Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

ΥΜΝΟΣ ΑΠΑΣ ΗΤΤΑΤΑΙ ΤΩ ΠΛΗΘΕΙ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΟΙΚΤΙΡΜΩΝ ΣΟΥ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΖΟΥΜΗ, ΓΕΝΙΚΟΥ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΕΔΕΣΣΗΣ, ΠΕΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΜΩΠΙΑΣ

Παρασκευή Δ΄Χαιρετισμῶν (28-3-2014)

Συγκεντρωθήκαμε γιά τέταρτη φορά σήμερα, ἀγαπητοί μου, τέταρτη Παρασκευή τῶν Χαιρετισμῶν, γιά νά ὑμνήσουμε τήν Παναγία μητέρα μας καί μητέρα τοῦ Θεοῦ μας.

O στίχος τόν ὁποῖο ἀναφέραμε θέλει νά μᾶς πεῖ, πώς ὅποιον ὕμνο καί ἄν ποῦμε, ὅποια δοξολογία καί ἄν τῆς προσφέρουμε, δέν εἶναι τίποτε, δέν πιάνει τίποτε μπροστά στό μέγεθος τῆς καλωσύνης της, στό πλῆθος τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν της καί τῆς εὐσπλαχνίας της. Ὅ,τι καί νά τῆς ποῦμε, ὅσο καί ἄν τήν ὑμνήσουμε εἶναι πολύ λίγο καί μικρό μπροστά στήν μεγαλωσύνη της. Ποτέ δέν θά μπορέσουμε νά ὑμνήσουμε ἐπάξια αὐτήν, πού ἐδόξασε καί τίμησε ὁ Θεός, μέ τό νά τήν κάνει μητέρα τοῦ Υἱοῦ του.

Μποροῦμε νά μετρήσουμε τήν ἄμμο, πού βρίσκεται στό χεῖλος τῆς θαλάσσης; Ὄχι. Μποροῦμε νά μετρήσουμε τά ἀστέρια ψηλά στόν οὐρανό; Ὄχι, ἴλιγγος μᾶς πιάνει. Μποροῦμε νά μετρήσουμε τίς σταγόνες τῆς βροχῆς; Ἀδύνατον εἶναι. Ἔ, τόσους πολλούς ὕμνους ἄν προσφέρουμε στήν Παναγία, καί πάλι δέν κάνουμε τίποτε. Δέν κάνουμε κάτι ἀντάξιό της. Δέν τῆς προσφέρουμε κάτι ἀνάλογο ἀπέναντι σ᾿ ἐκεῖνα πού ἡ Παναγία μᾶς προσέφερε.

Τί ἔκανε γιά μᾶς ἡ Παναγία; Τά πάντα. Ἔφερε τόν Θεό στή γῆ. Ὁδήγησε τούς ἀνθρώπους στόν οὐρανό. Ἔφερε σ᾿ ἐμᾶς τό μέγα ἔλεος, δηλαδή τόν Χριστό. Ἔφερε τόν σωτήρα τοῦ κόσμου. Ἄνοιξε τόν παράδεισο. Μεσιτεύει καί πρεσβεύει μέρα-νύχτα γιά μᾶς. Ἄν θά σωθοῦμε, θά σωθοῦμε ἐξ αἰτίας της. Εἶναι λοιπόν τόσο μεγάλες καί τόσο πολλές οἱ εὐεργεσίες της πρός τήν ἀνθρωπότητα, ὥστε ὅ,τι καί ἄν κάνουμε, δέν εἶναι ἀντάξιό της, ἄξιο ὅσων ἐκείνη ἔκανε. Ποτέ δέν θά μπορέσουμε ἐπάξια νά τήν ὑμνήσουμε, ἔστω καί ἄν ἀκόμη ἔχουμε στόμα ἀγγελικό.

Αὐτό πάλι δέν σημαίνει, ὅτι ἐμεῖς δέν θά κάνουμε τήν προσπάθειά μας νά ὑμνοῦμε καί νά τιμοῦμε τήν Κεχαριτωμένη, τήν εὐλογημένη ἐν γυναιξί. Καί μάλιστα, ἀφοῦ δέν μποροῦμε μέ λόγια, ἀφοῦ ἀδυνατοῦμε μέ τούς ὕμνους, ἄς προσπαθήσουμε μέ τήν ζωή μας, μέ τά ἔργα καί τίς πράξεις μας.

Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Τιμή ἁγίου, μίμησις ἁγίου. Τιμοῦμε τόν ἅγιο σωστά, ὅταν μιμούμεθα τήν ζωή του. Μέ ἄλλα λόγια, θέλουμε νά τιμήσουμε τήν Θεοτόκο; Νά μιμούμεθα τήν ζωή της.

Στό πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου διαβάζουμε, ὅτι ἡ Παναγία νήστευε, προσευχόταν, ἔκαμνε ἀγρυπνίες, γονυκλισίες καί ἐλεημοσύνες καί ὄχι μόνο αὐτά. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης λέει, ὅτι στό ὄρος τῶν ἐλεῶν πήγαινε ἡ Παναγία καθημερινῶς καί προσευχόταν. Στόν τόπο ἐκεῖνο ὅπου προσευχόταν καί ἔκαμνε τίς μετάνοιές της οἱ πλάκες βαθούλωσαν. Ἔφαγε τίς λίθινες πλάκες, τίς ἔλιωσε μέ τά γόνατά της.

Τιμοῦμε λοιπόν τήν Παναγία, ὅταν μιμούμεθα τήν εὐσπλαχνία της καί τήν ἀσκητική της ζωή. Διά τοῦτο πρέπει καί ἡμεῖς, ἀδελφοί μου, λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, νά τιμῶμεν τήν Δέσποινά μας Θεοτόκο μέ νηστεῖες, προσευχή καί καλά ἔργα.

Ἡ Παρθένος ἦταν πεντακάθαρη καί στό σῶμα καί στήν ψυχή ἀπό κάθε τί πού μολύνει τήν σάρκα καί τό πνεῦμα. Ἔτσι κι᾿ ἐμεῖς, ἄν θέλουμε νά τιμήσουμε τήν ἀειπάρθενο, θά πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε σοβαρά, γιά νά μή μολύνουμε τό σῶμα καί τήν ψυχή μας μέ ἁμαρτωλές ἡδονές, τό στόμα μας μέ λόγια ρυπαρά, τήν διάνοιά μας μέ ρυπαρούς λογισμούς, τά μάτια μας μέ πονηρά θεάματα κ.ο.κ.

Ἔλεγε πάλι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ὅτι στό Ναό τοῦ Σολομῶντος εἶχαν βάλει δίχτυα στίς πόρτες καί στά παράθυρα, γιά νά μή μπαίνουν μέσα στό Ναό τά διάφορα ἔντομα. Ἔτσι κι᾿ ἐμεῖς πρέπει νά προσέχουμε τίς αἰσθήσεις μας, γιατί ἀπό αὐτές μπαίνουν μέσα μας οἱ διάφοροι πειρασμοί. Οἱ αἰσθήσεις μας γίνονται οἱ δίοδοι, οἱ πόρτες διά τῶν ὁποίων μπαίνει μέσα μας ἡ ἁμαρτία καί μολύνει τήν καρδιά μας.

Νά προσέχουμε τήν ζωή μας. Νά εἶναι ἕνας διαρκής ὕμνος εὐχαριστίας καί δοξολογίας καί ποτέ νά μή πληγώνουμε τήν Παναγία.

Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης πρίν ἐγκαταλείψει τά ἐγκόσμια, ζοῦσε ζωή ἁμαρτωλή. Στό διάστημα αὐτό (διηγεῖται ὁ ἴδιος), τοῦ φανερώθηκε ἡ Παναγία καί τοῦ εἶπε: Δέν μ᾿ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου. Μήπως τά δικά μας τῆς ἀρέσουν; Βέβαια ἐμεῖς θέλουμε νά λέμε, ὅτι εἴμαστε καθαροί, ὅτι δέν ἔχουμε ἁμαρτίες. Ἔτσι ξεγελοῦμε τόν ἑαυτό μας καί προσπαθοῦμε νά κοιμήσουμε τήν ταραγμένη συνείδησή μας. Ἄς ρωτήσουμε ὅμως τήν Παναγία, τί γνώμη ἔχει γιά μᾶς;

Τά λόγια αὐτά, συνεχίζει ὁ ἅγιος Σιλουανός, ράγησαν τήν ψυχή μου. Ὦ καί νά γνωρίζαμε πόσο λυπᾶται καί στενοχωρεῖται ἡ Παρθένος γιά ἐκείνους, πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα ἀπό τήν πείρα μου.

Στό βιβλίο "ἁμαρτωλῶν σωτηρία" ἀναφέρεται ἕνα περιστατικό: Ἕνας στρατιώτης πήγαινε νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Κάθε φορά πού πήγαινε, ἔβλεπε τήν Παναγία καταπληγωμένη, μαχαιρωμένη, γεμάτη αἵματα. Κατάλαβε ὅτι ἔφταιγε ὁ ἴδιος, γιατί ἀπατοῦσε τήν γυναίκα του. Ἡ μοιχεία του ἦταν μαχαιριά, πού πλήγωνε τήν ψυχή της. Ἦρθε σέ μετάνοια, ἐξομολογήθηκε καί καθαρίσθηκε. Καθαρός πλέον προσκύνησε τήν εἰκόνα της. Οἱ πληγές καί τά αἵματα ἐξαφανίσθηκαν.

Πρέπει ἀκόμη νά γνωρίζουμε, πώς οἱ ἅγιοι δέν φοβοῦνται τά τελώνια. Ὅμως κατά τήν φοβερά ἡμέρα τῆς κρίσεως καί αὐτοί θά τρέμουν. Μόνο ἡ Παναγία ἔχει τό θάρρος νά ἀτενίζει κατά πρόσωπο τόν Υἱό της καί Κριτή τῆς οἰκουμένης. Μόνο αὐτή θά ἱκετεύει γιά μᾶς καί αὐτό γιά τελευταία φορά. Θά παρακαλεῖ μέ ἀγωνία καί ἐπιμονή, μέ πολύ πόνο.

Ἐκείνη τήν ἡμέρα θά γίνει ἡ πιό μεγάλη "φιλονικεία", κατά τήν ὁποία θά νικήσει ἡ Παναγία. Χάρις σ᾿ αὐτήν τήν "φιλονικεία" πολλοί θά ἐλεηθοῦν. Γιαὐτό ἕνας στίχος τῶν χαιρετισμῶν λέει: Χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.

Σήμερα ὅσο ποτέ ἄλλοτε ὁ κόσμος πίνει τήν ἁμαρτία σάν ἀναψυκτικό ποτό καί δῆθεν εὐχαριστιέται. Κάτι πού ἐξοργίζει καί λυπεῖ τόν Θεό. Ἐν τούτοις ἡ ὀργή του δέν ἔχει ξεσπάσει ἀκόμη. Ὁ κόσμος μας δέν ἔχει καταστραφεῖ. Ζεῖ καί εὐημερεῖ χάρις στήν Παναγία.

Ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Κλεώπας, σπουδαῖος Γέροντας στή Ρουμανία: Ὁ Θεός πρό πολλοῦ θά μᾶς εἶχε καταστέρεψει ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὅμως ἡ μητέρα τοῦ ἐλέους δέν ἐπιθυμεῖ τήν καταστροφή τοῦ κόσμου. Ὅπως μέ τά σπάργανα τύλιξε τόν Ἰησοῦ Χριστό στήν φάτνη, ἔτσι καί τώρα "περιτυλίγει", συγκρατεῖ τήν ὀργή του, γιά νά μή καταστραφοῦμε. Τέτοια παρρησία, τέτοια δύναμη ἔχει ἡ Παναγία!

Λέει ὁ Χριστός στούς ἁγίους: Ἐσεῖς ἔχετε τό δικαίωμα νά παρακαλεῖτε. Στήν Παναγία λέει: Ἐσύ μητέρα μου, ἔχεις τό προνόμιο μόνο νά ζητᾶς. Ὁ Χριστός δέν τῆς χαλάει ποτέ τό χατίρι. Ἡ Παναγία ἀλλάζει ἀκόμη καί τά σχέδια τοῦ Χριστοῦ, ὅπως βλέπουμε στόν γάμο τῆς Κανᾶ. Ἡ δέησή της εἶναι ἐντολή γιά τόν Χριστό. Ἴσχύεις ὅσα καί βούλεσαι, λέει ἕνα τροπάριο θεομητορικό. Μπορεῖ νά κάνει ὅ,τι θέλει. Γιαυτό ἐπιμένει ἡ Παναγία καί λέει, νά μέ ἐπικαλεῖσθε, νά μέ φωνάζετε κι᾿ἐγώ θά τρέχω, θά ἔρχωμαι νά σᾶς βοηθάω.

Ἀγαπητοί μου,
Ἄν πράγματι ἀγαποῦμε τήν Παναγία, ἄς τῆς δώσουμε χαρά. Ἄς κόψουμε γιά χατίρι της τήν ἁμαρτία. Ἄς μή ἁμαρτήσουμε οὔτε ἐν λόγῳ, οὔτε ἐν ἔργῳ, οὔτε ἐν διανοίᾳ. Νά ἀφοσιωθοῦμε στό καλό, στήν ἀρετή, ὅπως ἔκανε ἐκείνη. Ἀξίζει τόν κόπο μόνο καί μόνο γιά νά μή τήν λυπήσουμε, νά σταματήσουμε τήν ἁμαρτία. Ἔτσι θά τήν τιμήσουμε.

Μή λησμονοῦμε πώς ἡ Παναγία ἔχει ἀδυναμία στούς χαιρετισμούς. Ἐμφανίσθηκε σέ μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τούς εἶπε, ὅτι ἀγαπᾶ πολύ τούς χαιρετισμούς. Ὅποιος τούς λέει κάθε μέρα, θά τόν προστατεύει. Αὐτό ψάλλουμε μέ ἕνα τροπάριο τοῦ κανόνος: Τούς σούς ὑμνολόγους, Θεοτόκε... στεφάνων δόξης ἀξίωσον. Ἄς τῆς προσφέρουμε ὕμνους καί δεήσεις. Νά τήν ἐπικαλούμεθα μέ ἐμπιστοσύνη καί ἐλπίδα, γιά νά μᾶς στεφανώνει μέ τήν χάρη της καί τήν βοήθειά της. Ἀμήν.

Πηγή: www.kyrigma.blogspot.com

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Ο ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΌΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΆΣ, Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΌΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΛΆΜ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.

Τη δεύτερη Κυριακή των Νηστειών της Μεγ. Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας προβάλλει και τιμά για δεύτερη φορά μέσα στο εκκλησιαστικό έτος μια κορυφαία πατερική φυσιογνωμία, τον αγ. Γρηγόριο, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τον Παλαμά. Το γεγονός αυτό είναι μια καλή αφορμή για να προσεγγίσουμε από ορθόδοξης πλευράς, με οδηγό μας το πρόσωπο του ιερού Πατέρα, ο οποίος εκφράζει την εκκλησιαστική διδασκαλία κατά τρόπο ακέραιο, αυθεντικό, σαφή και κρυστάλλινο, μια θεωρία που υπάρχει στη σύγχρονη , ετερόδοξη κυρίως ακαδημαϊκή διανόηση (π.χ. Karl Josef Kuschel, Bertold Klappert, Smail Balić, Jonathan Magonet, Thomas Nauman) κ.α. και σχετίζεται άμεσα και με την προβληματική των σύγχρονων διαθρησκειακών διαλόγων.

Πρόκειται για τη θεωρία των λεγομένων «Αβρααμικών θρησκειών» που αρχικά πρωτοδιατυπώθηκε από τον Γάλλο Ισλαμολόγο και μυστικιστή τον Louis Massignon (1883-1962). Σύμφωνα με τον πυρήνα της εν λόγω θεωρίας οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός και Ισλάμ έχουν: α) κοινό πατέρα τον Αβραάμ, β) κοινή αφετηρία και αναφορά, την πίστη του πατριάρχη Αβραάμ στον ένα Θεό και γ) το κοινό καθήκον του πιστού να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Ανάλογη προβληματική σχετικά με την ομολογία της πίστης στον Αβραάμ και την αντίληψη, ότι οι Μουσουλμάνοι προσεύχονται μαζί με τους χριστιανούς στον ένα Θεό θα υιοθετηθεί επισήμως από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κατά τη Β´ Βατικάνεια Σύνοδο.

Στα πλαίσια των διαθρησκειακής προβληματικής η εν λόγω θεωρία προτείνεται και καλλιεργείται με σκοπό την υπέρβαση της ιστορικής αντιπαλότητας και της θρησκευτικής βίας, με την υποτιθέμενη ανάδειξη της κοινής προέλευσης και των κοινών στοιχείων αυτών των θρησκειών.

Οι τρεις αυτές θρησκείες, σύμφωνα με τον Karl Josef Kuschel, έναν σημαντικό εκφραστή της, είναι αδέλφια ως προς την πίστη στον Θεό του Αβραάμ. Έμφαση δίνεται στον ένα Θεό, στην υπερβατικότητά του και στη διάκρισή του από τον κόσμο. Ταυτοχρόνως με εξεζητημένες αναλύσεις προσπαθούν να υπερβούν ή και να συνθέσουν όχι μόνο τις διαφορετικές θεολογικές αρχές αλλά και τους διαφορετικούς τρόπους κατανόησης και αυτού του προσώπου του πατριάρχη Αβραάμ που υπάρχουν μεταξύ των τριών θρησκειών. Στην ίδια συνάφεια από τους υποστηρικτές της εν λόγω θεωρίας χρησιμοποιούνται και οι όροι «Αβρααμική οικουμένη», «Αβρααμικό πνεύμα» και «Αβρααμική πνευματικότητα».

Είναι βάσιμη όμως αυτή η θεωρία; Αποτελεί σωστό μοντέλο προσέγγισης και αλληλοκατανόησης ανθρώπων διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων; Μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι και οι τρεις θρησκείες είναι αδέλφια ως προς την πίστη στον ένα και τον αυτόν Θεό; Σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, ιδιαιτέρως όσο αφορά το σκέλος της σχέσης Χριστιανισμού και Ισλάμ, αναμφισβήτητα όχι.

Ο ιερός Πατέρας, γνώρισε το Ισλάμ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του από τους Τούρκους το 1354 διαλέχθηκε τρεις φορές με εκπροσώπους του, ομολόγησε και διατύπωσε με σαφήνεια την Ορθό δοξη χριστιανική διδασκαλία, επεσήμανε τον ριζικώς διαφορετικό περιεχόμενο και τον τρόπο κατανόησης του Θεού που υπάρχει μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ, όπως επίσης και το διαφορετικό τρόπο κατανόησης του προσώπου του Χριστού. Τονίζει με σαφήνεια σχετικά με τις θεολογικές αφετηριακές προϋποθέσεις του Ισλάμ: «Τον δε Μεχουμέτ (σ.Σ. τον Μωάμεθ) ούτε παρά των προφητών ευρίσκομεν μαρτυρούμενον ούτε τι ξένον ειργασμένον και αξιόλογον προς πίστιν ενάγον. Δια τούτο ου πιστεύομεν αυτώ ουδέ τω παρ’αυτού βιβλίω ».

Με αφορμή μάλιστα τις ισλαμικές αντιλήψεις περί Χριστού επισημαίνει στο ποίμνιο του: «Προσέχετε μη ευρεθήτε όπως αυτοί εδώ, που, ενώ τον τεχθέντα από την παρθένο τον ονομάζουν Λόγο του Θεού και πνοή του και Χριστό, δηλαδή Θεάνθρωπο, έπειτα τον αποφεύγουν φρενοβλαβώς και τον αθετούν σαν να μη είναι Θεός ». Υπογράμμιζε στις συζητήσεις του ότι κατά τη χριστιανική πίστη το ένας Θεός είναι αλληλένδετο, αδιάσπαστο και με το Τριαδικός. «Εν γουν τα τρία και τα τρία εν».

Ο χριστιανός ομιλεί πάντοτε σχετικά με το μυστήριο του Θεού για « Τριάδα εν Μονάδι, Μονάδα εν Τριάδι και Μονάδα άμα και Τριάδα», πράγμα αδιανόητο για το Ισλάμ, όπως φυσικά και για τον Ιουδαϊσμό. «Ουκούν ο Θεός τρία, και τα τρία ταύτα εις εστι Θεός και δημιουργός».

Ο αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν παρέλειψε επίσης να ανα δείξει στις συζητήσεις του με τους Μουσουλμάνους ότι και τα κοινά εξωτερικά στοιχεία που υπάρχουν (π.χ. προσευχή, ελεημοσύνη) έχουν διαφορετική θεολογική αφετηρία και δεν προϋποθέτουν απλώς μια κοινή μονοθεϊστική εκδοχή του Θεού.

Η επιχειρηματολογία του ιερού Πατέρα βεβαίως δεν εξαντλείται στα όσα ενδεικτικώς επισημάναμε, πλην όμως είναι ικανά, νομίζουμε, να δείξουν τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει μεταξύ Χριστιανικών, Ισλαμικών αλλά και των Ιουδαικών αντιλήψεων κατ’ επέκταση. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα το γεγονός ότι η απόλυτη πιστότητα του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά στα δεδομένα της εν Χριστώ Ιησού θείας Αποκαλύψεως, δεν τον οδηγεί σε αβαρίες περί την πίστη παρά τις ταλαιπωρίες της αιχμαλωσίας του. 

Ταυτοχρόνως όμως τον οδηγεί να κατανοήσει με χριστολογική προοπτική και αυτή τη θέση ενός αλλόδοξου συνομιλητή του «ότι θα έλθει κάποτε καιρός που θα συμφωνήσουμε μεταξύ μας», αναφέροντας: «Συνεθέμην γαρ μνησθείς της του αποστόλου φωνής, ότι επί “τω ονόματι Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψει και πάσα γλώσσα εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός”, τούτο δ’ έσται πάντως εν τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστου». 

Σύμφωνα με τον π. G. Florofsky «ημπορούμεν να θεωρούμεν τον Γρηγόριον Παλαμάν ως οδηγόν μας και διδάσκαλον εις την προσπάθειάν μας να θεολογούμεν από της καρδίας της Εκκλησίας». Είναι σαφές ότι με βάση τη διδασκαλία του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, η θεωρία περί «Αβρααμικών θρησκειών» είναι πολλαπλώς ελλειμματική και ιστορικά ανέρειστη.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2020

Η ΣΎΓΧΡΟΝΗ ΨΕΥΔΟΑΓΓΕΛΟΛΟΓΊΑ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.

Ανησυχητικό φαινόμενο της εποχής μας, νεοεποχίτικη πρακτική πνευματικής σύγχυσης αποτελεί το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό υπάρχει μία αυξανόμενη ενασχόληση και αναφορά στους αγγέλους σε πλήθος νεοεποχίτικων περιοδικών, κοσμικών εντύπων, βιβλίων και διαδικτυακών τόπων, ακόμη και με την έκδοση ειδικών ad hoc περιοδικών1. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι αυτή η έκρηξη ενασχόλησης με τους αγγέλους έχει οδηγήσει κάποιους ετερόδοξους θεολόγους ερευνητές να κάνουν λόγο για μία «Νέα Θρησκεία Των Αγγέλων»2, η οποία μάλιστα, όπως έχει ορθώς επισημανθεί, δεν χρειάζεται καμμία πίστη στο Θεό3. Σύμφωνα με μία άλλη προσέγγιση το φαινόμενο μπορεί να χαρακτηριστεί, επίσης, ως μία εκκοσμικευμένη μορφή λαϊκής θρησκευτικότητας του δυτικού ανθρώπου4.Η ενασχόληση αυτή, βεβαίως, και στον ελληνικό χώρο δεν κινείται σε ορθόδοξα εκκλησιαστικά πλαίσια, ως μορφή υπενθύμισης της διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για τους αγίους αγγέλους, το έργο τους, την αποστολή τους κ.λ.π. Πολύ δε περισσότερο, δε μπορεί να ενταχθεί ούτε στα ευρύτερα χριστιανικά αποδεκτά πλαίσια διδασκαλίας σχετικά με τους αγίους αγγέλους. (Δυστυχώς η προτεσταντική θεολογία του 19 & 20 αι. έχει διάφορες θέσεις περί των αγίων αγγέλων που, πολλές εξ αυτών, κινούνται μεταξύ άρνησης και αντίθεσης προς την εκκλησιαστική διδασκαλία)5 . Αντιθέτως, η ενασχόληση με τους αγγέλους άλλοτε έχει σα- φως συγκρητιστικό περιεχόμενο συνδυάζοντας χριστιανικά, ιουδαϊκά, ισλαμικά, εξωχριστιανικά και εσωτεριστικά στοιχεία, γεγονός που θυμίζει έντονα χαρακτηριστικά του αρχαίου Γνωστικισμού6 και άλλοτε έχει ευδιάκριτα νεοεποχίτικα χαρακτηριστικά7, κάτι που είναι και το πιο συνηθισμένο, με αφετηρία και περιεχόμενο ξεκάθαρα αποκρυφιστικό. Η παρουσία και η αναφορά σε “αγγέλους” είναι γνωστή στο χώρο του αποκρυφισμού και μάλιστα σε διαφορετικά επίπεδα. Αναφέρεται πολύ χαρακτηριστικά σε αντιπροσωπευτικό έργο του αποκρυφιστικού χώρου: «Σπουδαίος Ρόλος Αποδίδεται Εις Την Αγγελολογία Υπό Της Πρακτικής Καββάλας Και Εν Συνέχεια Υπό Της Τελετουργικής Μαγείας Του Δυτικού Εσωτερισμού. (…) Εκ Των Ανωτέρω Συνάγεται Ότι Η Αγγελολογία Αποτελεί Σημαντικόν Κρίκον Εις Την Άλυσιν Της Εσωτερικής Παραδόσεως»8 . Αποκρυφιστικού χαρακτήρα αγγελολογία έχουμε επίσης στο χώρο του Τεκτονισμού, του μονίμως, ως γνωστόν, διαβεβαιούντος, ότι δεν έχει θρησκευτικό χαρακτήρα, και μάλιστα, όπως αναφέρεται σε αντιπροσωπευτικό έργο του χώρου, στα τυπικά μύησης κάποιων ανώτερων βαθμών.Επιλέον, σ’ αυτό το έργο, καταγράφονται και ονόματα “αγγέλων” πολλά από τα οποία προέρχονται από αποκρυφιστικές πηγές, π.χ. την Καββαλά, Ερμητισμό αλλά και από αυτή την ισλαμική αγγελολογία. Αντιπροσωπευτικά θα αναφέρουμε μόνο ένα όνομα “αγγέλου», μεταξύ των 16, που αναφέρονται στο τεκτονικό έργο και είναι αποκαλυπτικό : «Αριήλ, Το Πνεύμα Του Αέρος, Όστις Εις Ανώ- Τερον Τεκτονικόν Βαθμόν Συνδέεται Με Την Ιδέα Της Αγνότητος. Κατά Τους Μάγους Καββαλιστάς Ο Αριήλ Αποκαλύπτει Κρυμμένους Θη- Σαυρούς Και Μυστικά Της Φύσεως »9. Μία ακόμη αποκρυφιστική πτυχή της παλαιότερης και σύγχρονης αποκρυφιστικής “αγγελολογίας “σχετίζεται με την αστρολογία. Σύμφωνα την αστρολογία οι μήνες του έτους, ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες, κ.λ.π. έχουν πνεύματα – αγγέλους προστάτες10 η ταυτοχρόνως από αστρολόγους συσχετίζονται με τις λεγόμενες καρμικές αναφορές, σύμφωνα με την ορολογία του χώρου. Ιδιαιτέρως όμως, σήμερα, μ’ ένα ιδιαιτέρως προσεκτικό και θελκτικό λεξιλόγιο, η νεοεποχίτικη και αποκρυφιστική ψευδοαγγελολογία στα έντυπα του χώρου της, σε διαδικτυακούς τόπους, σε κοσμικά περιοδικά, σε ειδικά σεμινάρια που διοργανώνονται για επικοινωνία με αγγέλους, σε ειδικές κάρτες αγγέλων, χρησιμοποιεί ονόματα ”αγγέλων“ που συναντάμε σε αποκρυφιστικούς χώρους. Ιδιαιτέρως όμως η αιχμή του δόρατος της σύγχρονης νεοεπο- χίτικης και αποκρυφιστικής ψευδοαγγελολογίας είναι η πρακτική να παρουσιάζει τους αγγέλους, όχι ως δημιουργήματα του Θεού, αλλά ως αυθύπαρκτες πνευματικές – αγαθές οντότητες προστασίας, ως οντότητες φωτός και αγάπης, ως αντικείμενο διαλογισμού, ως πηγές ενέργειας, ως θεϊκές φανερώσεις11. Επιπλέον, γίνεται λόγος για παρουσία τέτοιων “αγγελικών“, υποτίθεται οντοτήτων, στις λεγόμενες επιθανάτιες εμπειρίες, η σχετίζονται ακόμα και με ανορθόδοξες θεραπείες (π.χ αγγελικό ρέικι). Ιδιαιτέρως στη νεοεποχίτικη έκφανση της σύγχρονης ψευδοαγγελολογίας το κατ’ εξοχήν στοιχείο το οποίο παραμορφώνεται και διαστρεβλώνεται και χρησιμοποιείται ως μέσο μετά- δοσης αντιχριστιανικών θέσεων είναι το θέμα του φύλακα αγγέλου. Μέσα σ’ όλη αυτή την αποκρυφιστική καταχνιά δεν απουσιάζει σύζευξη της ψευδοαγγελολογίας και με την σύγχρονη μετεξέλιξη του πνευματισμού, που είναι το Channeling, όπου διάφοροι μεσάζοντες (Medium)παρουσιάζονται ως κανάλια – αγωγοί μηνυμάτων κάποιων, δήθεν αγγελικών, οντοτήτων. Αξιολογώντας αυτή την έκρηξη της σύγχρονης ψευδοαγγελο- λογίας από ορθόδοξου πλευράς, λαμβάνοντας υπ’όψιν , μεταξύ των άλλων, τον ευαγγελικό λόγο, ότι το δέντρο γνωρίζεται από τους καρπούς (Ματθ. 12,33), αναμφιβόλως πρέπει να επισημάνουμε, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μορφή δαιμονολογίας που παρουσιάζεται ως αγγελολογία (Β Κορ.11,14). Σημειώσεις. [1] .Τό πιό χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι τό περιοδικό ”Engelmagazin”πού ἐκδίδεται στή Γερμανία σέ 75.000 τεύχη κάθε δίμηνο.Βλ. EZW. Materialdienst 6/ 2008, σ. 227. [2]. Βλ.Τ.Ruster, Die Neuen Engelreligion.Lichtgestalten- Dunkle Mächte, 2010. Πρβλ. EZW. Materialdienst 4/2011, σ. 154. [3]. Βλ. EZW. Materialdienst 12/2010, σ. 462. [4]. Ἀναλυτικά βλ.Ο. Dürr, Der Engel Mächte, 2009. [5].Βλ.W.Trillhaas, Dogmatik, 19844, σσ. 144 – 152. [6].Βλ. EZW. Materialdienst 12/2010, σ. 463. [7].Βλ. W. J. Hanegraaff, New Age Religion And Western Culture. Esoterism In The Mirror Of Secular Thought, 1998, σσ. 197-198, 200-201, 342-343. [8] Βλ. Π. Γράβιγγερ, Ἐγκυκλοπαίδεια Ἐσωτερισμοῦ.., Τομ. Α΄, σσ. 51-52.R. Biewald, Kleines Lexikon Des Okkultismus, 2005, σ. 59. [9]. Ν. Λάσκαρι, Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς Ἐλευθέρας Τεκτονικῆς, σ. 16. [10]. Βλ. N. Drury, The Dictionary Of The Esoteric, 20042, σ. 12. [11].Βλ. EZW. Materialdienst 4/2011, σ. 155.

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.

Διαβάζοντας σέ διάφορα αἱρετικά ἔντυπα τόν τρόπο, δυ­στυ­χῶς, πού κάποιοι συνάνθρωποί μας ἐγκατέλειψαν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χριστοῦ γιά νά ἐνταχθοῦν σέ μιά αἱρετική κίνηση, πολλές φορές διαπιστώνουμε, ἐκτός ἀπό τήν ἀπουσία γνώσης τῆς Ὀρθόδοξης πίστης, νά γίνεται λόγος καί γιά ἕνα ἄλλο φαινόμενο. Γιά τά ὄνειρα.
Στά πλαίσια τῆς διαδικασίας ἔνταξής τους στόν αἱρετικό χῶ­ρο, συχνά κάνουν λόγο γιά μιά ξεχωριστή ἐμπειρία πού εἶχαν, ὅπως τή φανέρωση τοῦ Χριστοῦ στό ὄνειρό τους, τήν περιγραφή εἰδυλλιακῶν πνευματικῶν καταστάσεων καί ἄλλοτε τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη γεγονότων, πού προκαλοῦν φόβο καί ἀγωνία σέ ὄνειρα πού εἶδαν στόν ὕπνο τους. Τά ὄνειρα αὐτά ὅλοι τους τά θεώρησαν ὡς ἐμπειρική ἀπόδειξη τῆς θείας παρουσίας, ὡς ἐ­πι­βρά­βευ­ση καί ἐνίσχυση στό νέο τρόπο ζωῆς τους, στόν αἱρετικό δηλαδή χῶρο, σέ συνδυασμό μέ τή μόνιμη ψευδαίσθηση, ὅτι ἐκεῖ γνώρισαν τόν Χριστό ἀληθινά.
Δέν θά σταθοῦμε στήν ἐπιστημονική ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων. Θά σταθοῦμε σ’ ἕνα ἄλλο βασικό καί θεμελιώδη παράγοντα. Στό ὅτι στίς αἱρετικές κινήσεις δέν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα, πού νά μπορεῖ κάποιος νά διακρίνει τίς νόθες ἐμπειρίες ἀπό τίς γνήσιες καί τοῦτο γιατί ἡ αἵρεση δέν ἔχει ὑγιῆ πνευματικά κριτήρια.
Ἀκατήχητοι, δυστυχῶς, προηγουμένως, ἄγευστοι πείρας καί ἀγῶνα πνευματικῆς ζωῆς, χωρίς ἔμπειρο πνευματικό ὁδηγό, οἱ πρώην Ὀρθόδοξοι δέν μποροῦν νά συνειδητοποιήσουν, ὅτι αὐτό τό ὁποῖο περιγράφουν ὡς μοναδική ἐμπειρία, τήν ὁποία ὁ Κύριος, ὑποτίθεται τούς ἔδειξε διά μέσου τῶν ὀνείρων, εἶναι κάτι τό πνευματικά ἐπικίνδυνο.
Ποῦ ἔγκειται αὐτός ὁ κίνδυνος; Στό ὅτι σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή (Β΄ Κορ. 11, 14) καί σύμφωνα μέ τήν ἐμπειρία καί τήν πείρα τῶν ἁγίων Νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας τῶν διαχρονικῶς ἀναντικατάστατων ἀπλανῶν ὁδηγῶν μας, τά ὄ­νει­ρα εἶναι χῶρος δράσης μεταμφιεζόμενης δαιμονικῆς παρουσίας.
Τό νά μή πλανηθεῖ δηλαδή ὁ ἄνθρωπος μέσω τῶν ὀνείρων, τό ἐπισημαίνει ἡ Ἁγία Γραφή ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Διαβάζουμε στή Σοφία Σειράχ: «Τά ὄνειρα δίνουν φτερά στούς ἀνόητους. (…) Ἀπό τό ἀκάθαρτο τί μπορεῖ νά καθαριστεῖ; Καί ἀπό τό ψέμα νά ἀληθέψει; (…) Πολλούς τά ὄνειρα τούς παραπλάνησαν κι ὅσοι ἐλπίσανε σ’ αὐτά διαψεύσθηκαν» (Σοφ. Σειράχ 34, 1-7).
Γι’ αὐτό τό λόγο οἱ ἱεροί Πατέρες, γνωρίζοντας τόν κίνδυνο τῆς πλάνης, ὄχι μόνο συνιστοῦν νά μή δίνουμε προσοχή στά ὄνειρα, ἀλλά θεωροῦν καί ὡς ἄξιο ἐπαίνου τόν Χριστιανό πού θά ἀρνηθεῖ νά ἀποδεχθεῖ τυχόν ὄνειρο μέ θεϊκή προέλευση. Ἡ ἄρνησή του νά τό ἐμπιστευθεῖ, δείχνει ἄνθρωπο πνευματικά ὥριμο πού εἶχε τήν προσοχή νά μή πλανηθεῖ.
Τήν ἁγιοπατερική Ὀρθόδοξη διδασκαλία τήν συνοψίζει ἄ­ρι­στα, ἐπικαλούμενος μάλιστα τήν ἐμπειρία τῶν πνευματικῶς πεπειραμένων (ὡς παρά τῶν ἐν πεῖρᾳ γεγονότων ἠκούσαμεν) ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς. Ἀναφέρει στό 38ο κεφάλαιο τῶν Ἑ­κα­τό Γνωστικῶν Κεφαλαίων του: «Ὅμως δύναται νά θε­ω­ρη­θῇ μεγάλη ἀρετή τό νά μή δίδῃ σημασία κανείς στά ὄνειρα. Διότι τά ὄνειρα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, τοὐλάχιστον τά περισσότερα, ἀπό εἴδωλα τῶν λογισμῶν πού περιφέρονται ἐδῶ κι ἐκεῖ ἤ ὅ­πως εἶπα, φαντασίες, διά τῶν ὁποίων ἐμπαίζουν τούς ἀνθρώπους οἱ δαίμονες. Ἑπομένως ἐάν δέν ἀποδεχθῶμεν κάποτε κάποιο ὅραμα πού θά σταλῇ σ’ ἐμᾶς ἀπό τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δέν θά ὀργισθῇ ἐναντίον μας, διότι τό ἀρνηθήκαμε, ὁ πολυπόθητος Κύριος Ἰησοῦς. Διότι γνωρίζει ὅτι αὐτό τό κάμνομεν ἀπό φόβον μήπως μᾶς ἀπατήσουν οἱ δαίμονες» (Μετάφραση π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη).
Ὅλα τά ὄνειρα ἔχουν πειρασμική προέλευση; Ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Πατέρες ἀπαντοῦν ὄχι. Ὑπάρχουν καί ὄνειρα πού προέρχονται ἀπό τόν Θεό. Τέτοια ὄνειρα π.χ. εἶναι τό ὄνειρο τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος (Ματθ. 1, 20), τό ὄνειρο τῶν Μάγων (Ματθ. 2, 12) καί τό ὄνειρο τῆς γυναίκας τοῦ Πιλάτου (Ματθ. 27, 19). Αὐτές τίς περιπτώσεις ἐπικαλοῦνται διάφοροι αἱρετικοί στίς συζητήσεις μαζί τους γιά νά δικαιολογήσουν τήν ἐμπιστοσύνη πού δείχνουν στά ὄνειρα, θεωρώντας ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὅλα ἔχουν θεϊκή προέλευση.
Γιά τά ὄνειρα πού ἔχουν θεϊκή προέλευση κάνουν λόγο καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ταυτοχρόνως περιγράφουν καί μερικά βασικά γνωρίσματά τους, πού στά πλαίσια τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα ἀποτελοῦν καί κριτήρια ἀξιολόγησης καί προέλευσής τους (βλ. π.χ. Ἁγ. Διαδόχου Φωτικῆς, Κεφ. 36-37). Μποροῦν, δηλαδή, ἔτσι ὀρθῶς νά ἀξιολογήσουν ἄν εἶναι γνήσια ἤ νόθα αὐτή ἡ ἐμπειρία καί κατ’ ἐπέκταση ἡ προέλευση αὐτῶν τῶν ὀνείρων.
Αὐτός ὅμως ὁ πνευματικός πλοῦτος, τά πνευματικά κριτήρια τῆς Νηπτικῆς ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως, εἶναι ἀνύπαρκτος στό χῶρο τῆς αἵρεσης. Αὐτό ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά ζοῦν μιά πλάνη σέ σχέση μέ τά ὄνειρα, ἀλλά καί νά προσπαθοῦν νά τήν ἐπιβεβαιώσουν ἐπικαλούμενοι τήν Ἁγία Γραφή!
Καί στήν ἔνσταση, πῶς μπορεῖ κάποιο ὄνειρο νά ἔχει δαιμονική προέλευση, ὅταν ὡρισμένες φορές ἐπιβεβαιώνεται, μᾶς ἀ­παν­τᾶ μέ τήν χαρακτηριστική του ἀκρίβεια ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Κατά τόν ἱερό Πατέρα, οἱ δαίμονες προλέγουν ἄλλοτε βλέποντες αὐτά πού γίνονται ἀπό μακριά καί ἄλλοτε στοχαζόμενοι. Γι’ αὐτό πολλές φορές λένε ψέματα ἐνῶ κάποιες φορές μέ τόν τρόπο αὐτό ἀληθεύουν. Καί ὡς ἐκ τούτου ποτέ δέν θά πρέπει νά τούς δίνουμε σημασία (Ἔκδοσις Ἀκριβής, 2, 4). Ἄν τυχόν ὁ ἄνθρωπος δείξει ἐμπιστοσύνη ἐπειδή συνέβη κάτι τό ὁποῖο ἐπαληθεύτηκε, ἁπλῶς, ὁ ἀντίδικος ἔχει καταφέρει νά ἀποσπάσει τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου καί ὡς ἐκ τούτου νά εἶναι πιό εὔκολα χειραγωγήσιμος στήν πλάνη.
Νά λοιπόν, γιατί ποτέ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί σύμφωνα μέ τήν παρακαταθήκη τῶν ἁγίων Πατέρων, οὔτε πιστεύουν οὔτε ἐμπιστεύονται τά ὄνειρα. Προέχει ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καί ὄχι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀθεράπευτου ἀπό τά πάθη ἀνθρώπου στήν μεταπτωτική λειτουργία τῆς φαντασίας.

(Περιοδικό «διάλογος», τεύχος 89)

(Πηγή ηλ. κειμένου: impantokratoros.gr)

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

ΑΝΤΊΣΤΡΟΦΟΣ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΙΣ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ, ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΓΊΔΑ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.

Ένα φαινόμενο και ταυτοχρόνως παγίδα, που συναντά κάποιος στα πλαίσια του ευρύτερου νεοεποχίτικου και αποκρυφιστικού χώρου είναι η πρακτική που χρησιμοποιούν εκπρόσωποι και κινήσεις του και συνίσταται στην αντίστροφη νοηματοδότηση διαφόρων θεολογικών εννοιών.
Πρόκειται για μια συνήθη, πλην όμως επικίνδυνη πρακτική, που δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις και ελλοχεύει ο κίνδυνος, εάν δεν τον αντιληφθούμε εγκαίρως ή εάν το αγνοούμε, να οδηγηθούμε σε ένα είδος πνευματικής σύγχυσης ή και αλλοίωσης του εκκλησιαστικού φρονήματος.
Παρεμπιπτόντως πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η συγκεκριμένη πρακτική χρησιμοποιείται και από τις διάφορες αιρετικές και παραχριστιανικές ομάδες. Οι λέξεις-όροι, π.χ. Θεός ή Χριστός, δεν κατανοούνται με τον ίδιο τρόπο από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, τους Μορμόνους ή τους οπαδούς της Χριστιανικής Επιστήμης.

Υπάρχει όμως μια διαφορά. Στις αιρετικές και παραχριστιανικές κινήσεις, οι όροι έχουν αιρετικό περιεχόμενο εξ αρχής, ενώ στους ποικίλους νεοεποχίτικους και αποκρυφιστικούς χώρους, η αντίστροφη νοηματοδότηση των θεολογικών όρων χρησιμοποιείται ως μεθόδευση και ως τρόπος σταδιακής υιοθέτησης αλλότριου και αντιχριστιανικού φρονήματος.

Είναι ανάγκη τόσο ο ποιμένας, όσο και ο κάθε χριστιανός να είναι υποψιασμένοι, όχι όμως καχύποπτοι, γι’ αυτού του είδους την πρακτική. Σε διάφορα κοσμικά περιοδικά, σε διαδικτυακούς τόπους, σε εκπομπές ΜΜΕ τοπικής και πανελλήνιας εμβέλειας, πολλές φορές θα δούμε αρθρογραφία ή συζητήσεις για θρησκευτικά θέματα, που γίνεται χρήση θεολογικής ορολογίας πλην όμως εμπεριέχει αντίστροφη νοηματοδότηση ασυμβίβαστη με την ορθόδοξη ή την παραδοσιακή χριστιανική θεώρηση των όρων.
Αρθρογράφοι και ομιλητές, άλλοτε εν αγνοία τους και άλλοτε σκοπίμως, υιοθετούν και χρησιμοποιούν θεολογικούς όρους, που η νοηματοδότησή τους δεν ταυτίζεται με την εκκλησιαστική νοηματοδότηση του όρου όπως εκ πρώτης όψεως πιστεύει ο αναγνώστης ή ο ακροατής.

Ο στόχος αυτής της πρακτικής είναι ένας και μοναδικός. Η αλλοίωση του φρονήματος και η εκ των έσω διάβρωση, ώστε οι νεοεποχίτικες και αποκρυφιστικές δοξασίες να καταστούν εύκολα προσλήψιμες. Οι όροι π.χ. Θεός, Χριστός, Πνεύμα, προσευχή, αγάπη, ειρήνη, πίστη, πνευματικότητα, ψυχή, θάνατος κ.ά. χρησιμοποιούνται ευκαίρως από τους εκπροσώπους αυτών των χώρων, πλην όμως δεν νοηματοδοτούνται με το εκκλησιαστικό τους περιεχόμενο και δεν σχετίζονται με την αυθεντική χριστιανική πίστη.

Αναφέρουμε τρία αντιπροσωπευτικά παραδείγματα:

1. Με τη λέξη Θεός, δεν εννοούν το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος, αλλά ένα άκρως υποκειμενικό και απροσδιόριστο εννοιολογικό νεφέλωμα.
2. Κάνοντας λόγο περί Χριστού δεν αναφέρονται στον Θεάνθρωπο Κύριο, αλλά στη λεγόμενη «χριστική κατάσταση».
3. Μιλώντας για προσευχή, την παρουσιάζουν ή την εξισώνουν με τη διαλογιστική πρακτική των εξωχριστιανικών θρησκευμάτων.
Προσοχή, λοιπόν, και σ’ αυτή τη μεθόδευση. Η Παύλειος προτροπή στον Απόστολο Τιμόθεο: «Πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει, τῇ παρακλήσει, τῇ διδασκαλίᾳ» (Α’ Τιμ. 4, 13) είναι και γι’ αυτή την περίπτωση εξαιρετικά επίκαιρη.

Πηγή:Ορθόδοξος Τύπος, Αριθμός Φύλλου 2022, 16 Μαΐου 2014

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ