σύζυγό της, θα μπορούσε να καταγγελθεί από τον ίδιο και να βρεί ατιμωτικό θάνατο δια λιθοβολισμού. Όμως, ακόμα κι αν ο ταπεινός Ιωσήφ δεν είχε πρόθεση να την καταγγείλει, ποιος και πως θα μπορούσε να επουλώσει τη ραγισματιά της εμπιστοσύνης ανάμεσά τους;
Η αρχική ταραχή της πάναγνης Θεοτόκου Μαρίας συνυφαίνεται με την καχυποψία για τον παράδοξο χαιρετισμό που της απευθύνει ο αδόκητος επισκέπτης. Και στη συνέχεια, στο άκουσμα του θείου σχεδίου, αντί να παραξενευτεί για το περιεχόμενό του, μοιάζει να προβληματίζεται για το ρεαλιστικό πως της επίτευξής του, πράγμα που αναγκάζει τον άγγελο να τη βεβαιώσει πως η σύλληψη θα συντελεστεί με τη δύναμη του Θεού και δίχως τη συνδρομή άνδρα. Εξάλλου, – σπεύδει να υπερθεματίσει – η όψιμη γονιμότητα της Ελισάβετ αποδεικνύει πως η θεία δύναμη υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα της δυσκολίας και του ανέφικτου.
Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να σκοντάψει στον λογικό κόμπο μιας πρόδηλης αντίφασης: Ενώ από τη μια πλευρά, μια δεκατετράχρονη κοπέλα έχει το θάρρος να αναλάβει ερήμην και έν αγνοία του μέλλοντα συζύγου της την ευθύνη και το ρίσκο να κυοφορήσει το παιδί ενός Άλλου, και επίσης το ρεαλισμό να σταθμίσει τα δεδομένα που της κομίζει ο άγγελος, από την άλλη πλευρά μοιάζει εξοικειωμένη με ένα ανήκουστο εγχείρημα: μια θνητή να νυμφευθεί τον Θεό, προκειμένου να φέρει στον κόσμο τον Υιό του. Κοντολογίς, ένα λογικό πλην χωμάτινο κτίσμα να γεννήσει τον ίδιο τον δημιουργό του.
Η λύση του κόμπου, ή η υπέρβαση της φαινομενικής αντίφασης, προϋποθέτει τη γνώση του πολιτισμικού και πνευματικού λειμώνα, εντός του οποίου βλάστησε η Πάναγνη Μαρία, με αποτέλεσμα να καταστεί ο πιο πολύτιμος ανθός του. Ως πιστή θυγατέρα της Σιών, η Παρθένος Μαρία κατανοούσε τον εαυτό της ως μέλος μιας πιστεύουσας κοινότητος και αντιλαμβανόταν η ιστορία του λαού της πάντα σε σχέση με τον προσωπικό Θεό των προγώνων. Η Παναγία μας ανήκε σε εκείνο το «λείμμα» του εκλεκτού λαού, που παρέμενε πιστό στις δεσμεύσεις του απέναντι στον Θεό. Η δέσμευση αυτή ήταν η πιστότητα στον Γιαχβέ και η ευθύνη της μαρτυρίας γι’ Αυτόν στον κόσμο. Ταυτόχρονα, το «λείμμα» του παλαιού Ισραήλ στο όνομα αυτής της ζωντανής σχέσης του με τον ζωντανό Θεό, ανέμενε με αδημονία την εκπλήρωση των δεσμεύσεων του Θεού απέναντι στον λαό και την ιστορία. Δηλαδή, την αποστολή του Μεσσία, τη γέννηση του Υιού του Θεού.  Παρενθετικά, θυμίζουμε πως η αποστολή του Ισραήλ να δίνει ζωντανή μαρτυρία για τον ζωντανό Θεό στον κόσμο είχε εκτραπεί με την πάροδο του χρόνου σε ένα αίσθημα εθνικιστικής υπεροχής έναντι των άλλων ειδωλολατρικών λαών. Γι’ αυτό και στα χρόνια της Καινής Διαθήκης, η πλειονότητα των Ισραηλιτών περίμενε τον Μεσσία ως έναν κοσμικό ηγέτη που θα αναδείκνυε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ισραήλ μεταξύ των άλλων λαών με όρους εξουσίας, στρατιωτικής δύναμης και κοσμικής ισχύος.
Η απάντηση της ταπεινής Μαρίας στον άγγελο καθώς και ο δοξολογικός ύμνος της στο σπίτι της Ελισάβετ (Λουκ. 1, 46 -55), δείχνουν πως η ίδια δεν συμμεριζόταν αυτές τις εθνικιστικές παραμορφώσεις της πνευματικής ταυτότητας και αποστολής του Μεσσία, που δέχονταν οι σύγχρονοί της Ισραηλίτες. Έτσι, δεν την ξενίζει που ο Θεός απευθύνθηκε σ’ αυτήν, μια ταπεινή δούλη, για να εκπληρώσει το σχέδιό του. Αντίθετα, αναφέρεται στους ισχυρούς που καθαιρούνται και στους πλουσίους που απομένουν με τα χέρια αδειανά μπροστά στον πνευματικό πλούτο των φτωχών και των ταπεινών. Συνοψίζοντας αυτή τη ρεαλιστική ανάγνωση του γεγονότος, κατανοούμε ότι η θετική ανταπόκριση της Παρθένου Μαρίας στο μήνυμα του αγγέλου δεν ήταν μια απλή αστόχαστη συναίνεση ούτε μια βεβιασμένη συγκατάθεση υπό το κράτος του φόβου. Ήταν καρπός μιας συνειδητής και ώριμης επιλογής, φαινομενικά ασύμμετρης για τους ώμους μιας έφηβης παρθένου, αλλά στέρεα θεμελιωμένης στην ελευθερία, την αγάπη και την εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα.
Στο επεισόδιο που συνέβη στη Ναζαρέτ, μια ασήμαντη γωνιά της Γαλιλαίας, η πιστεύουσα κοινότητα αναγνωρίζει ένα κομβικό συμβάν για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτή τη σωτηρία που αν και έχει σχεδιαστεί στο προαιώνιο εργαστήρι της θείας αγάπης, εκδηλώνεται σε συγκεκριμένα και, συχνά αιμάτινα, γεγονότα, τα οποία προϋποθέτουν πάντα την ελεύθερη και αγαπητική και, γι’ αυτό ενίοτε θυσιαστική, ανταπόκριση του ανθρώπου. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίζεται εκείνο το κομβικό σημείο ανάμεσα στην προϊστορία της σωτηρίας, όπως βιώνεται στις περιπέτειες και την προσωπική σχέση του παλαιού Ισραήλ με τον Γιαχβέ, και στην ιστορία της, που έχει ως αφετηρία την Ενσάρκωση του Λόγου και συνεχίζεται μέχρι σήμερα υπό την καθοδήγηση του Παρακλήτου. Η θεολογική ευφυϊα των Πατέρων της Εκκλησίας και η σχετική υμνολογία ατενίζει στο πρόσωπο της Θεοτόκου τη Νέα Εύα, εφόσον με την εμπιστοσύνη και την υπακοή της στον Θεό, στέκεται στον αντίποδα της πρώτης Εύας, η οποία πρόδωσε τη θεία αγάπη και επέλεξε να θεωθεί ερήμην του Θεού. Και φροντίζουν να αντιπαραβάλουν διδακτικά την παρακοή της Εύας με την υπακοή της Παρθένου Μαρίας, επισημαίνοντας πως ενώ η πρώτη ακολούθησε αστόχαστα την πρόταση του διαβόλου, η δεύτερη με περίσκεψη δέχθηκε τη θεία πρόσκληση. Έτσι, το λάθος της πρώτης γυναίκας που πρωταγωνίστησε στην πτώση συμπαρασύροντας τον παλαιό Αδάμ, διορθώνεται και πάλι από μια γυναίκα, που χάρη στην υπακοή, το θάρρος και την πίστη της, θα φέρει στον κόσμο τον Νέο Αδάμ. Το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας αισθητοποιεί συμβολικά τη διόρθωση της αρχαίας πλάνης και το αρχέγονο κάλλος του ανθρώπου, που πορευόταν προς την αγιότητα, ατενίζοντας κατάματα τον Δημιουργό του. Και ακόμα πραγματώνει την ωριμότερη – περιεκτική εκδοχή της ανθρωπότητος, που όχι μόνο ανταποκρίνεται στη θεία πρόσκληση για τη σωτηρία αλλά αξιώνεται να προσφερθεί ως η απαραίτητη βιολογική, συναισθηματική αλλά πνευματική προϋπόθεση για τη σύλληψη, τη γέννηση και την ανατροφή του ιδίου του Υιού του Θεού.
Αυτή η συνειδητή συνεργασία με τον Θεό, ως θετική ανταπόκριση στην πιστότητά Του, υποστασιάζει τη θεομητορική αγιότητα, η οποία, παρενθετικά αναγνωρίστηκε σχεδόν καθολικά και αυθόρμητα εκ μέρους της πιστεύουσας κοινότητας, προτού αποκρυσταλλωθεί ο «μηχανισμός» των αγιοκατατάξεων της θεσμικής και θεσμοποιημένης Εκκλησίας. Σε αντίθεση με τις διάφορες ηθικολογικές ή άλλες παραμορφώσεις και καταχρήσεις της χοϊκότητος, η αγιότητα είναι μια ποιότητα που συνδέεται πάντα με τη μοναδική και απόλυτη οντολογική πηγή του αγιασμού, που είναι ο Θεός. Η Μαρία ως Θεοτόκος είναι και αποκαλείται Παναγία, γιατί ακούμπησε, διέθεσε και αφιέρωσε ολόκληρη την ψυχοσωματική της ύπαρξη στο θείο θέλημα, χτίζοντας με τα ταπεινά υλικά της φύσης της και την πλούσια χάρη που τη σκέπασε, έναν ζωντανό σωτηριολογικό «τόπο». Γι’ αυτό και η αγιότητά της ενσαρκώνει το έμψυχο μεθόριο που ενώνει την προϊστορία με την ιστορία της σωτηρίας. Η θεληματική μεταμόρφωση της Μαρίας σε Θεοτόκο συνδυάζει την προσδοκία με την εκπλήρωση, την πρόσκληση με την ανταπόκριση, την προσφορά με την αποδοχή, την απόλυτη υπακοή με την τέλεια ελευθερία, την πιστότητα του Νόμου με την πονεμένη Αγάπη (Λουκ. 2, 35). Γι’ αυτό, στο τρυφερό, γαλήνιο και καρτερικό της πρόσωπο ψηλαφίζει κανείς τα ακριβέστερα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας, που αντλεί τη βιολογική, ιστορική και πνευματική της ύπαρξη, από την παρθένο και θυγατέρα της Σιών, για να μεταμορφωθεί μυστηριακά σε Μητέρα του σύμπαντος κόσμου.

Πηγή: Εκ του περιοδικού "ΒΗΜΟΘΥΡΟ".

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΖΩΑ

Πολυάριθμες είναι οι περιπτώσεις των ζώων, ειδικά του λιονταριού, που γίνονται φίλοι και συμβοηθοί των Αγίων στην έρημο.
«Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος χαρίζει σύνεση στην ύαινα, της δείχνει το σωστό και ορθό δρόμο και εκείνη τον αποδέχεται. ‘‘Συνθηκολογεί’’ με τον Άγιο ν’ ακολουθήσει όσα εκείνος της προτρέπει…
»Παρόμοια περίπτωση επίσης έχουμε και με ένα βουβάλι, το οποίο ακολουθεί τον Άγιο υπακούοντας στο κέλευσμά του…
»Χαρακτηριστικές είναι στο βίο του Αγίου Θεοδώρου του Συκεώτου, όπου ο Άγιος συχνά ημερεύει τα ζώα και συνεργάζεται μ’ αυτά στην επίτευξη κάποιου έργου…
Ο Όσιος Κόπριος ημερεύει διά της προσευχής μία άγρια αρκούδα και αργότερα τη χρησιμοποιεί στη διακονία του και συνεργάζεται μαζί της.
»Τα λιοντάρια συμβιώνουν στην έρημο, στα όρη, στις σπηλιές με τους Αγίους ασκητές. Το λιοντάρι βγαίνοντας από την έρημο γίνεται συμβοηθός, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του Οσίου Ζωσιμά στην ταφή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Οι Άγιοι, πολλές φορές, όχι μόνο συμφιλιώνονται καί συνεργάζονται με τα ζώα οι ίδιοι, αλλά καί τις μεταξύ των ζώων διαμάχες συμφιλιώνουν καί ειρηνεύουν διώχνοντας κάθε πονηρό πνεύμα καί πάθος. Ακόμα καί με την επίκληση καί μόνο του ονόματος του Αγίου από κάποιον πιστό Χριστιανό πετυχαίνεται το ίδιο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του λιονταριού με κάποιο γαϊδούρι στο βίο του αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου.
Πολλά επίσης ζώα συμπροσεύχονται με τον Άγιο, όπως το ποίμνιο του Αγίου Ιωάννη του Κουκουζέλη, το οποίο σταματά να βόσκει συνεπαρμένο από τη Θεία Χάρη την στιγμή που ο Άγιος υμνεί καί δοξολογεί το Δημιουργό Θεό. Άλλα πάλι ζώα έρχονται ν’ ανακουφίσουν καί να παρηγορήσουν τον Άγιο από την άσκηση καί τις θλίψεις του. Το πουλί διώχνει με το κελάηδημά του τη θλίψη καί τον πόνο του Οσίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου. Μερικά απ’ αυτά φέρνουν τροφή στην έρημο, όπως ο κόρακας για εβδομήντα χρόνια έφερνε κάθε μέρα ψωμί στον Όσιο Παύλο το Θηβαίο, ενώ προσέφερε διπλό μερίδιο όταν επισκέφθηκε τον Όσιο ο Άγιος Αντώνιος.
Παρόμοιο περιστατικό με τα προαναφερόμενα έχουμε καί στο βίο του Αγίου Ιερωνύμου, πού νηστεύει, χωρίς να φάει τίποτα, ολόκληρες βδομάδες, προσπαθώντας να δαμάσει έτσι την επαναστατημένη σάρκα του καί να έρθει η ειρήνη στην ψυχή του. Καθημερινώς κλαίει, προσεύχεται στον Κύριο καί πολεμάει εναντίον των παθών για να γλιτώσει, όπως λέει ο ίδιος, από το πυρ της κολάσεως. Αλλά δεν είναι μόνος του στην έρημο, περιστοιχίζεται από άγρια θηρία καί φρικαλέα ερπετά, που συμπάσχουν στη λύπη του καί στο καθημερινό του μαρτύριο…
»Εκτός απ’ αυτά, σπουδαίες περιπτώσεις ζώων, ειδικά του λιονταριού, όπως προείπαμε, είναι το ζώο να μετέχει στο μαρτύριο του Αγίου. Ενώ πιέζεται το λιοντάρι να κατασπαράξει τον Άγιο, βλέποντας όμως το φυσικό πρόσωπο του Αγίου να ακτινοβολεί τη Θεία Χάρη γίνεται ημερότερο του προβάτου. Εντυπωσιακή η περίπτωση του Αγίου Ανίκητου…
»Συχνά ο Άγιος με την άσκησή του, με την προσευχή καί την νηστεία του δαμάζει την αγριότητα των ζώων, τα διδάσκει καί τα παιδαγωγεί. Ο Δανιήλ φράζει τα στόματα των λεόντων με την εγκράτεια, την προσευχή καί τη νηστεία του.
»Με τη Θεία Χάρη καί τα Θεία χαρίσματα ο ασκητής Άγιος, επειδή μέσα του κατοικεί καί αναπαύεται ο Θεός, όχι μόνο τα αισθητά, αλλά καί τα νοητά θηρία υποτάσσει. Στο Βίο του Αγίου Λαζάρου του Γαλησιώτου, έχουμε παρόμοιο περιστατικό με ένα ζευγάρι αρκούδες, οι οποίες ενώ έρχονται να κατασπαράξουν τον Άγιο, προσευχόμενος προς τον Θεό για να σωθεί τις ημερεύει!
Η οικειότητα των Αγίων με τα ζώα είναι τόσο συνηθισμένο φαινόμενο στην καθημερινή τους ζωή πού τίποτα δεν φοβούνται, χρησιμοποιούν αυτά χωρίς ενδοιασμούς σε κάθε τους ανάγκη. Ο Άγιος Παχώμιος χρησιμοποιεί τους κροκοδείλους ως μέσο μεταφορικό για να τον μεταφέρουν στην απέναντι όχθη…
»Ο διάβολος πολλές φορές χρησιμοποιεί τη μορφή ζώων, για να οδηγήσει σε πλάνη τον Άγιο καί να τον περιπαίξει, γιατί μετά την πτώση διασπάστηκε η αρμονία ζώου καί ανθρώπου, φύσεως γενικότερα καί ανθρώπου, Έτσι τα ζώα, η φύση, αντιδρούν στις θελήσεις καί στις επιθυμίες του ανθρώπου. Μετασχηματιζόμενοι οι δαίμονες σε θηρία καί ερπετά, λιοντάρια, αρκούδες, λεοπαρδάλεις, φίδια, σκορπιούς καί λύκους προσπαθούν να παρασύρουν τον άνθρωπο εκεί που θέλουν αυτοί… Ενδεικτικά στο βίο του Αγίου Κωνσταντίνου του εξ Ιουδαίων, (ο διάβολος) παίρνει τη μορφή του λύκου πού φέρει το πάθος του θυμού καί της αγριότητας, για να μπορεί έτσι να εκφοβίσει τον Άγιο και να τον κατασπαράξει. Αλλά οι Άγιοι με την προσευχή καί την άσκηση, καί με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος λαμβάνουν το χάρισμα της διακρίσεως καί έτσι έχουν τη δυνατότητα να ξεχωρίζουν τα μηχανεύματα καί το σκοπό του καθενός. Ο Άγιος Αντώνιος πάντα με ψυχική εγρήγορση αντιμετώπιζε αυτούς… δεν φοβόταν τίποτα και ούτε δειλίαζε, αλλά αντιθέτως τους δαίμονες έδιωχνε και τα άγρια θηρία ημέρευε και ειρήνευε».
«Βλέπουμε πώς το Άγιο Πνεύμα χαριτώνει τους Αγίους με τη Θεία χάρη, ώστε οι Άγιοι να οικειοποιούνται τη φύση. Τους διδάσκει την αγάπη για κάθε κτίσμα καί η ψυχή συμπάσχει για κάθε ύπαρξη, αγαπά καί συμπονεί ακόμα καί τους εχθρούς καί τα δαιμόνια, γιατί εξέπεσαν από το αγαθό καί την αρετή. Ενώ ο διάβολος προσπαθεί να βρει τεχνάσματα να ξεγελάσει τον άνθρωπο, τον ασκητή, ο Άγιος εντείνει πνευματικά τις προσπάθειες του καί διαρκώς γρηγορεί».
Πηγή: «Οι Άγιοι και το φυσικό περιβάλλον» του Σωτηρίου Ι. Μπαλατσούκα

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ - ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Κάθε φορά που ο άγιος Επιφάνιος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου (4ος αι),πρόσφερε την αναίμακτη θυσία και έλεγε το «ποίησον τον μεν άρτον τούτον… », αν δεν έβλεπε κάποια οπτασία, δεν ολοκλήρωνε τη θεία λειτουργία.
Τί είδους οπτασία ήταν άραγε αυτή;
Πιθανόν να ήταν η κίνηση του ξύλινου περιστεριού, που κρεμόταν πάνω από την αγία τράπεζα στους ναούς της εποχής εκείνης.
Ίσως πάλι να ήταν κάποια άρρητη ενέργεια με την  εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος την ώρα του καθαγιασμού, πράγμα που συνέβαινε και σε άλλους άξιους λειτουργούς.
Σε μία λειτουργία του ο άγιος Επιφάνιος επανέλαβε τρεις φορές την ευχή του καθαγιασμού, αλλά δεν είδε την οπτασία.
Κι ενώ παρακαλούσε με δάκρυα το Θεό να του φανερώσει την αιτία, έριξε μία μάτια στο διάκονο, που στεκόταν αριστερά του κρατώντας το ριπίδιο, και παρατήρησε πως είχε στο μέτωπο λέπρα.
Κατάλαβε αμέσως πως εκείνος ήταν η αιτία.
Πήρε λοιπόν από τα χέρια του το ριπίδιο και του είπε με πραότητα:
Πήγαινε, παιδί μου, στο σπίτι σου και μη μεταλάβεις σήμερα.
Ύστερα επανέλαβε την ευχή, κι αμέσως είδε την οπτασία
Μετά την απόλυση κάλεσε το διάκονο, για να τον εξετάσει και να πληροφορηθεί την πνευματική του κατάσταση. Εκείνος τότε ομολόγησε, πως την προηγούμενη νύχτα είχε συνευρεθεί με τη γυναίκα του.
Με την αφορμή αυτή ο άγιος κάλεσε όλους τους κληρικούς και τους νουθέτησε:
Όσοι, παιδιά μου, αξιωθήκατε να λάβετε το χάρισμα της ιεροσύνης, πρέπει να φυλάτε τον εαυτό σας καθαρό από κάθε μολυσμό «σαρκός και πνεύματος», για να τελείτε άξια τα θεία Μυστήρια.

Πηγή: Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Νέον Εκλόγιον».

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΟΣΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΗΣ ΒΙΡΙΤΣΑ

*           «Ο Κύριος έχει δύναμη να αναδείξει τους εργάτες αν εμείς θα Τον παρακαλάμε. Ας προσευχόμαστε και ας Τον ικετεύουμε και τότε από τις πέτρες θα αναδείξει ο Κύριος τους εκλεκτούς του».

*           «Τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας πρέπει ν’ ανάψουμε κερί γι’ αυτούς πού προσβάλαμε, πού απατήσαμε, πού κλέψαμε κάτι, πού χρωστούσαμε και δεν ξεχρεώσαμε».
*           Όταν κάποιοι παραπονιούνταν στον Γέροντα ότι τους συκοφαντούν, εκείνος έλεγε: «Ας λένε οι άλλοι για μας άσχημα λόγια. Εμείς να προσπαθούμε να τα κάνουμε όλα καλά».
*           Ο Γέροντας έλεγε, ότι θα έλθει καιρός πού κοντά σε κάθε πιστό θα είναι σαράντα άπιστοι και θα τον ικετεύουν να τους σώσει.
*           «Ο Κύριος μπορεί και χίλια χρόνια να περιμένει για να σωθεί έστω και ένας άνθρωπος για να αναπληρωθεί ο αριθμός των αγγέλων πού έπεσαν».
*           Ο Γέροντας πολλές φορές έλεγε ότι πρέπει οπωσδήποτε ο χριστιανός να προσεύχεται για τους εχθρούς του. Και πιο συγκεκριμένα έλεγε το εξής: «Οπωσδήποτε να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας. Αν δεν προσευχόμαστε είναι σαν να ρίχνουμε πετρέλαιο στη φωτιά και η φλόγα γίνεται όλο και πιο μεγάλη… Πάντα να ευχαριστείς για όλα, ακόμα και για τις θλίψεις τον Κύριο και την Παναγία»…
*           «…Θα έλθει καιρός που όχι οι διωγμοί αλλά τα χρήματα και τα αγαθά αυτού του κόσμου θα απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον Θεό. Και θα χαθούν ψυχές πολύ περισσότερες από ότι τον καιρό των διωγμών. Από την μία θα χρυσώνουν τους τρούλους και θα βάζουν επάνω τους τους σταυρούς και από την άλλη παντού θα βασιλεύει κακία και ψεύδος. Η αληθινή Εκκλησία πάντα θα διώκεται. Αυτοί που θέλουν να σωθούν θα σώζονται με τις ασθένειες και τις θλίψεις. Ο τρόπος που θα γίνονται οι διωγμοί θα είναι πολύ πονηρός και θα είναι πολύ δύσκολο κανείς να προβλέψει τους διωγμούς. Φοβερός θα είναι αυτός ο καιρός, λυπάμαι αυτούς που θα ζούνε τότε».
*           Ο Γέροντας αγαπούσε πάρα πολύ την νεολαία, Τότε οι νέοι δεν πήγαιναν σχεδόν καθόλου στην εκκλησία και ο Γέροντας χαιρόταν πάρα πολύ, όταν αυτόν επισκέπτονταν. Ο πατήρ Σεραφείμ έλεγε ότι είναι πάρα πολύ μεγάλος ο ρόλος της νεολαίας στην μελλοντική αναβίωση της εκκλησιαστικής ζωής. Έλεγε επίσης ότι θα έλθει η εποχή που η διαφθορά και η ακολασία μεταξύ των νέων θα φτάσει σε έσχατο σημείο. Παρθένοι νέοι σχεδόν δεν θα υπάρχουν. Θα βλέπουν την ατιμωρησία τους και θα νομίζουνν ότι όλα τους είναι επιτρεπτά για να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους… Θα τους καλέσει, όμως, ο Θεός και θα καταλάβουν ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουν μία τέτοια ζωή και με διάφορους τρόπους θα οδηγηθούν στον Θεό. Σε πολλούς θα υπάρχει τάση προς την ασκητική ζωή. Αυτοί πού παλιά ήταν αμαρτωλοί και οινοπότες θα γεμίσουν τις εκκλησίες και θα αισθανθούν μεγάλη δίψα για την πνευματική ζωή. Πολλοί θα γίνουν μοναχοί. Θ’ ανοίξουν τα μοναστήρια και οι εκκλησίες θα είναι γεμάτες πιστούς. Θα πάνε οι νέοι προσκύνημα στους αγίους τόπους. Ωραία θα είναι εκείνη η εποχή. Το ό,τι σήμερα αμαρτάνουν πολύ, θα τους οδηγήσει σε πιο βαθιά μετάνοια. Όπως το κερί πού πριν σβήσει λάμπει δυνατά και πετάει σπινθήρες και με το φως του φωτίζει το γύρω σκοτάδι, έτσι θα είναι και η ζωή της Εκκλησίας στην έσχατη εποχή. Και ο καιρός αυτός είναι κοντά…
* Μετά το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου ο Γέροντας σ’ ένα άπό τα πνευματικά του παιδιά έλεγε· «Θα έλθει καιρός όταν από το ναό της Παναγίας του Καζάν στην Πετρούπολη και μέχρι την Λαύρα του αγίου Αλεξάνδρου θα γίνει λιτανεία. Εσύ θα την δεις». Εκείνη την εποχή ήταν δύσκολο να το πιστέψει κανείς και σήμερα αυτό έγινε πραγματικότητα. Οι ορθόδοξοι της Ρωσίας θυμούνται την περιφορά των τιμίων λειψάνων του αγίου Σεραφείμ του Σαρόβ στους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης από το ναό της Παναγίας του Καζάν στην Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέβσκ.

Πηγή: Βίος – θαύματα – προφητείες του Αγίου Σεραφείμ της Βίριτσα – Νέου Αγίου της Ορθοδ. Ρωσικής Εκκλησίας 1866-1949), Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», έκδοση Α’ 2003

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΟΤΑΝ ΚΑΛΟΠΕΡΝΑΣ ΣΤΗ ΓΗ, ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΑΤΟ ΣΟΥ.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ


Παρά τα φαινόμενα και την αναξιότητα των μοναχών και κληρικών, η Εκκλησία είναι ακένωτη πηγή θαυμάτων. Παίρνει νερό και το κάνει Αγιασμό· παίρνει ψωμί και κρασί και το κάνει Θεία Ευχαριστία· παίρνει τον άνθρωπο χώμα και τον κάνει Θεό! Αλλά τα θαύματα πολλοί δεν τα βλέπουν. Γιατί, αν τα έβλεπαν, δεν θα περιφρονούσαν ή μισούσαν την Εκκλησία του Χριστού, αλλά θα την αγαπούσαν, θα την τιμούσαν και δεν θα μιλούσαν γι’ αυτή με περιφρόνηση, όπως μιλούν.

Κάποτε ήλθε εδώ ένας πολύ γνωστός γιατρός για να μιλήσουμε. Ήταν και η γυναίκα του γιατρός, θρησκευόμενοι άνθρωποι και οι δύο. Παραπονιόταν ότι τα παιδιά του ζούσαν κοσμική ζωή και όχι μόνο δεν τηρούσαν τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της οικογένειας τους, αλλά και τις ειρωνεύονταν.
Χαρακτήριζαν τους χριστιανούς καθυστερημένους, βολεμένους, ανειλικρινείς, υποκριτές και θεομπαίχτες, επειδή η ζωή τους -έλεγαν- δεν συμβαδίζει με τα λόγια τους και τα έργα τους δεν είναι χριστιανικά.
Ακόμη και στο ευχέλαιο, που οι γονείς κάνουν μία φορά το χρόνο στο σπίτι τους και τα παιδιά, όσο ήταν μικρά συμμετείχαν, τώρα αντιδρούν και δεν παρευρίσκονται.
Ο γιατρός έδειχνε πολύ κουρασμένος και απελπισμένος για την πνευματική αδράνεια των παιδιών του. Και νόμιζε ότι όλες οι προσπάθειες, οι δικές του και της γυναίκας του πήγαν χαμένες, δεν έπιασαν τόπο, δεν άγγιξαν τα παιδιά.
Σε κάποια στιγμή ο γιατρός, βάζοντας το κεφάλι μέσα στις δυό του παλάμες, σαν να ήθελε να καλύψει το πρόσωπό του από ντροπή, μου είπε: Φοβάμαι πως το πολύ χρήμα μας έχει κάνει ζημιά.
Τον ρώτησα να μου πει, τί εννοούσε και εκείνος με απόλυτη ειλικρίνεια παραδέχτηκε ότι είχαν ξεφύγει από το μέτρο κι είχαν αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία απολύτως μη αναγκαία. Έχουμε τρία μεγάλα σπίτια, μου είπε. Ένα για μας και από ένα για το κάθε παιδί. Επίσης, δυό εξοχικά, τέσσερα ακριβά αυτοκίνητα, ένα σκάφος, καταθέσεις, πολλά υλικά.
Και συνέχισε: τα παιδιά κακόμαθαν και τώρα μας κατηγορούν ότι προκαλούμε. Επίσης, μας λένε ότι έχουμε παντρέψει πολύ όμορφα τον πλούτο και τον Χριστιανισμό. Και με παρακάλεσε να του πω τί πρέπει να κάνει για να βρουν πάλι την ειρήνη και την ενότητα στην οικογένεια τους.
Του είπα να τα δώσουν όλα στους φτωχούς και να κρατήσουν μόνο ένα σπίτι, ένα εξοχικό και τους μισθούς τους. Τρόμαξε, άλλαξε χρώμα, φοβήθηκε, απογοητεύθηκε από την απάντηση που του έδωσα.
Έφυγε και δεν ξαναήλθε. Είχε δεθεί με τα εδώ, όχι τα Άνω. Γι’ αυτό και τα παιδιά του αναζήτησαν άλλο τρόπο ζωής, διαφορετικό από αυτόν που οι γονείς τους είχαν προτείνει.
Όταν ακούω ότι υπάρχει μεγάλη φτώχεια, ανέχεια, πονάω πολύ και δεν μπορώ να προσευχηθώ.
Δεν λέω, όταν έχεις δυό χιτώνες να δώσεις τον ένα. Αυτό είναι ασυνήθιστο και δύσκολο για τους πολλούς. Αλλά, αν θέλεις να λέγεσαι χριστιανός και κατέχεις όλα τα αγαθά του Θεού, γιατί ιδρώνεις και αγωνιάς για το παραπάνω και δεν κάνεις ελεημοσύνες και καλά έργα; Να ξέρεις, ότι θεμελιώνει στην άμμο, όποιος έχει πολλά χρήματα και τα διαχειρίζεται εγωιστικά, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και τη δυστυχία των συνανθρώπων του. Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες; Όλα εδώ μένουν. Μόνο οι αγαθοεργίες πηγαίνουν στον ουρανό. Ξέρεις γιατί γίνονται οι πόλεμοι; Για το χρήμα.. Γιατί οι πλούσιοι δεν μπορούν να βάλουν χαλινάρι στη λαιμαργία τους και οι φτωχοί δεν εύχονται να αποκτήσουν τα αναγκαία, αλλά ζηλεύουν τα πλούτη και τη δόξα των πλουσίων.
Οι τσέπες σας πρέπει να είναι ανοιχτές, ώστε να φεύγουν τα χρήματα για φιλανθρωπίες. Είναι σκάνδαλο να υπάρχουν τσέπες γεμάτες λεφτά και να είναι ραμμένες.

Πηγή: Τάσου Μιχαλά, Τέσσερις ώρες με τον π. Παΐσιο.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

ΠΟΥ ΠΑΜΕ;

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ
  
Σε τέτοιες κρίσιμες ώρες που περνά ο τόπος μας ο δημόσιος λόγος γίνεται δύσκολο άθλημα. Από τη μια είναι δημοφιλής η ανέξοδη επιλογή να γίνει καταγγελτικός, αλλά κινδυνεύει να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, αν προσπαθήσει να γίνει παρηγορητικός και ενισχυτικός. Και όμως, πρέπει να αρθρωθεί λόγος.

Από ολοένα και περισσότερους διατυπώνεται η άποψη πως η έξοδος από την οικονομική κρίση στην οποία έχουμε βρεθεί θα διευκολυνθή αν συνοδεύεται από ριζική αλλαγή νοοτροπίας. Αλλαγή δηλαδή των στάσεών μας απέναντι στη ζωή και στη κοινωνία. Οι ημέρες μας ευνοούν τους στοχασμούς μας σχετικά με αυτή την αλλαγή σελίδας.

Τα σφάλματα που διαπράξαμε ως λαός και τα οποία μας έφεραν σε αυτό το κατάντημα είναι ήδη γνωστά και χιλιοειπωμένα. Θα ήθελα όμως να επισημάνω πως οι προδιαγραφές για μιαν υγιέστερη κοινωνική ζωή είχαν διατυπωθεί αιώνες πριν, μέσα από την θεολογική μας παράδοση.

Για παράδειγμα ως προς την ανάγκη ενότητος, τόσο σπάνιας για το έθνος μας, ο Απόστολος Παύλος είχε συμβουλεύσει: "Προσέξτε γιατί αν δαγκώνει ο ένας τον άλλο θα αλληλοεξοντωθήτε μεταξύ σας". Ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει ότι "κάθε τι στη φύση και όλα τα ανθρώπινα πράγματα έχουν όρια και τέλος εκτός από τον τόκο (!)", υποδεικνύοντας έτσι την οιονεί μεταφυσική προέκταση που λαμβάνει το χρήμα στις συνειδήσεις, όταν κυριαρχεί η απληστία, μια διάσταση που φέρει πελώρια ευθύνη για τις σημερινές τρομακτικές ανισότητες.

Εξ άλλου ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά κάτι που φαίνεται να λησμονήσαμε: "Κανείς από όσους ασκούν χειρωνακτικό επάγγελμα να μην ντρέπεται, αλλά να ντρέπονται, όσοι τρέφονται άδικα και μένουν αργοί" προσθέτοντας ότι "τα γνωρίσματα του αληθινά φιλοσοφημένου και καλλιεργημένου ανθρώπου είναι η περιφρόνηση του πλούτου και της δόξας, καθώς και το να είναι ανώτερος από φθόνο και κάθε πάθος".

Ακόμη, ο ησυχαστής άγιος Γρηγόριος Παλαμάς με τόλμη καταγγέλει ως πλεονέκτη "όχι μόνο εκείνον που σφετερίζεται τα ξένα αλλά και αυτόν που που οικειοποιείται τα κοινά, δηλαδή όχι μόνον εκείνον που αδικεί κάποιον άλλο αλλά και αυτόν που δεν μεταδίδει στους έχοντες ανάγκη από αυτά που νόμιμα απέκτησε".

Παραθέτω ελάχιστα παραδείγματα, απλώς ενδεικτικά, από τις άφθονες εκείνες παρακαταθήκες αληθινής πνευματικότητος που μας κληροδότησαν οι άγιοι πρόγονοί μας. Εμείς απλώς διαπιστώνουμε πόσο μικροί σταθήκαμε απέναντι σε αυτές τις παραινέσεις και ότι τώρα απλώς θερίζουμε τις συνέπειες της αφροσύνης μας.

Οπωσδήποτε θα μπορούσε να ακουστεί εδώ ο αντίλογος:

Οι παραπάνω θέσεις αντανακλούν μια γενικότερη ηθική υπευθυνότητα την οποία ενδεχομένως συμμερίζονται και άνθρωποι μη πιστοί. Είναι αλήθεια αυτό και πράγματι τιμούμε τους αδελφούς μας που αγωνίζονται να παραμένουν ακέραιοι και συνεπείς, με ηθικές αρχές χωρίς να έχουν την αναφορά τους στην θρησκευτική πίστη. Στηρίζουν την κοινωνία και αποτελούν παραδείγματα για όλους μας. Όμως δεν είναι δυνατό να παρασιωπήσουμε το ξεχωριστό κίνητρο της ηθικότητας των πιστών χριστιανών: την επίγνωση ότι κάθε συνάνθρωπος αποτελεί εικόνα Θεού και γι' αυτό κάθε μορφή αδικίας προσβάλλει τον Ίδιο τον Δημιουργό. Η ένταξη στον εκκλησιαστικό τρόπο ζωής προσφέρει το πλεονέκτημα της ηθικής στάσης όχι απλώς ως υπακοής σε αφηρημένες αρχές αλλά ως αγάπης προς τα ζωντανά πρόσωπα του Θεού και των εικόνων Του.

Μια τέτοια στάση ζωής έχει εμπνεύσει πολλές και ποικίλες μορφές κοινωνικής συμπαράστασης. Στον εκκλησιαστικό χώρο, εκτός από την αθόρυβη συμπαράσταση στα ποικίλα προβλήματα των ανθρώπων την οποίαν έχουν επωμισθεί οι κληρικοί μας, έχουμε συχνά την ευλογία να συναντούμε αξιοζήλευτες δράσεις κοινωνικής υπευθυνότητος των λαϊκών αδελφών μας, πάντα εθελοντικές, αφανή στήριξη στην οικογένεια, εργασία σε συσσίτια, φροντίδα απόρων, συμπαράσταση σε εφήβους και νέους, μέριμνα για μετανάστες, ιεραποστολή σε μακρυνές και δύσκολες χώρες, προσφορά σε νεανικές ομάδες και κατασκηνώσεις και άλλα πολλά. Αν σε αυτές προστεθούν και οι ανθρωπιστικές δράσεις από μη εκκλησιαστικούς χώρους καθώς και οι διάφορες μορφές αυτοοργάνωσης με στόχο την κοινωνική αλληλεγγύη οι οποίες εμφανίζονται τελευταία, τότε μάλλον δικαιούμαστε να ελπίζουμε. Ο λαός μας διαθέτει ακόμη μεγάλα αποθέματα ανθρωπιάς και δυναμισμού.

Αλλά δεν αρκούν. Χρειάζεται να κινητοποιηθεί μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας μας. Το κυριώτερο: απαιτείται μια εμβάθυνση στην πνευματική μας κληρονομιά, ώστε να προκύψει μια νέα ιεράρχηση των αξιών μας.

Καθώς ατενίζουμε με δέος και σφίξιμο καρδιάς τα οικονομικά μέτρα για την έξοδο από την κρίση, ταυτόχρονα αγνοούμε και αναρωτιόμαστε ποιό τοπίο θα αντικρύσουμε βγαίνοντας από αυτήν; Ποιές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις θα έχουν τα εν λόγω μέτρα στην οικογένεια, στις εργασιακές σχέσεις, στα όνειρα της νεολαίας; Σε ποιά κατάσταση θα βρεθούν, με τα νέα δεδομένα, η ελληνική κοινωνία και (γιατί όχι;) η ελληνική πολιτεία μέσα στη διεθνή πραγματικότητα; Ποιό κοινωνικό ήθος θα γεννηθή αύριο;

Θα αποτελεί μοιραίο λάθος να παρακολουθούμε παθητικά αυτή τη διεργασία σχηματισμού του νέου τοπίου. Εφ' όσον λιγότερο η περισσότερο, υπήρξαμε όλοι μέρος της κρίσεως, μπορούμε να γίνουμε μέρος της αλλαγής. Έχουμε και τη δυνατότητα και το καθήκον να συμβάλουμε στη διαμόρφωση της υγιέστερης κοινωνίας που όλοι επιθυμούμε και οραματιζόμαστε. Μόνο που για το έργο αυτό χρειαζόμαστε τον κατάλληλο πνευματικό εξοπλισμό.

Θα αρπάξουμε την ευκαιρία;


Πηγή: www.kathimerini.gr

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ - ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ



1. Εκτός από τη δημιουργία του αισθητού κόσμου και τη δημιουργία του ανθρώπου, δημιούργησε ο Θεός και άλλα λογικά όντα;
Μάλιστα. Ο Θεός δημιούργησε και έναν άλλο κόσμο, πνευματικό, που υπερβαίνει τον αισθητό, και άλλα όντα, νοερά, λογικά και αυτεξούσια.
2. Από που γνωρίζουμε για τον υπεραισθητό κόσμο;
Μαθαίνουμε για αυτόν και την ύπαρξη των αγγέλων από τις Άγιες Γραφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
3. Που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη η ύπαρξη των αγγέλων;
α) Στη Γένεση, και συγκεκριμένα στο εδάφιο 16:78 κτλ., αναφέρεται ότι φανερώθηκε άγγελος στην Άγαρ. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά σε αγγέλους, ακολουθούν, όμως, και διάφορες άλλες αναφορές σε αγγέλους στο βιβλίο της Γένεσης.
β) Στο Δευτερονόμιο, εκεί που μιλάει ο Μωϋσής για αγγέλους, διαβάζουμε, ότι «όταν ξεχώριζε ο Κύριος τα έθνη, διασπείροντας τα παιδιά του Αδάμ, καθόρισε όρια για τα έθνη που αντιστοιχούσαν σε αριθμό με τους αγγέλους του Θεού» (Δευτ. 32:8-9).
γ) Επίσης σε όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής υπάρχουν αναφορές σε αγγέλους. Στο βιβλίο του Ιώβ λέγονται τα εξής αξιοσημείωτα: «Ιδού ήλθαν οι άγγελοι του Θεού και παρουσιάστηκαν ενώπιον του Κυρίου, και ήλθε μαζί τους και ο Διάβολος» (Ιώβ 1:6), και πιο κάτω, «όταν έγιναν τα άστρα, τότε οι άγγελοί μου με δοξολόγησαν με μεγάλη φωνή» (38:7, παράβαλε και 40:14). Επίσης υπάρχουν αναφορές στο βιβλίο των Βασιλειών, των Αριθμών, κτλ.[14]
4. Που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη η δημιουργία του υπεραισθητού κόσμου;
Υπάρχουν πολλά σημεία στην Καινή Διαθήκη που αναφέρουν αγγέλους ή αγαθά πνεύματα, όπως επίσης και διαβόλους και πονηρά πνεύματα. Ιδιαίτερα για τη δημιουργία των αγγέλων μας αναφέρει ο απόστολος Παύλος τα εξής: ότι «Στον Υιό βασίστηκε η κτίση όλων των κτισμάτων που βρίσκονται στον ουρανό και στη γη, των ορατών και των αοράτων, δηλ. οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι αρχές, οι εξουσίες, όλα έγινα για Εκείνον και με αναφορά σε Εκείνον» (Κολ. 1:16).
5. Γιατί οι άγγελοι ονομάζονται πνεύματα;
Ονομάζονται πνεύματα επειδή η φύση τους είναι πνευματική και επειδή είναι άϋλοι και ασώματοι.
6. Που αναφέρεται στην Αγία Γραφή ότι οι άγγελοι είναι ασώματοι;
Στον Ευαγγελιστή Λουκά αναφέρονται τα εξής: «Ψηλαφίστε με και δείτε ότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά όπως με βλέπετε να έχω εγώ» (Λουκ. 24:39). Επίσης, ο απόστολος Παύλος, όταν παραινεί τους Εφεσίους να ενδυθούν ολόκληρη την πανοπλία του Θεού για να μπορέσουν να αντισταθούν στις μεθοδίες του διαβόλου, λέει τα εξής: «ότι η πάλη αυτή δεν είναι ενάντια σε αίμα και σάρκα, αλλά στις αρχές και εξουσίες, στους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου, δηλ. στα πνευματικά (όντα) της πονηρίας που βρίσκονται στα επουράνια» (Εφ. 6:12-13).
7. Τι λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας για την πνευματική φύση των αγγέλων;
Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε, ότι οι άγγελοι δεν μετέχουν στην παχυλή γήινη ύλη. Η γνώμη αυτή των Πατέρων διατυπώθηκε στην 7ηΟικουμενική Σύνοδο (787) που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας και έχει ως εξής: «Αυτές λοιπόν τις πολύτιμες και σεπτές εικόνες, όπως προελέχθη, τις τιμούμε, τις ασπαζόμαστε και τις προσκυνούμε τιμητικά, δηλ. τις εικόνες των … και των αγίων και ασωμάτων αγγέλων» (Βλ. Ιερούς Κανόνες). Ο Μέγας Βασίλειος αποδίδει στους αγγέλους ένα σώμα που είναι αέρινο και πύρινο. Στο 16ο κεφάλαιο του συγγράμματός του Περί του Αγίου Πνεύματος αναφέρει τα εξής: «Οι Άγγελοι έχουν ένα πάρα πολύ λεπτό σώμα, διότι δεν είναι εντελώς ασώματοι όπως είναι ο Θεός. Για αυτό το λόγο βρίσκονται σε κάποιο τόπο, και γίνονται ορατοί με το είδος του δικού τους σώματος όταν φανερώνονται στους αγίους». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεωρούν τους αγγέλους ασώματους σε σύγκριση με τον άνθρωπο. «Λέγονται ασώματοι και άυλοι σε σύγκριση με εμάς, γιατί κάθε τι το κτιστό που συγκρίνεται με τον Θεό, ο οποίος είναι ο μόνος ασύγκριτος, βρίσκεται να είναι κάπως παχύ και υλικό, αφού μόνο το Θείο είναι πραγματικά άυλο και ασώματο».[15] Ο άγιος Ιλάριος λέει, ότι «κάθε τι το κτιστό είναι κατ ανάγκη και σωματικό».[16] Ο Ωριγένης θεωρεί τους αγγέλους λεπτοσώματους[17] και το ίδιο ισχύει και με πολλούς άλλους Πατέρες.[18]
8. Υπόκειντο οι άγγελοι στην αμαρτία;
Μάλιστα, υπόκειντο, επειδή κάθε λογικό και ηθικά ελεύθερο δημιούργημα, που έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει ελεύθερα, υπόκειται στην αμαρτία. Κατά συνέπεια αυτό ισχύει και για τους αγγέλους. Ο Δαμασκηνός αναφέρει τα εξής: «είναι λοιπόν η φύση των αγγέλων λογική, νοερά και αυτεξούσια, τρεπτή κατά τη γνώμη, δηλαδή εθελότρεπτη, αφού κάθε τι το κτιστό είναι και τρεπτό».[19]
9. Τι λέει η Αγία Γραφή γι αυτό;
Η Αγία Γραφή λέει, ότι μερικά από τα αγγελικά τάγματα έπεσαν σε αμαρτία. Ο απόστολος Ιούδας λέει «ότι τους αγγέλους που δεν τήρησαν την αρχή τους, αλλά εγκατέλειψαν το κατοικητήριό τους, τους επιφυλάσσει αιώνια δεσμά σε ζοφερό σκοτάδι την ημέρα της μεγάλης κρίσης» (Ιούδας 6). Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός λέει, ότι «έβλεπε το Σατανά[20] να πέφτει από τον ουρανό σαν αστραπή» (Λουκάς 4:18).
10. Πως ονομάζονται οι άγγελοι που τήρησαν την αρχή τους;
Οι άγγελοι αυτοί ονομάζονται αγαθά πνεύματα, αντίθετα μ’ εκείνους που δεν τήρησαν την αρχή τους και ονομάζονται πονηρά πνεύματα και διάβολοι.
11. Υπόκεινται τώρα πλέον οι αγαθοί άγγελοι στην αμαρτία;
Όχι δεν υπόκεινται, διότι η εμμονή τους στην αγάπη και κοινωνία προς το Θεό, και η ελεύθερη ροπή τους προς το αγαθό, αλλά και η (αγαθή) εκλογή τους απέβη για αυτούς κατά κάποιο τρόπο φυσική και ηθική αναγκαιότητα. Έτσι η εκλογή τους είναι πάντα το αγαθό, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος τους αγιάζει και τους διατηρεί πάντοτε αγαθούς. Συνεπώς οι άγγελοι αυτοί έχουν αποβεί άτρεπτοι. Ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης λέει: ότι «Οι άγγελοι είναι δυσκίνητοι προς το κακό, όχι όμως ακίνητοι. Μετά την Ανάσταση του Χριστού έγιναν ολοκληρωτικά ακίνητοι, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη. Για αυτούς σωτηρία είναι η ατρεψία, που τους κάνει να μη φοβούνται την μεταβολή προς το χειρότερο και την απώλεια που επακολουθεί με αυτήν. Έτσι λοιπόν έλαβαν οι άγγελοι την ατρεψία, δηλ. από αυτό που πήραν από το Δεσπότη έμπρακτα, δηλ. τη γνώση της οδού προς την σωτηρία, την εξύψωση και την ομοίωση με Αυτόν, δηλ. την ταπείνωση που είναι αντίθετη από την έπαρση».
12. Υπάρχει τώρα πλέον στα πονηρά πνεύματα η δυνατότητα επιστροφής τους στο Θεό;
Όχι δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή, και πρώτα-πρώτα γιατί η βούλησή τους ταυτίστηκε με το κακό, για αυτό και πάντοτε σκέπτονται και εκλέγουν το κακό. Έπειτα, γιατί έγινα και παραμένουν εχθροί του Θεού. Και τρίτον, γιατί αποχωρίστηκαν από το Θεό, και ο χωρισμός τους αυτός σημαίνει αιώνιος θάνατος. Αυτό που είναι θάνατος για τον αμαρτωλό είναι η πτώση από την αρχή τους για τους πονηρούς αγγέλους.
13. Πόσα είναι τα αγγελικά τάγματα, δηλ. τα τάγματα της ουράνιας ιεραρχίας;
Τα αγγελικά τάγματα είναι εννέα, και υποδιαιρούνται σε τρεις τριαδικές διακοσμήσεις. Η πρώτη τριάδα είναι: τα Σεραφείμ, τα Χερουβίμ και οι Θρόνοι. Η δεύτερη τριάδα είναι: οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις και οι Εξουσίες. Η Τρίτη τριάδα είναι: οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι και οι Άγγελοι.
14. Τι λένε οι Γραφές για τον αριθμό των αγγέλων;
Οι Γραφές λένε ότι ο αριθμός των αγγέλων είναι πολύ μεγάλος: «χιλιάδες χιλιάδων και μυριάδες μυριάδων» (Δανιήλ 7:10). Ότι υπάρχουν «περισσότερες από δέκα λεγεώνες αγγέλων» (Ματθ. 6:33). Ότι αποτελούν «πλήθος ουρανίου στρατιάς» (Λουκάς 2:13). Ότι υπάρχουν «μυριάδες αγγέλων» (Προς Εβραίους 12:22).
15. Τι λένε οι Γραφές για τη δύναμη των αγγέλων;
Οι Γραφές λένε ότι η δύναμη των αγγέλων είναι πολύ μεγάλη και ενεργεί και στον πνευματικό και στον υλικό κόσμο. Μέσα στη Γραφή αναφέρονται ως «άγγελοι ισχυροί» και ως «εξέχοντες σε δύναμη» (Β΄ Προς Θεσσαλονικείς 1:7, Ψαλμός 103:20, Βασιλειών 19:35).
16. Ποίες είναι οι ενασχολήσεις των αγγέλων;
Οι άγγελοι βλέπουν το πρόσωπο του Θεού και Τον λατρεύουν, αλλά και διακονούν τις βουλές της Θείας Πρόνοιας (Ματθ. 18:10, Αποκ. 5:11, Α Πετρ. 1:12, Γεν. 28:12, Πράξεις 12:7,23, Ψαλμός 91:10-12, Βασιλειών Β 19:35, Χρονικών Β 16, Ματθ. 13:30-39 και 25:17).
17. Είναι οι άγγελοι αθάνατοι κατά φύση;
Όχι, δεν είναι. Οι άγγελοι είναι αθάνατοι κατά χάρη, αφού είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο Δαμασκηνός λεει ρητά: «άγγελος είναι ουσία νοερά … αθάνατη, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη, γιατί κάθε τι που έχει αρχή έχει κατά φύση και τέλος. Μόνον ο Θεός που υπάρχει πάντοτε καί που υπερβαίνει και το ‘πάντοτε’ κτλ., είναι κυριολεκτικά αθάνατος».[21]
18. Ποιές είναι οι διάφορες σημασίες που έχει η λέξη άγγελος στην Αγία Γραφή;
Σημαίνει απλούς απεσταλμένους (Ιώβ 1:14, Λουκάς 7:24, 9:52),Προφήτες (Ησ. 42:19, Μαλαχ. 3:1), Ιερείς (Μαλαχ. 2:7), ιεροκήρυκες της Νέας Διαθήκης (Αποκάλ. 1:20), απρόσωπους πράκτορες, όπως π.χ. ένας στύλος νεφέλης (Εξ. 14:9), μιά πανώλη (Β Σαμ. 24:16,17), ανέμους (Ψαλμ. 104:4),Λοιμούς – ένα όνομα που προσδίδεται στους κακοποιούς αγγέλους (Ψαλμ. 78:49), σκόλοπα εις την σάρκα του Παύλου, δηλ. σκόλοπα ‘άγγελο σατάν’(Βν Κορ. 12:7), το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος: “Άγγελον του προσώπου αυτού” και “Άγγελον της Διαθήκης” (Ησ. 63:9, Μαλαχ. 3:1). Η λέξη όμως άγγελος κυρίως εφαρμόζεται στα λογικά και ουράνια όντα (Ματθ. 25: 31).
19. Τι ήσαν τα Χερουβίμ;
Τα Χερουβίμ ήσαν ιδανικά πλάσματα που συνίσταντο από τέσσερα μέρη, δηλ. από άνθρωπο, βου, λέοντα και αετό. «Η υπερέχουσα όψη ήταν η όψη του ανθρώπου, αλλά ο αριθμός των προσώπων, ποδών και χειρών διέφερε ανάλογα με τις περιστάσεις. (Ιεζεκ. 1:6, πρβλ. και Ιεζεκ. 41:18, 19, και Έξοδ. 25:20).
20. Ποιά είναι η ετυμολογία της λέξης Σεραφείμ, και τι λένε οι Γραφές περί αυτών;
Η λέξη σημαίνει κάτι που καίει, λάμπει, θαμπώνει και αναφέρεται στην Γραφή μόνο μία φορά (Ης. 6:2,6).
21. Υπάρχει απόδειξη ότι οι άγγελοι ανήκουν σε διάφορες τάξεις;
Μάλιστα υπάρχει· 1ον) από τη διατύπωση της Γραφής: ο Γαβριήλ διακρίνεται από το ότι στέκεται ενώπιον του Θεού (Λουκ. 1:9) με την έννοια ότι κατέχει κάποια υψηλή θέση. Ο Μιχαήλ διακρίνεται ως ένας από τους άρχοντες (Δανιήλ 10:13). Επίσης τα επίθετα αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, κυριότητες, δυνάμεις (Ιούδ. 9, Εφ. 1:21) μαρτυρούν την ύπαρξη τάξεων.

Σημειώσεις
[14] Ο Μωυσής δεν αναφέρει στη Γένεση και μάλιστα στα κεφάλαια περί δημιουργίας του κόσμου τίποτε το σχετικό με τη δημιουργία των αγγέλων, επειδή ο σκοπός του είναι να παρουσιάσει τη δημιουργία του ορατού κόσμου (Βλ. Χρυσόστομο και Ψαλμ. 8:4, Ιώβιο Μοναχό στου Φωτίου την Βιβλιοθήκη, κώδ. 222, σ. 591). Ο Αθανάσιος (ερώτ. 4) λέει: για ότι το έκανε αυτό ο Μωυσής για να μη δώσει αφορμή ειδωλολατρείας στους Ιουδαίους (Βλ. Θεοδωρ., ερώτ. 2 Εις την Γένεσιν και Χρυσοστόμου Εις την Γένεσιν Ομιλ. 1). Όσο αφορα στο χρόνο κατά τον οποίον δημιουργήθηκαν οι άγγελοι οι γνώμες των θεολόγων διχάζονται. Ο Ωριγένης πίστευε ότι η δημιουργία των αγγέλων προηγήθηκε από τη δημιουργία των ανθρώπων και του αισθητού κόσμου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιωάννης, ο Δαμασκηνός και άλλοι Πατέρες διδάσκουν ότι οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τα ορατά κτίσματα. Ο Θεοδώρητος δέχεται ότι οι άγγελοι δημιουργήθηκαν την πρώτη ημέρα, όπως λέγεται στην αρχή της Γενέσεως, ότι δηλ. ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη την πρώτη ημέρα. Ο άγιος Επιφάνιος συμφωνεί με τη γνώμη αυτή. Από το εδάφιο Ιώβ 38:1 εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι άγγελοι υπήρχαν την τέταρτη ημέρα, διότι λέει ο Κύριος στον Ιώβ: «Όταν έγιναν τα άστρα, τότε όλοι οι άγγελοί μου με δοξολόγησαν με μεγάλη φωνή». Τη διάκριση του πλήθους των αγγέλων σε τάξεις ή τάγματα (Δαν. 7:10, Ματθ. 26:53, Λουκάς 2:13, Εβρ. 12:22, Αποκ. 5:11) την μαρτυρούν εκτός από τους Πατέρες (Κλήμης Ρώμης 6:1, 6:16, 7:2, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις 6:6, 7:11, 11:11, 17:23, Γρηγόριος ο Θεολόγος Λόγος 34, Δαμασκηνός Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως II:3, και ιδιαιτέρως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο Περί Ουρανίου Ιεραρχίας 6 και άλλοι) και η Αγία Γραφή η οποία διακρίνει: Αγγέλους (Α Πέτρ. 3:22ff), Αρχαγγέλους (Α Θεσσ. 10:16, Ιούδας 9), Χερουβίμ (Γεν. 3:24, Αποκ. 4, 5, 6), Σεραφείμ (Ησ. 6:2,1), Δυνάμεις (Εφ. 1:21, Ρωμ. 8:31), Θρόνοι, Αρχές, Εξουσίες και Κυριότητες (Εφ. 1:21, Κολ. 1:16, Ρωμ. 8:31, Δαν. 10:13); Γι’ αυτό και η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Ωριγένη που είπε μεταξύ άλλων ότι όλοι οι άγγελοι είχαν την ίδια φύση και δύναμη, και μόνο εκείνοι από αυτούς που αποστάτησαν διακρίθηκαν σε τάξεις (Βλ. 5η Οικουμ. Σύνοδος κανόνες 2 και 14). Βλ. Επίσης Δαν. 7:10, Ψαλμ. 96:1, 102:20, 148:2, Αποκ. 4:1, 7:11-12, Βασιλείου του Μεγ. Εις τον Ψαλμόν 27, Εις τον Ησαίαν 6, Γρηγόριος Θεολόγος Λόγος 34, Θεοδωρήτου Επιτομή θείων δογμάτων 7, Ιωάννου Δαμασκηνού Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως ΙΙ,10. Ψαλμ. 101:20.
[15] Δαμασκηνός, Έκδοση Ορθοδόξου Πίστεως, 2:18.
16] Βλ. Εις το Κατά Ματθαίο, κεφ. 2.
[17] Περί Αρχών, Ι.1.7 και ΙΙ..
[18] Βλ. Πηδάλιο Νικοδήμου, σελ. 131 σημ. 1.
[19] Δαμασκηνός, Έκδοση Ορθοδόξου Πίστεως, 2:18.
[20] Σατανάς σημαίνει εχθρός, εχθρός του Θεού και των ανθρώπων, της αγαθότητας και κάθε είδους αρετής, ως και πηγή κάθε είδους κακίας μέσα στον κόσμο. Η λέξη Σατανάς αναφέρεται 5 φορές στην Παλαιά Διαθήκη και 25 φορές στην Καινή. Επίσης ισάριθμες είναι και οι αναφορές στη λέξη διάβολος.
[21] Δαμασκηνός, Έκδοση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ΙΙ,16.

Πηγή: www.oodegr.com

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

ΑΓΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΦΕΓΓΟΒΟΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΠΡΩΤ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ

Στο πρόσωπο του Αγίου Θεού αποκαλύπτεται ως υπερβατικός, ως έτερος από τον κόσμο. Αγιότητα είναι το φεγγοβόλο και ζωηρό μυστήριο της παρουσίας του υπερβατικού Θεού -ένα μυστήριο που φωτίζει και μεταμορφώνει. Γι’ αυτό και η αγιότητα δεν μπορεί να είναι, χαρακτηριστικό κάποιας απρόσωπης πραγματικότητας, που ανήκει στη φυσική τάξη: καθετί απρόσωπο στερείται του βάθους του μυστηρίου. Η αγιότητα ανήκει στην τάξη του μυστηρίου γι’ αυτό και μπορεί να είναι ιδίωμα μόνο του ίδιου του Θεού, ως υπερβατικού προσώπου. Ο Θεός, ως πρόσωπο αχανούς βαθύτητας, κοινωνείται μέσα στην υπερβατικότητά Του. Αυτή είναι η παράδοξη φύση της αγιότητας: είναι ταυτοχρόνως και υπερβατικότητα και αποκάλυψη που κοινωνείται. Από τη στιγμή που η αγιότητα είναι ιδίωμα του υπερβατικού και συνεπώς μυστηριώδους προσώπου του Θεού, κυριευόμαστε από τρόμο ενώπιον της και κατακλυζόμαστε από συστολή· διότι η αγιότητα φανερώνει μια συνείδηση ανώτερη από τη δική μας, μια συνείδηση που μας αποκαλύπτει τη δική μας αχρειότητα. Αγιότητα είναι η ακτινοβολία ενός υπερβατικού προσώπου, που φανερώνει τον εαυτό του προκειμένου να μας συνεγείρει προς αυτό. Ωθούμαστε να εγκαταλείψουμε την αμαρτωλή μας κατάσταση. ώστε να κατορθώσουμε να παραμείνουμε στον περίγυρο της παρουσίας του, ενώ ταυτόχρονα η ακτινοβολία του φωτίζει τη δική μας προσωπική συνείδηση και την εκλεπτύνει κάνοντας την πιο ευαίσθητη στην αμαρτία. Είναι σαν να εισβάλλει στην ανθρώπινη συνείδησή μας η αγιότητα του Θεού, καθιστώντας μέσα μας αμετάθετα επείγουσα την ανάγκη για νήψη, και φουντώνοντας τον πόθο γι’ αυτό που μας υπερβαίνει. Αυτή η νέα γέννηση της ταπείνωσης και του πόθου για κάθαρση, συνιστά την αληθινή αυτογνωσία. Ενώπιον της παρουσίας της αγιότητας η συνείδηση μας αναπτύσσει εξαιρετικά λεπτούς αισθητήρες· κι αυτό μπορεί να προκύψει μόνο επειδή η συνείδηση μας δέχθηκε την αποκάλυψη κάποιας ανώτερης συνείδησης. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει: «Όταν η ψυχή δεχτεί αυτή τη σφραγίδα, όταν μέσα από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βυθιστεί ο λογισμός της στα βάθη της ταπείνωσης του Χριστού και Θεού μας, παύει στο εξής να δίνει προσοχή στον κόσμο ή στους ανθρώπους του κόσμου, και στρέφει όλη της την προσοχή μέσα της. Και όταν αυτή η ενδοσκόπηση γίνει, με πολλή καρτερικότητα, συνήθειά της, τότε η ψυχή δεν βλέπει πλέον τίποτα άλλο από τον εαυτό της μέσα στην ασημαντότητά της και την απώτατη ταπείνωσή της, και είναι πεπεισμένη πως δεν υπάρχει άλλη ψυχή σε ολόκληρο τον κόσμο τόσο ανάξια όσο η ίδια». Ο θείος φωτισμός κάνει τη συνειδητοποίηση της προσωπικής αναξιότητας να συμπλέει παράδοξα με τη λεπτότατη ευαισθησία της συνείδησης· κι αυτή η σύμπλευση λαμβάνει χώρα ενώπιον της δόξας του Θεού, ενώπιον της δόξας μιας υπέρτατης συνείδησης που αφυπνίζει εντός μας τη συνείδηση. Μόνο μία ανώτερη συνείδηση μπορεί να αφυπνίσει μία άλλη συνείδηση· μόνο ο θείος φωτισμός μπορεί να συνεγείρει στο ύψιστο σημείο τη συνείδηση του ανθρώπου, δίνοντας του ταυτόχρονα σαφή συναίσθηση της ασημαντότητας του. Μια φύση απρόσωπη δεν μπορεί να γεννήσει συστολή, να οξύνει τη συνείδηση. Είναι η πυρίμορφη ακτινοβολία ενός Θεού (ενός Θεού που είναι συνείδηση) αυτή που μας φλογίζει, όταν  η αγιότητά Του επενεργεί πάνω μας, απαιτώντας από μας να γίνουμε άγιοι όπως άγιος είναι Εκείνος. Ο άνθρωπος έμπλεος από την αγιότητα του Θεού -την υπέρτατη συνείδηση- μεταβάλλεται σε καιομένη βάτο· ή, μπροστά σε έναν άγιο άνθρωπο αισθάνεται σαν να στέκεται ενώ­πιον μιας καιόμενης βάτου. Η συστολή και το δέος που αισθάνεται κανείς ενώπιον της αγιότητας ξεπερνά κάθε συστολή και δέος που μπορούν να προκαλέσουν πρόσωπα ανθρώπινα· είναι άλλης τάξεως, διότι η θεία πραγματικότητα της υπέρτατης συνείδησης που φεγγοβολά στη συνείδηση του αγίου, φανερώνει ξεκάθαρα στα μάτια μας τον ίδιο μας τον εαυτό και προβάλλει ως η υπέρτατη αρχή που κρίνει την αμαρτωλή μας κατάσταση. Κι όμως ταυτόχρονα, η αγιότητα μας σαγηνεύει. Στο έργο του «Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας»,ο άγιος Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης ταυτίζει την αγιότητα του Θεού με την τέλεια καθαρότητά Του, και την εξαγιαστική Του ενέργεια με την καθαρτική Του δύναμη. Αυτή η τέλεια θεία καθαρότητα δεν αφυπνίζει μονάχα τη συστολή, αλλά μας προσελκύει κιόλας. Δεν προξενεί μονάχα δέος, αλλά και χαρά. Διότι αυτό το ξεγύμνωμα της ύπαρξης μας δεν αποκαλύπτει μόνο την αμαρτία, αλλά και ό,τι καλό υπάρχει μέσα μας· ξυπνάει τη βούληση να καθαρθούμε από την αμαρτία, προκειμένου να είμαστε ευάρεστοι στη θεία συνείδηση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, κατέστησε δυνατή την κάθαρσή μας, την έξοδό μας από την κακία· μπορούμε να εγκαταλείψουμε τον λήθαργό μας χάριν μιας ύπαρξης γεμάτης ζωτικότητα, μιας ύπαρξης που αντλείται από την ίδια την πηγή κάθε ύπαρξης: το πρόσωπο του Θεού με όλη τη ζέση της φιλανθρωπίας Του. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, δεν μας απέρριψε ολοκληρωτικά, αλλά ξύπνησε μέσα μας τη βούληση για κάθαρση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί απαλλαχθήκαμε από ένα βάρος που ασυναίσθητα κουβαλούσαμε, κι από ένα εμπόδιο που μας κρατούσε μακριά από την πληρότητα της ζωής μας. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί δεν υποκρινόμαστε πλέον ένα ρόλο ανειλικρινή, ένα ρόλο που μας είχε οδηγήσει στο σημείο να μην αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και να μην έχουμε το κουράγιο να είμαστε ο εαυτός μας, από φόβο μήπως αποκαλυφθεί η κακία μας. Επομένως, ο εσώτερος μας εαυτός βρίσκεται πλέον ελεύθερος να ζήσει μία αληθινή ζωή, μέσα σε μία ουσιαστική κοινωνία. Όσοι αισθάνονται συγχωρημένοι από τον Θεό και απελευθερωμένοι από το κράτος της αμαρτίας έχουν παρρησία ενώπιον του Θεού και των άλλων ανθρώπων· αποκτούν συνείδηση ανοιχτή και μεγάλη ελευθερία στις σχέσεις τους -αυτό δεν συνεπάγεται απρέπεια ή θρασύτητα, αλλά απλά την αθώα ειλικρίνεια του παιδιού που δεν είναι προσκολλημένο στην αμαρτία. Είναι μια ανυπόκριτη ειλικρίνεια εμποτισμένη με βαθιά εμπιστοσύνη στον Θεό και στους άλλους: ο άνθρωπος εξέρχεται από το εγώ του και προσκολλάται στον Θεό και στους άλλους· δρα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο Θεός και οι άλλοι άνθρωποι να του ανοίγουν την πόρτα τους. Ο άγιος δεν έχει καμία σχέση με την αβεβαιότητα που κάνει τους ανθρώπους να κλείνονται στον εαυτό τους. Το αθώο θάρρος της αγνότητας και της εμπιστοσύνης είναι τα μέσα της ενότητάς του με τους διπλανούς του. Κι έτσι, ο άγιος βρίσκει κατάπαυση στον Θεό και στους άλλους, ακριβώς όπως και ο Θεός και οι άλλοι, βρίσκουν κατάπαυση σ’ αυτόν. « Ο Θεός ο Άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος» ψάλλει η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Η ανάπαυση του Θεού στους αγίους είναι μία κατάσταση που διαρκεί και ακτινοβολεί στη συνείδηση. Κι ακόμα, συνεπάγεται πως και ο Θεός ευαρεστείται στους αγίους. Όπως ακριβώς και οι άγιοι νιώθουν χαρά αναπαυόμενοι εν τω Θεώ. Η συνείδηση δεν αισθάνεται χαρά παρά μέσα σε μια άλλη συνείδηση, μέσα στους κόλπους της αγαπητικής συνείδησης ενός άλλου προσώπου. Κι αυτή είναι η υπέρτατη μορφή αμοιβαίας συνύπαρξης δύο συνειδήσεων. Προκειμένου να γίνει τόπος καταπαύσεως του Θεού ή να νιώσει τον Θεό ως δικό του τόπο καταπαύσεως, πρέπει το πνεύμα του ανθρώπου να γίνει ικανό να αναδεχθεί μία συνείδηση αβυθομέτρητη και απαστράπτουσα. Πρέπει ο Θεός να βρει εκεί τη δυνατότητα της επέκτασης του φωτός Του στο άπειρο, τη δυνατότητα μιας ατελεύτητης εμβάθυνσης. Πρέπει ο άνθρωπος να είναι ικανός για μία ενσυνείδητη βίωση του Θεού ολοένα και πιο καινούργια, ολοένα και πιο βαθιά· και ο Θεός με τη σειρά Του ευαρεστείται από αυτή τη συνεχή ανακαίνιση της χαράς του ανθρώπου, εντός του οποίου αναπαύεται. Ο άνθρωπος, βιώνοντας τον Θεό, δεν μπορεί να μένει αμετάβλητος : σε μια τέτοια περίπτωση ο ίδιος ο Θεός δεν θα μπορούσε να απολαμβάνει την ακατάπαυστη ανάπαυσή Του μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μέσα στον οποίο αναπαύεται ο Θεός και ο οποίος αναπαύεται στον Θεό, πρέπει να αντανακλά το άπειρο του φωτός της θείας συνειδήσεως -το άπειρο του Θεού πρέπει να γίνει κατά χάριν ιδίωμα του ανθρώπου. Πρόκειται για τη θέωση του ανθρώπου εν τω Θεώ και την ενανθρώπιση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Είναι η ενότητα του Θεού και του ανθρώπου εν τω Αγίω Πνεύματι, εν τω Πνεύματι του φωτός: το φεγγοβόλο Πνεύμα του Θεού γίνεται κατά χάριν φεγγοβόλο Πνεύμα του ανθρώπου. Η θεία συνείδηση και η συνείδηση του ανθρώπου γίνονται διαφανείς η μία για την άλλη και αλληλοπεριχωρούν αμοιβαία. Βεβαιώνοντας αυτή την αλληλοδιείσδυση του ανθρώπου και του Θεού, που λαμβάνει χώρα χωρίς σύγχυση των δύο, ο Χριστιανισμός αποκάλυψε το χαώδες και δίχως όρια μυστήριο του ανθρώπινου προσώπου και της συνείδησης του.

Έχει ειπωθεί πως ο Χριστιανισμός εξάλειψε από τον κόσμο και την ανθρώπινη ύπαρξη το ιερό, το άγιο. Στην πραγματικότητα, το αντίθετο συνέβη. Ο Χριστιανισμός φανέρωσε την κλίση κάθε ανθρώπου προς την αγιότητα και την κλίση ολόκληρης της κτίσης να καθρεφτίζει αυτή την αγιότητα. Και το έκανε αυτό αποκαλύπτοντας την ικανότητα του ανθρώπου να φέρει εντός του, με τρόπο ενσυνείδητο, το άπειρο του Θεού, και να εισχωρεί ακατάπαυστα σ’ αυτό, ως σε άπειρη συνείδηση: ο Υιός του Θεού -το άπειρο φως ή αλλιώς η άπειρη συνείδηση- προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Η ανθρώπινη φύση συνεπώς μπόρεσε να γίνει τόπος φανέρωσης του άπειρου φωτός -ή αλλιώς της αβυθομέτρητης συνείδησης- της θείας υπόστασης. Μπόρεσε να βρει αγαλλίαση στο άπειρο αυτό φως και να το αντικαθρεφτί­σει. Η θεία υπόσταση -η άπειρη συνείδηση της θείας υπόστασης- μπόλιασε για πάντα τη ζωή της ανθρώπινης φύσης, χωρίς να συρρικνωθεί. Η ζωή της ανθρώπινης φύσης εμβαπτίζεται αδιάκοπα στον ωκεανό της άπειρης συνείδησης της θείας υπόστασης, χωρίς να διαλύεται. Υπάρχει πλέον χωρητικότητα άπειρης θείας συνείδησης σε καθετί ανθρώπινο, στις δομές της σκέψης, της αισθαντικότητας, της χαράς, της αγάπης, της κοινωνίας, χωρίς να παύουν να είναι δομές ανθρώπινες. Οι Πατέρες είδαν την ανθρώπινη αγιότητα ως μια ολοένα αυξανόμενη ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό -αποτέλεσμα της κάθαρσης των παθών και της ανάπτυξής του μέσα στις αρετές- η οποία κορυφώνεται στη δίχως όρια αγάπη. Αυτό σημαίνει πως η ανθρώπινη συνείδηση, καταυγασμένη από το φως της θείας συνείδησης, υφίσταται εμβάθυνση. Σύμφωνα με τους Πατέρες, οι αρετές είναι η ανθρώπινη έκφραση των θείων ιδιωμάτων, δηλαδή η ολοένα και πιο βαθιά αντανάκλαση του φωτός του Θεού, της συνείδησης Του, μέσα στη συνείδηση του ανθρώπου. Αρχικά, μέσα από τις αρετές, ο Θεός ενανθρωπίζεται μέσα στον άνθρωπο και στη συνέχεια κάνει τον άνθρωπο Θεό. Αυτό σημαίνει πως μέσα από τις αρετές, η ανθρώπινη συνείδηση δεν παύει ποτέ να αναπτύσσεται. Οι αρετές είναι τα φτερά, με τα οποία ο άνθρωπος πετά ολοένα και ψηλότερα μέσα στο φως του Θεού, ενώ την ίδια στιγμή η συνείδησή του βαθαίνει. Κι όμως ποτέ δεν διαλύεται εν τω Θεώ. Είναι ικανός και αισθάνεται την ανάγκη να πετά ολοένα και ψηλότερα, να αφομοιώνει ολοένα και περισσότερα αγαθά του Θεού, και να αυξάνει μέσα στη συνείδησή Του -στη συνείδηση Εκείνου που αιωνίως αποτελεί το κορύφωμα κάθε ύπαρξης, την πηγή κάθε αγαθού, την αστείρευτη πηγή κάθε συνείδησης και φωτός. Συνεπώς, η ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό, δηλαδή η αγιότητα, συνίσταται σ’ αυτήν ακριβώς τη διαρκή πρόοδο του ανθρώπου εν τω Θεώ, σ’ αυτή την αμοιβαία, ολοένα και πιο έντονη αλληλοπεριχώρηση της συνείδησης του ανθρώπου με τη συνείδηση-φως του Θεού· σ’ αυτόν τον ολοένα και λαμπερότερο φωτισμό της ανθρώπινης συνείδησης από το άπειρο φως της συνείδησης του Θεού. Η αγιότητα συνίσταται στο να γίνει, ο Θεός και η συνείδησή Του διαφανής για το νου του ανθρώπου· και ο νους του ανθρώπου επίσης διαφανής, καταυγασμένος από το φως του Αγίου Πνεύματος -ένα φως που κατοπτρίζεται μέσα από το σώμα του και ακτινοβολεί τριγύρω του. Αυτό το φεγγοβόλημα της θείας συνείδησης στην ανθρώπινη, επεκτείνεται και στο πρόσωπο του ανθρώπου και στις πράξεις του. Γι’ αυτό και το βασικό έργο των αγίων είναι η προσευχή τους για τη σωτηρία των ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτή τη λεπταίσθητη μα συνάμα στιβαρή διαφάνεια των συνειδήσεων, ενεργοποιείται η αληθινή φύση του ανθρώπου, η οποία, σε πνευματικό επίπεδο, έγκειται στην κοινωνία. Κοινωνία σημαίνει αμοιβαιότητα μεταξύ δύο ή και περισσότερων συνειδήσεων. Όσο πιο διαφανείς είμαστε, τόσο πιο ουσιώδης είναι και η κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος δεν κοινωνεί εν πλήρει ειλικρίνεια , όταν χάνει το διαφανές της συνειδήσεως του, τότε σκεπάζει και αλλοιώνει την αληθινή φύση του, τον κατ εικόνα Θεού χαρακτήρα του και την ικανότητα του να είναι υπεύθυνος για τους αδελφούς του. Η συνείδησή μου προβάλλει στο πρόσωπο μου το πρόσωπο του πλησίον, για τον οποίο αισθάνομαι υπεύθυνος -είναι το πρόσωπο του διπλανού μου αυτό που μπορεί κανείς να διαβάσει στο δικό μου πρόσωπο. Πολύ περισσότερο, στο πρόσωπο του αγίου μπορεί κανείς να διαβάσει το πρόσωπο του Θεού, απέναντι στον οποίο ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος -κι ακόμα, μπορεί να διαβάσει το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων για τους οποίους ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος ενώπιον του Θεού. Αυτό πολλαπλασιάζει το φως του προσώπου του αγίου: το δικό του φως μαζί με το φως των πλησίον, που φέρει μέσα του, συναντά και ενώνεται με το φως που φεγγοβολά εντός του από τον Θεό. Είναι το φως της αγαθοσύνης και η αγαθοσύνη έχει πάντα ένα χαρακτήρα τριαδικό. Είναι η αγαθοσύνη κάποιου που στρέφεται προς κάποιον άλλο, αλλά σε τελευταία ανάλυση είναι η αγαθοσύνη του Θεού, διότι από τον Θεό εκπηγάζει καθετί αγαθό. Δεν υπάρχει αγαθοσύνη που να μην στρέφεται προς κάποιο υποκείμενο· κι αυτό το υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται η αγαθοσύνη διαδραματίζει κι αυτό ένα ρόλο στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να είναι, αγαθός.
 Το φως πρέπει να έχει ένα πεδίο πάνω στο οποίο θα απλώσει τη λάμψη του. Κι ίσως το μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού να μην είναι άσχετο μ’ αυτό.

Πηγή: Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε, «Προσευχή και Ελευθερία», εκδόσεις Εν πλω.