Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Σ' ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ!

Χριστιανοί! Η ευτυχία βρίσκεται σ’ εμάς τους ίδιους· ευτυχής δε και τρισμακάριος είναι ο άνθρωπος που το κατανόησε.

Εξετάστε την καρδιά σας και μάθετε την ηθική της κατάσταση.

Προσέξτε, μήπως έχασε το θάρρος της απέναντι στον Θεό, μήπως σας κατηγορεί για παράβαση ηθικών νόμων, μήπως σας ελέγχει ότι αθετήσατε θείες εντολές· μήπως διαμαρτύρεται η συνείδησή σας ότι την καταπιέζετε, μήπως σας καταγγέλλει για αδικία, για ψεύδος, για παραμέληση των θείων καθηκόντων, για αμέλεια των καθηκόντων σας προς τον συνάνθρωπο.

Ερευνήστε μήπως γέμισαν την καρδιά σας κακίες και πάθη, μήπως αγαπήσατε την αμαρτία, μήπως συναινείτε εργαζόμενοι τα πονηρά.

Ας προσέξουμε να μην ξεμακρύνει η καρδιά μας από το αγαθό και ακολουθήσουμε δρόμους μπερδεμένους και μονοπάτια δύσβατα, στα οποία παραμονεύουν οι φίλοι της απωλείας.

Δυστυχισμένοι είναι αυτοί που αμελούν αυτό που θέλει η καρδιά τους και ονειρεύονται τα πλούτη του Κροίσου για να κατακτήσουν την μακαριότητα, την ευδαιμονία ή την ευτυχία, την στιγμή που όλος ο πλούτος, είτε αυτός που κρύβεται κάτω από τη γη είτε αυτός που βρίσκεται πάνω στην γη, δεν είναι ικανός να προσφέρει κάποια ευτυχία.

Τι λέω ευτυχία, ούτε από την κακοδαιμονία δεν έχουν την δύναμη να τους απαλλάξουν, ούτε καν να μετριάσουν την ταραχή της ψυχής τους, που την προκαλούν πλήρη παθών, όπως ταράζουν την θάλασσα όταν πνέουν πολύ σφοδροί άνεμοι.

Απόσπασμα εκ του βιβλίου «Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Γράμματα από έναν άγιο, Πνευματικές νουθεσίες και συμβουλές», των εκδόσεων Άθως. Απόδοση στα νέα ελληνικά Ευανθία Χατζή.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2020

ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!


(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Στην Κατοχή ήταν κηπουρός [ο πατήρ Γεώργιος Αγιοπαυλίτης] και τον μύησαν στην Αντίσταση. Μαζί με άλλους μοναχούς φυγάδευαν συμμάχους στην Ανατολή. Προδόθηκε από έναν Ρουμάνο.

Τον συνέλαβαν και τον ωδήγησαν στο στρατόπεδο Παύλου Μελά [στην Θεσσαλονίκη], όπου πέρασε στρατοδικείο. Τον ρώτησε ο δικαστής:

– Γιατί παίρνετε τους εχθρούς και τους στέλνετε στην Σμύρνη και στην Αίγυπτο;

– Αφού έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, απάντησε. Αν σου χτυπήσει την πόρτα ο άλλος, τι θα του πεις; Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέγει, όποιος θέλει βοήθεια να τον βοηθάς.

– Δηλαδή, αν ένας Γερμανός έρθη και σου ζητήση βοήθεια θα τον βοηθήσεις; Ρώτησε ο δικαστής.

– Αν έχη ανάγκη από βοήθεια, φυσικά. Ανάλογα τι ανάγκη έχει. Αλλά εσείς δεν έχετε καμμία ανάγκη. Πνίξατε τον κόσμο στο αίμα. Αιματοκυλίσατε την ανθρωπότητα.

Το δικαστήριο τον κατεδίκασε εις θάνατον. Τον πήγαν στο κρατητήριο στο Επταπύργιο [φυλακές Επταπυργίου στην Θεσσαλονίκη] και μετά από δύο μέρες αρρώστησε από ελονοσία. Τον πήγαν στο αναρρωτήριο και εκεί ήταν και οι «Τυπογράφοι» (δύο κατά σάρκα αδελφοί μοναχοί, Παντελεήμων και Θεοφύλακτος Νανόπουλοι, από το Κελλί των Τυπογράφων στις Καρυές), και ο γερω-Μελέτιος ο Συκιώτης [ο γνωστός αγιογράφος και δάσκαλος της Βυζαντινής μουσικής στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους].

Ο π. Γεώργιος καιγόταν στον πυρετό. Ένα βράδυ μόλις σουρούπωσε, συνήλθε, κάθησε στο κρεββάτι και είπε:

– Τώρα ήρθε ο Άγιος Παύλος [ο άγιος Παύλος Ξηροποταμινός ιδρυτής της Μονής Αγίου Παύλου Αγίου Όρους της οποίας μοναχός ήταν ο Γέρω-Γεώργιος] με τον Άγιο Γεώργιο [το Καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου είναι αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο] και μου είπαν ότι θα με ελευθερώσουν σε τρεις μέρες.

Οι άλλοι δεν πίστεψαν και θεώρησαν ότι παραμιλά από τον πυρετό. Ο π. Γεώργιος έπεσε πάλι σε λήθαργο.

Σε τρεις μέρες, ενώ δεν μπορούσε να πάρη τα πόδια του από τον πυρετό και την εξάντληση, στις 3 η ώρα το μεσημέρι, πήδηξε από τον τρίτο όροφο πάνω σ᾿ ένα δένδρο ούτε καν γραντζουνίστηκε και δραπέτευσε, ενώ ο χώρος φυλαγόταν πολύ αυστηρά, κανείς δεν τον αντιλήφθηκε.

Ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Εκεί μόνο θα ήταν ασφαλής, γιατί έξω υπήρχε κίνδυνος να συλληφθή. Ξεκίνησε με τα πόδια, χωρίς να γνωρίζη προς τα που βαδίζει. Φθάνοντας στο Γομάτι [χωριό της Χαλκιδικής] τον συνάντησε ένας πληροφοριοδότης των κατακτητών.

Του είπε:

– Είσαι ύποπτος, συλλαμβάνεσαι.

Έβγαλε το περίστροφο και με την απειλή προχωρούσε μπροστά ο πατήρ Γεώργιος και πίσω αυτός. Σε μία στιγμή στο μονοπάτι έκανε ότι σκόνταψε και γυρνώντας απότομα του πήρε το περίστροφο.


Άρχισε τότε να τον εκλιπαρή ο άλλος:

– Σώσε με, έχω γυναίκα και παιδιά.

Του χάρισε την ζωή και συνέχισε για το Άγιον Όρος. Κράτησε όμως «το σίδερο», όπως έλεγε το περίστροφο. Στον Μονοξυλίτη [περιοχή με αμπέλια στην είσοδο του Αγίου Όρους], στο Διονυσιάτικο, κινδύνευσε να αναγνωρισθή από έναν εργάτη από τα πλησιόχωρα μέρη αλλά με την ετοιμολογία του κατάφερε να ξεφύγη και έφθασε στο Μοναστήρι.

Δεν μπήκε όμως μέσα. Διέμενε σε μία σπηλιά πάνω από το Μοναστήρι, και ήξεραν ότι είναι εκεί, μόνο ο ηγούμενος Σεραφείμ, ο παπα-Ανδρέας, που ήταν τραπεζάρης, και ο πατήρ Δαυίδ.

Ο παπα-Ανδρέας πήγαινε και τον κοινωνούσε κρυφά τα Σάββατα που λειτουργούσε στο Κοιμητήρι. Σημείο συναντήσεως ήταν άλλη σπηλιά, η σπηλιά του Αγίου Παύλου, πιο πάνω από τον πύργο της Μονής. Έμεινε 19 μήνες στην σπηλιά, και μάλιστα πέρασε τότε ένα χειμώνα βαρύτατο. Έκανε διάφορα μεθοδεύματα. Άναβε τη νύχτα φωτιά για να μην φαίνεται ο καπνός και έτσι ζεσταινόταν η σπηλιά. Το βράδυ με ένα καλάθι του κατέβαζαν τρόφιμα από το τείχος.

Την άνοιξη, επειδή αργούσε να δη την σπηλιά ο ήλιος, έβγαινε απέναντι σε μία πέτρα. Μία φορά τον τσίμπησε οχιά. Επικαλέστηκε τον Απόστολο Παύλο και δεν έπαθε τίποτε.

Μία μέρα είδε στο μονοπάτι που πάει για τις Καρυές, να περνούν κάτω από την σπηλιά του τρεις Ρουμάνοι, ένας εκ των οποίων τον είχε προδώσει. Το περίστροφο που προαναφέρθηκε το είχε μαζί του και μπορούσε να εκδικηθή. Αλλά είπε: «Ας πάνε στο καλό τους».

Οι Γερμανοί απεφάσισαν να κάψουν το Μοναστήρι, διότι υποψιάζονταν ότι μέσα κρυβόταν ο Μοσχονάς (ο πατήρ Γεώργιος). Μπερδεύτηκαν όμως και, αντί να πάνε στον Άγιο Παύλο, πήγαν στο Διονυσίου [Ιερά Μονή που βρίσκεται πριν από την Μονή Αγίου Παύλου]. Τους έδωσαν προθεσμία μία εβδομάδα, για να μαζέψουν τα πράγματά τους και να φύγουν.

Όταν κατάλαβαν ότι έκαναν λάθος ο ηγούμενος Γαβριήλ τους καθυστέρησε και έστειλε κάποιον να ειδοποιήση στον Άγιο Παύλο ότι θα ᾿ρθουν οι Γερμανοί. Τότε κατάλαβαν οι πατέρες, γιατί ο παπα-Σωφρόνιος ο Ρώσσος [πρόκειται για τον όσιο Σωφρόνιο του Έσσεξ που τότε ήταν πνευματικός της Ιεράς Μονής] τους είχε πει την προηγούμενη ημέρα να κάνουν προσευχή όλοι οι πατέρες στα κελλιά τους, διότι έρχεται μεγάλο κακό στο Μοναστήρι.

Οι πατέρες με συμβουλή του πατρός Θεοδοσίου που ήταν γραμματέας, έκαναν μία εικονική καταδίκη του πατρός Γεωργίου, με απόφαση να τον καταδώσουν οι ίδιοι όταν τον δουν. Ήρθαν οι Γερμανοί, τους έδειξαν τα έγγραφα, και εσώθη το Μοναστήρι.

Όταν τελείωσε η Κατοχή και εξέλειπε ο κίνδυνος, ο πατήρ Γεώργιος ήρθε στο Μοναστήρι και ανέλαβε πάλι το διακόνημά του.

Έλεγε:

– Πέρασα δύσκολα, όμως τέτοια ευφροσύνη ψυχής δεν ξαναδοκίμασα. Ήταν η ευλογία του Αγίου Παύλου και του Αγίου Γεωργίου που με ελευθέρωσαν.

Ένας από αυτούς που έσωσε φυγαδεύοντάς τον, ήταν γυιος υπουργού της Νέας Ζηλανδίας. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος ήρθε να τον ευχαριστήση με μία σακκούλα λίρες αποκαλώντας τον σωτήρα του.

Ο π. Γεώργιος του απάντησε:

– Ο Θεός έσωσε κι εσένα κι εμένα.

– Αυτά τα στέλνει ο πατέρας μου με όλη την αγάπη του.

– Δεν έχω ανάγκη· αυτά τα άφησα στον κόσμο, πριν ξεκινήσω για δω.

– Πάρτα για το Μοναστήρι.

– Δεν έχει ανάγκη το Μοναστήρι από Νεοζηλανδέζικα χρήματα.

Συγκινήθηκε ο Νεοζηλανδός και αργότερα η κυβέρνηση Νέας Ζηλανδίας του έστειλε μία περγαμηνή ως μεγάλο ευεργέτη της.

Του έστειλαν παράσημο και από την Αγγλία και ήθελαν να του δώσουν σύνταξη με χρυσές λίρες Αγγλίας, αλλά τάστειλε πίσω. «Ό,τι έκανα για την Πατρίδα μου το έκανα», είπε.

Και άλλοι πολλοί που σώθηκαν από τον π. Γεώργιο τον ευγνωμονούσαν και ήθελαν να τον ανταμείψουν, αλλά δεν δέχτηκε τίποτε, αν και τότε ήταν δύσκολα χρόνια λόγω της φτώχειας και της δυστυχίας.

Είχε γράψει ένα εκτενές ημερολόγιο καταγράφοντας όλα όσα πέρασε. Αν δημοσιευόταν, θα γινόταν ανάρπαστο. Αλλά μία μέρα μετά τον κανόνα του το έκαψε. «Δεν ταιριάζουν αυτά σε καλογέρους», είπε.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο “ΚΔ’, Γερω-Γεώργιος Αγιοπαυλίτης” του βιβλίου “Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικξ παράδοση”, Άγιον Όρος, 2011.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΠΡΕΒΕΖΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Φῶς, ζωή, εὐωδία

Σήμερα, πού ἔχομε τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στρέφομε τή σκέψη μας πρός τούς πρώτους χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ὅταν ζωγράφισαν τόν Τίμιο Σταυρό, ἔβαλαν ἐπάνω Του καί τά λόγια: «Φῶς, Ζωή».

Στή μία πλευρά «Φῶς» καί στήν ἄλλη «Ζωή».

Ὁ Σταυρός εἶναι Φῶς καί Ζωή.

Ἀκόμη, στρέφομε τήν σκέψη μας, πρός τήν Ἁγία καί ἔνδοξη Βασίλισσα, μητέρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, Ἑλένη, ἡ ὁποία ζώντας τήν πίστη τήν ἀληθινή καί ζώντας τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι  ὁ Σταυρός εἶναι Φῶς καί Ζωή, ἐπεθύμησε νά ἔρθει καί νά ἀσπαστεῖ τόν ἴδιον τόν Τίμιο Σταυρό τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κατά τήν παράδοση ἦταν πεταμένος ἀπό τούς Ἑβραίους στόν σκουπιδότοπο καί ἦταν σκεπασμένος μέ ὅλων τῶν εἰδῶν τίς βρωμιές καί τίς ἀκαθαρσίες.

Καί πῆγε ἐκεῖ πού μέχρι τότε κανείς δέν τολμοῦσε, λόγῳ τῶν διωγμῶν καί λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν Ἑβραίων, νά πατήσει. Πῆγε μέ τή δύναμη καί μέ τό ὄνομα τοῦ υἱοῦ της μεγίστου καί ἰσαποστόλου Κωνσταντίνου καί ἔψαξε καί ἔσκαψε κάτω ἀπό τίς βρωμιές καί τίς ἀκαθαρσίες τῶν Ἑβραίων, πού εἶχαν πετάξει μετά ἀπό τή μεγάλη ἐκείνη Ἁγία Παρασκευή τῆς σταύρωσης τοῦ Χριστοῦ.

Στίς 3 Αὐγούστου, βρῆκε τούς τρεῖς σταυρούς. Τῶν δύο ληστῶν καί τοῦ Σωτήρα μας. Καί ἀπορώντας ποιός ἀπό τούς τρεῖς εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ἔκανε στή σκέψη ὅτι οἱ μέν σταυροί τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἄχρηστα καί νεκρά ξύλα, ὁ δέ Σταυρός πάνω στόν ὁποῖον ἀπέθανε ἡ Ζωή τοῦ κόσμου, ὁ Κύριος καί Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς  Χριστός, εἶναι ζωοποιός καί δύναμη ζωῆς. Εἶναι φῶς καί ζωή.

Καί τότε, κατά τήν παράδοση, βρέθηκε ἐκεῖ ἕνας νεκρός ἄνθρωπος, μία νεκρή γυναίκα, πού εἶχε πεθάνει ἐκείνη τήν ἡμέρα. Ἀκούμπησε τήν νεκρή πρῶτα στόν πρῶτο σταυρό καί μετά στόν δεύτερο χωρίς ἀποτέλεσμα. Τέλος, ὅταν ἀκούμπησαν τήν νεκρή ἐπάνω στό ζωοποιό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἀναστήθηκε καί δοξολόγησε τό Σωτήρα τοῦ κόσμου, δείχνοντας ἔτσι τί εἶναι ἡ δύναμις τῆς πίστης.

Ἔτσι ὁ Θεός ἔδειξε σέ ὅλους, ὅτι αὐτός ἦταν ὁ ζωοποιός Του Σταυρός.

Ἐπάνω στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ βρῆκαν νά ἔχει φυτρώσει καί ν’ ἀνθίζει ἕνα εὐῶδες φυτό, τό ὁποῖο, ἀπό τότε, ὀνομάζεται βασιλικός. Γιατί ἦταν ἐπάνω στό Σταυρό τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ. Καί τό ὁποῖο εἶναι τό σύμβολον ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνον Φῶς καί Ζωή καί Ἀνάσταση, ἀλλά εἶναι καί Εὐωδία.

Ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ εὐωδία τῆς ζωῆς, πού εἶναι  ἀφιερωμένη στή δόξα τοῦ Θεοῦ καί στόν Θεόν.

 Δέν πρέπει ποτέ νά τό ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ Χριστός ἦρθε στόν κόσμο γιά νά «πληρώσει τά σύμπαντα εὐωδίας» πνευματικῆς.

Ἄς φανταστοῦμε τώρα μία σκηνή.

Ἄς ποῦμε ὅτι κατεβήκαμε ἀπό τά ἄστρα, ἀπό τό φεγγάρι, ὅτι εἴμαστε ἐξωγήινοι. Ἐρχόμαστε στή γῆ καί κοιτάζομε νά δοῦμε τί εἶναι αὐτός ὁ κόσμος.

Τί θά ἰδοῦμε, ἀδελφοί μου;

Ἐγκλήματα, βλασφήμιες, κλεψιές, βρωμιές, ἀνηθικότητες, μίση, πάθη. Μανία γιά ἁρπαγή. Σέ τί βαθμό; Σέ βαθμό πού ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τά σκέπτεται, ἰλιγγιᾶ καί λέγει: «μά, εἶναι κόσμος αὐτός καί κοινωνία; Ἤ εἶναι ζούγκλα»;

Ἄν κανείς τό φιλοσοφήσει καλά, πραγματικά ὁ κόσμος μας, δέν εἶναι κοινωνία ἀνθρώπων λογικῶν καί μέ βάσεις ἠθικές καί πνευματικές ἀλλά εἶναι ζούγκλα. Ἐνῶ, ὅμως σκέφτεται κανείς, ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ζούγκλα, γιατί νοιάζεται μόνο γι’ αὐτό πού τή συμφέρει καί τό κακό εἶναι βοῶν καί κρᾶζον, ὑπάρχει καί κάτι πού τοῦ δίνει ἐλπίδα.

Καί τό βλέπει κανείς, ἐάν στρέψει τά μάτια του λιγάκι πιό ἐρευνητικά καί δεῖ μέσα στίς ἐκκλησίες καί δεῖ μέσα στά σπίτια, πού ζοῦν ἥσυχα καί ἤρεμα οἱ ἄνθρωποι τῆς καλωσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς θυσίας, τῆς φιλαλληλίας, τῆς βοηθείας. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού στενοχωροῦνται ἄν περάσει ἡμέρα χωρίς νά κάνουν κάποιο καλό. Καί οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού θλίβονται ὄχι γιατί ἔκαναν κάτι πού εἶναι ὁλοφάνερα ἁμαρτία καί ρυπαρότητα, ἀλλά στενοχωροῦνται ἀκόμη καί ἄν περάσει ἀπό τή διάνοια καί ἀπό τήν ἐπιθυμία τους κάτι τό κακό. Μία κακή σκέψη.

Ἄν λοιπόν στρέψομε τά μάτια μας σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, τότε, παίρνομε θάρρος καί ἐλπίδα.

Γιατί δέν γίνονται ὅμοιοι μέ τούς ἄλλους;

Ἀλλά, μέσα σ’ αὐτόν τόν κόσμο, τόν τόσο διαφορετικό, πού ἡ ποιότητά του κυμαίνεται ἀπό τό ὕψος τῆς ἀρετῆς μέχρι τά βάθη τῆς κακίας καί τῆς ἁμαρτίας, θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ:

«Καλά, αὐτοί οἱ ταλαίπωροι πού νοιάζονται γιά τό καλό γιατί τό κάνουν; Γιατί προσεύχονται; Γιατί θυσιάζονται; Γιατί κοπιοῦν; Γιατί πάσχουν καί ὑποφέρουν; Γιά ποιούς; Γιατί δέν τά κλωτσᾶνε ὅλα αὐτά, νά γίνουν καί αὐτοί ὅμοιοι μέ τούς ἄλλους»;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι:

Γιατί κάποια ἡμέρα, κατέβηκε στόν κόσμο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἀφοῦ ἔζησε στόν κόσμο γεμάτος ἀπό ἀγάπη καί ἀπό καλωσύνη, ἀνέβηκε στό Σταυρό ἐπισήμως.

Γιατί ἀνέβηκε στό Σταυρό ἐπισήμως;

Γιά νά δείξει καί στούς μέν καί στούς δέ, ποιό εἶναι τό σωστό. Καί πῶς πρέπει νά ἀντιμετωπίζουν κακίες, μίση, πάθη.

Καί σέ ἐκείνους πού εἶναι μακρυά του, νά δείξει τί;

Ὅτι δέν πρέπει ποτέ νά ἀπογοητεύονται.

Γιατί; Γιατί, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στό Σταυρό εἶναι Φῶς καί Ζωή.

Πῶς εἶναι φῶς καί ζωή; Μέ τό νά μᾶς δείχνει ποῖο εἶναι τό νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου.

Ἀλλοίμονο, στόν ἄνθρωπο πού δέν θά καταλάβει ὅτι πρέπει νά ξεπεράσει ὅλο τόν κακό του ἑαυτό, ὅλες τίς κακές του ἐπιθυμίες καί δέν θέλει νά καταλάβει, ὅτι ἡ ἀληθινή ζωή εἶναι γιά νά περάσει μέ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Νά συμπορευθοῦμε καί νά συσταυρωθοῦμε μέ Αὐτόν

Ἀλλοίμονο, στόν ἄνθρωπο πού δέν θά καταλάβει ὅτι πρέπει καί ὁ ἴδιος νά σταυρωθεῖ γιά τό Θεό, πού εἶναι ὁ Κτίστης καί Δημιουργός τῶν ἁπάντων, ὅπως σταυρώθηκε ὁ Χριστός γιά μᾶς. Νά σταυρωθεῖ ὄχι σωματικά, ἀλλά νά σταυρωθεῖ γιά τά πάθη, γιά τίς κακές του ἐπιθυμίες, γιά τά μίση του, γιά τήν ἁρπαχτική του μανία, γιά τήν ἀπέραντη φιληδονία πού τόν μαστίζει.

Ὅποιος αὐτό τό καταλάβει καί ἀρχίσει νά σταυρώνει τόν ἑαυτό του, ὅπως ὁ Χριστός σταύρωσε τόν ἑαυτό Του γιά μᾶς, ἀρχίζει ἡ ζωή του νά πλημμυρίζει στό φῶς καί νά γίνεται ἀληθινή ζωή. Καί ἀρχίζει ἡ ψυχή του νά ἀποκτᾶ τήν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νά μυρίζει σάν τό βασιλικό, πού βρέθηκε ἐπάνω στόν Τίμιο Σταυρό.

Ἀδελφοί, ὁ Χριστός ἀπέθανε μέν στό Σταυρό «τῇ ἁμαρτία». Ἀπέθανε, γιά νά πεθάνει ἡ ἁμαρτία. Ὄχι ἡ δική Του πού δέν εἶχε, ἀλλά ἡ δική μας. Γιατί ὅταν ὁ Χριστός ἀπέθανε ὑπέρ ἡμῶν, ἀπέθανε ὑπέρ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ κόσμου. Καί ἔδωσε τό αἷμα Του εἰς «ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

 Πρέπει, λοιπόν καί ἐμεῖς νά πεθάνομε γιά τήν ἁμαρτία, γιά νά ἀναστηθοῦμε γιά τήν αἰώνιο ζωή. Καί νά μπορέσομε ν’ ἀποκτήσομε τήν ἐλπίδα καί τήν προϋπόθεση τῆς σωτηρίας. Ὥστε ὅταν θά ἔρθει ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως, τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, ὅπως λέγει στόν Ἀπόστολο, πού διαβάζομε στίς κηδεῖες, τότε πού «θά ἀκουστεῖ ἡ σάλπιγγα τοῦ ἀγγέλου», τότε πού ὅλοι θά ἀναστηθοῦμε, νά ἐξέλθομε εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐρχομένου μετά δόξης, Σωτῆρος τοῦ κόσμου.

Καί τότε, «ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα». Θά ἀναληφθοῦμε, καί ἐμεῖς, στούς οὐρανούς, ὅπως ἀνελήφθη πρῶτος ὁ Χριστός καί εἰσῆλθε στό πέραν τοῦ οὐρανοῦ καταπέτασμα καί θυσιαστήριο, στόν ἐπουράνιο Ναό τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, στή αἰώνιο Βασιλεία Του, ὁ Κύριος καί Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό σύμβολο ὁλόκληρης τῆς χριστιανικῆς πίστης.  Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, ὅποιος εἶναι χριστιανός ἀγαπᾶ τόν Σταυρό. Τόν ἔχει στό στῆθος του, τόν ἔχει στήν καρδιά του, τόν ἔχει στό νοῦ του. Καί ὅσο καί ἄν τόν βλέπει, τόσο περισσότερο τόν καμαρώνει καί τόσο περισσότερο δέν τόν χορταίνει.

Γιατί ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι Φῶς καί Ζωή.

Καί εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ κόσμου.

Ἡ εὐωδία τῶν ψυχῶν μας, ἡ ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ἀνάστασης καί δικαιώσεως στήν ἐπουράνιο Βασιλεία. Ἀμήν.

Η ομιλία εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπου Πρέβεζας στις 14-09-1991

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΕΔΕΣΣΗΣ, ΠΕΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΜΩΠΙΑΣ ΙΩΗΛ ΦΡΑΓΚΑΚΟΥ

«Και ιδών αυτήν ο Κύριος ευσπλαγχνίσθη υπ’ αυτή»

«Όπως οι διδάσκαλοι των μικρών παιδιών τα μορφώνουν με σύστημα, δηλαδή προσπαθούν να μάθουν τους μαθητές το αντικείμενο της γνώσεως αρχίζοντας απ’ τα πιο μικρά και προχωρώντας στα πιο μεγάλα, έτσι και ο Κύριος έκανε με τους μαθητές Του. Πρώτα-πρώτα ενώπιόν τους θεράπευσε απλές ασθένειες, μετά έβγαλε δαιμόνια από τις ψυχές των ανθρώπων, μετά άνοιξε τα μάτια τυφλών, ύστερα

χάρισε την υγεία αυτών που είχαν πλησιάσει το θάνατο και στο τέλος έκανε τις αναστάσεις, όπως π.χ. της θυγατέρας του Ιαείρου ή του παιδιού της χήρας της Ναΐν που περιγράφεται στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο Κύριος ανέστησε τους νεκρούς, προκειμένου να «προειδοποιήσει», δηλαδή να προετοιμάσει το δρόμο για τη διδασκαλία της αναστάσεως της δικής Του και γενικά των νεκρών, τονίζει ο Θεοφάνης ο Κεραμεύς. «Ας δούμε μερικές πτυχές του θαύματος της αναστάσεως του υιού της χήρας γυναικός.

Η ευσπλαχνία και η αγάπη του Χριστού

Εάν παρατηρήσουμε το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, θα δούμε πως στο πένθος της χήρας γυναικός συμμετείχε όλη η πόλη· «και όχλος ικανός ην συν αυτή» (Λουκ. 7, 12). Συναλγούσαν μαζί της, γράφει ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός, γιατί δεν έχασε μόνον τον άνδρα της, αλλά κηδεύει τώρα και το γιό της «και τούτον μονογενή». Εάν ο κόσμος συναλγούσε μαζί της και την ελεούσε με την παρουσία τόσων ανθρώπων, «πολλώ μάλλον αυτός, η του ελέους πηγή», πολύ περισσότερο έδειξε την αγάπη Του, η πηγή του ελέους και της αγαθότητας που είναι ο Κύριος. Την ευσπλαχνία Του προς τη δυστυχισμένη εκείνη γυναίκα τη δείχνει με πολλούς τρόπους ο Χριστός. Δε ζήτησε απ’ αυτήν να εκδηλώσει την πίστη της προς το σεπτό πρόσωπό Του, ούτε διαπραγματεύτηκε μαζί της τίποτε, ούτε καν προσευχήθηκε, αλλά με το πρόσταγμά του ανέστησε το νεαρό παιδί της χήρας

Ο Κύριος ήλθε αυτόκλητος «επί το μέγα τούτο θαύμα της αναστάσεως», παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όχι μόνο για να δείξει τη ζωοποιό Του δύναμη, αλλά «και την αγαθότητα και την ευσπλαγχνίαν ασύγκριτον έχων», δηλαδή για να φανερώσει και την ασύγκριτη και μοναδική Του αγαθότητα και ευσπλαχνία. Ο Κύριος, που απέναντι στο θάνατο ήταν περισσότερο από κάθε άλλον ψύχραιμος, σπλαχνίζεται τη χήρα. Το ρήμα σπλαχνίζομαι σημαίνει βαθύτατη συγκίνηση, και μάλιστα συγκίνηση που συγκλονίζει το εσωτερικό κάποιου. Ο Θεάνθρωπος Ιησούς συγκλονίσθηκε απ’ το θέαμα της κηδείας του νέου. Πόσο παρηγορητικές είναι οι λέξεις που είπε ο Χριστός· «μη κλαίε» (Λουκ. 7, 13). Ο λόγος αυτός του Κυρίου ήταν γεμάτος χάρη και δύναμη. Η γυναίκα ένιωσε μέσα της παράκληση και δύναμη. Μια σπίθα ελπίδας άναψε στην ψυχή της. Ήταν η επίσκεψη του Θεού μέσα στην καρδιά της. Χαρακτηριστική ακόμη είναι και η κίνηση που έκανε μετά την ανάσταση του νέου. Τον έπιασε από το χέρι, για να δείξει πως είναι ο κυρίαρχος της ζωής και του θανάτου, και με τρυφερότητα τον έδωσε «τη μητρί αυτού» (Λουκ. 7,15).

Το άγγιγμα του Κυρίου είναι ζωοποιό. Ο Θεός εκδηλώνεται, γράφει ένας Επίσκοπος, ως παντοδύναμος και ως πανάγαθος. Ο Θεός αγαπά και επειδή μπορεί, με τη δύναμή Του εκδηλώνει την αγάπη Του. «Η θεϊκή δύναμη δεν είναι μια δύναμη αυτή καθ’ αυτή, αλλά είναι δύναμη της αγάπης· ή μάλλον η αγάπη είναι δύναμη» (Αλ. Σμέμαν). «Άλλωστε από αγάπη και ευσπλαχνία προς το ανθρώπινο γένος έγινε ο Θεός άνθρωπος και σταυρώθηκε. Έγινε νεκρός για να ζήσουμε εμείς.

Το άγγιγμα του Χριστού

Στο βιβλίο της «Φιλοκαλίας» αναφέρεται ένας λόγος κάποιου νηπτικού πατρός. Λέγει, εάν ένας άνθρωπος έλθει σε επαφή μαζί μας και μας σπρώξει, τότε θα αισθανθούμε την ύπαρξη του απ’ το άγγιγμα και το σπρώξιμο. «Ας σκεφθούμε τι γίνεται όταν έλθουμε σε επαφή με το Θεό. Ασφαλώς θα αισθανθούμε την παρουσία του Θεού. θα νιώσουμε την ευσπλαχνία Του. Η μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού μας δίνει αυτή τη δυνατότητα. Καταλαβαίνουμε την επίσκεψη του Θεού μέσα μας. Νιώθουμε την ένωσή μας μαζί Του. Πολλοί από τους αγίους της Εκκλησίας μας αισθανόντουσαν την παρουσία του Θεού μέσα στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Ένιωθαν να ενώνεται το αίμα τους με το αίμα του Χριστού. Στην κοιλάδα του κλαυθμώνος και της δυστυχίας που ζούμε, η μόνη μας ελπίδα είναι ή άνευ ανταλλαγμάτων αγάπη και ευσπλαχνία του Χριστού. Αυτό να επιδιώξουμε. Να δεχθούμε την παρουσία και το άγγιγμα του Κυρίου, ώστε να αποτινάξουμε από πάνω μας την απειλή του θανάτου και να αποτινάξουμε από πάνω μας την απειλή του θανάτου και να ζήσουμε αιώνια στη Βασιλεία του Θεού.

Πηγή: www.vatopaidi.wordpress.com/2012/10/07/η-ευσπλαχνία-του-χριστού-κυριακή-γ΄λο/

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΕΔΕΣΣΗΣ, ΠΕΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΜΩΠΙΑΣ ΙΩΗΛ ΦΡΑΓΚΑΚΟΥ

1. Εισαγωγικά

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα πολυπληθή έργα του πολλές φορές κάνει λόγο για τους νέους. Έχει πάρα πολλούς χαρακτηρισμούς που αφορούν τη νεότητα και αναφέρεται συχνά στις διάφορες εκδηλώσεις των νέων. Ας αναφέρουμε γενικές επισημάνσεις του ιερού Χρυσοστόμου για την ηλικία της νεότητος.

Λέγει π. χ. πως ο πνευματικός αγώνας είναι πάντοτε ίδιος σε όλες τις ηλικίες. Δεν υπάρχει ηλικία που να μην έχει αγώνα και ιδρώτες και πόνους. Η ένταση του αγώνος όμως είναι διαφορετική σε κάθε ηλικία. Μπορεί κάποιος να δεί νέους να αγωνίζονται με συνέπεια και γέροντες να ζούν μέσα στα πάθη τους «Μη τοίνυν μηδείς προβαλλέσθω μήτε νεότητα μήτε γήρας εις απολογίαν ραθυμίας· επεί και νυν πολλοί παρ’ ημίν νέοι το πνευματικόν τούτο πληρούσι θέατρον, οι δε γεγηρακότες εν ιπποδρομίαις ασχημονούσι· έτεροι δ’ αυ πάλιν γέροντες μετά της πολιάς και τη ακροάσει κοσμούνται, νέοι δε την νεότητα διά της θεωρίας της εκείσε αλογωτέραν κατασκευάζουσιν»( PG 63, 518). Αναφέρει μάλιστα τους τρεις παίδες που κατεπάτησαν την κάμινον, όταν «νέοι σφόδρα και μειράκια ήσαν κομιδή » (οπ.π. ).

Σε άλλη ομιλία του θα μιλήσει αυστηρά στους νέους που προβάλλουν την ηλικία τους για να πέσουν στην αμαρτία. Εάν δεν υπάρχει κανείς στην νεαρή ηλικία που να αγωνίζεται, τότε ίσως είχαν κάποια δικαιολογία· όμως « ει δε εισί, πόθεν έξετε ειπείν (εσείς δηλαδή οι νέοι) ότι ουκ ηδυνήθημεν κατασχείν την φλόγαν της επιθυμίας » ( PG 62, 427). Μπορεί κάποιος να είναι νέος και να έχει φρόνηση πολιού ανθρώπου και να σκέπτεται συνετά και σοφά όπως ο Δαυίδ· « ούτος τοίνυν ο Δαυίδ, νέος ων και μειράκιον κομιδή, και πατρός ασήμου και τη γη προσέχων και τοις ποιμνίοις,… ουδέν κοινόν έχων μετά των βιωτικών πραγμάτων, αλλ’ εκ πρώτης ηλικίας τη συντρόφώ της αρετής ησυχία συζών… την βασιλείαν των ουρανών εμελέτησεν. Ούτος τοίνυν νέος ην, κομιδή μειράκιον, νέος μεν τη ηλικία, πεπολιωμένος δε τη διανοία » ( PG 55, 567). Δεν είναι η διαφορά της ηλικίας που δημιουργεί την αρετή στον άνθρωπο. Η επισήμανση του Χρυσοστόμου βρίσκεται « εν τη διαφορά της γνώμης· καν ης ράθυμος, ουδέν σε ωφελήσει το γήρας » (ο. οπ ).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πολλές φορές αφού κάνει τις σπουδαίες αυτές παρατηρήσεις, δεν παραλείπει να περιγράψει και τους κινδύνους που διατρέχει η ηλικία της νεότητος, που είναι μάλιστα και πάρα πολλοί και υπέρ το δέον επικίνδυνοι.

2.Οι κίνδυνοι της νεότητας

Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε πως τονίζει κατά κόρον σε πολλές ομιλίες του πως η νεότης είναι χαλεπή και δυσκολοκυβέρνητη· «χαλεπόν η νεότης, ότι ευρίπιστον, ευεξαπάτητον, ευόλισθον και σφοδροτέρου δείται του χαλινού· πυρά γαρ τις εστι των έξωθεν επιλαμβανομένη απάντων, ραδίως εκκαιομένη » ( PG 49, 21). Θα κάνει ο άγιος πολλές σωστές διαπιστώσεις για την επικίνδυνη ηλικία της νεότητας. Επειδή λείπει η πείρα που μας κάνει να αποφεύγουμε τους κινδύνους και επειδή είναι ακμαίες οι δυνάμεις του σώματος και επειδή οι εσωτερικές ροπές του νέου είναι ισχυρότατες, πέφτει σε πολλά σφάλματα και μάλιστα καταμολύνει την ψυχή με αμαρτήματα. Η ευφάνταστη ψυχή του νέου τον κάνει να κυνηγάει φαντάσματα που τα περνάει για πραγματικότητες. Δίνει αξία σε καταστάσεις που είναι παροδικές και εφήμερες.

Ας αφήσουμε όμως να τα περιγράψει ο ίδιος σε μια θαυμαστή αποστροφή της ομιλίας του: «που το κάλλος της νεότητος το πολυφάνταστον· νεότης η αναίσθητος, η μακράς ελπίδας ζωής έχουσα· νεότης, η στασιώδης καρδία, η πολυμέριμνος ηδονή· νεότης, η πολλά και πολλάκις συμπίπτουσα, η κακώς την σάρκα κολακεύουσα· νεότης, η προς προς απάτην κολακευομένη, η πηλός, η ταλαίπωρος, ο χόρτος ο ευμάραντος, ο στάχυς ο ετοιμόφθορος· νεότης, το ενύπνιον το ευληθάργητον, η σκιά η ανυπόστατος· νεότης,… η άπονος καρδία, ο ανατεταμένος οφθαλμός, ο λύχνος ο ετοιμόσβεστος· νεότης, ο βρασμός των αιμάτων και συνήθεια των σπιλωμάτων· νεότης, ο δυσήνιος ίππος και προς πάσαν εξολόθρευσιν επιτήδειος » ( PG 60, 725).

Πολύ χαρακτηριστική και γενική είναι η γνώμη του ιερού πατρός για τη νεότητα. Οι έφηβοι μοιάζουν με τους ονοκενταύρους « και γαρ αγρίας έχοντες επιθυμίας, ούτω πηδώσιν, ούτω λακτίζουσιν, αχαλίνωτοι περιιόντες και τη σπουδή προς ουδέν των δεόντων χρώμενοι » ( PG 58, 582). Οι νεανικές ορμές πολλές φορές είναι ακατάσχετες.

3. Οι επιθυμίες των νέων

Ας αναφέρουμε επιγραμματικά ορισμένες γνώμες του ιερού πατρός που έχουν σχέση με τις επιθυμίες των νέων και τις επιδιώξεις τους.

Οι νέοι κατά κανόνα θέλουν να ζούν μέσα στην τρυφή και στην καλοπέραση. Θέλουν να είναι ντυμένοι με τα καλύτερα ρούχα και να πραγματοποιούν κάθε επιθυμία βλαβερή και αισχρή. Έτσι ενδίδουν σε πολλές συνειδησιακές παραχωρήσεις και μηχανεύονται τα πάντα για να αποκτήσουν το επιθυμητό. « Εντεύθεν πολλοί των νέων και την ώραν απέδοντο, και παράσιτοι τοις ευπόροις εγένοντο, και ετέρας δουλοπρεπείς υπέμειναν διακονίας, αντί τούτων ωνούμενοι, το τας τοιαύτας επιθυμίας πληρούν ( PG 58, 503).

Οι νέοι κατά κανόνα ρέπουν στα σαρκικά αμαρτήματα. Ο άγιος προτρέπει τους γονείς να περιφρουρούν τα παιδιά τους από σαρκικούς κινδύνους και μάλιστα εισηγείται να νυμφεύονται ενωρίς οι νέοι, για να αποφεύγουν την πορνεία. Οφείλουν από την παιδική ηλικία να βάλουν καλά θεμέλια στα παιδιά τους. « Αν τοίνυν άνωθεν και εκ πρώτης ηλικίας όρους αυτή πήξωμεν καλώς, ου δεηθόμεθα πολλών μετά ταύτα πόνων, αλλ’ η συνήθεια νόμος αυτοίς έσται λοιπόν. Μηδέν εώμεν αυτούς των ηδέων και βλαβερών ποιείν, μηδέ ως παισί χαριζώμεθα· εν σωφροσύνη μάλιστα διατηρώμεν αυτούς· τούτο γαρ πάντων πλέον την νεότητα λυμαίνεται. Προς τούτο πολλών δείται των αγώνων, πολλής της προσοχής. Ταχέως αυτοίς γυναίκας άγωμεν, ώστε καθαρά αυτών και ανέπαφα τα σώματα δέχεσθαι την νύμφην· ούτοι οι έρωτες θερμότεροι. Ο προ του γάμου σωφρονών, πόλλω μάλλον μετά τον γάμον· ο δε μαθών πορνεύειν προ του γάμου, και μετά τον γάμον ποιήσει» ( PG 62, 546).

Βλέπουμε πως η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση, όταν μάλιστα αποκτηθεί κατά τη νεαρή ηλικία. Τα παιδιά είναι μεγάλη παρακαταθήκη. Οφείλουμε να τα φροντίζουμε για να μην τα κλέψει ο πονηρός και τα οδηγήσει σε αμαρτωλές καταστάσεις· « μη ο πονηρός ημάς αυτούς αφέληται » ( οπ.π. ).

Στο θέμα των σαρκικών πειρασμών των νέων μεγάλη ευθύνη αποδίδει ο άγιος στα πονηρά θεάματα. Τα θέατρα της εποχής εκείνης ήταν θέατρα πορνικά που κατέστρεφαν την ψυχή των νέων. Ας δούμε τι λέγει πάνω σε αυτό το σημείο: « Ει βούλεσθε την αιτίαν εγώ λέγω. Ου γαρ η νεότης αιτία· επεί έμελλον πάντες οι νέοι ακόλαστοι είναι· αλλ’ ημείς εαυτούς ωθούμεν εις την πυράν. Όταν γαρ ανέλθης εις θέατρον και καθίσης γυμνοίς μέλεσι γυναικών τους οφθαλμούς εστιών, προς μεν καιρόν ήσθης, ύστερον δε πολύν εκείθεν έθρεψας τον πυρετόν » ( οπ.π. 428). Οι άτοποι έρωτες, όπως λέγει, καταστρέφουν την ψυχή του νέου.

Ο ιερός Χρυσόστομος γνωρίζει άριστα πως τα χρήματα διαφθείρουν την ψυχή των νέων και την οδηγούν σε διάφορα αμαρτήματα. Ξέρει πως ο πλούτος συμβαδίζει με την πορνεία και την ανηθικότητα ή διευκολύνει άλλες αμαρτωλές καταστάσεις: « όταν δε και χρημάτων περιουσίαν προσλάβη (εννοείται η νεότης ) καθάπερ πυράν την ύλην των χρημάτων δεξαμένη, τοσαύτην ανάπτει την κάμινον, ως ολόκληρον εμπρήσαι του νέου την ψυχήν. Πότε γαρ ο τοιούτος δυνήσεται σωφροσύνης επιμελήσασθαι και ακολασίαν φυγείν, και τους υπέρ της αρετής πόνους αναδέξασθαι ή τι έτερον πνευματικόν;» ( PG 54, 515). Κανένα πνευματικό έργο δεν μπορεί να φέρει εις πέρας ένας νέος που δέθηκε με την επιθυμία της επιδιώξεως των χρημάτων.

Ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση που κάνει ο άγιος μεταξύ των γερόντων έναντι των νέων και το αντίθετο. Υπάρχουν γέροντες που έχουνε νεανικό φρόνημα και « ώσπερ εν γήρα νέοι εισίν, ούτω και τουναντίον » ( PG 63, 66). Εκείνο που κάνει τον νέο να είναι αξιοπρεπής και τον γέροντα ομοίως είναι η συμπεριφορά και η προαίρεσή τους. Δεν ανέχεται ο άγιος να σύρεται ο νέος στην αμαρτία λόγω της ηλικίας του.

Εκεί που βλέπει πολλά ελαφρυντικά είναι όταν ένα νέο τον βάλει κάποιος να διοικήσει. Επειδή δεν έχει πείρα μπορεί να πέσει έξω: «Νέος γαρ εκεί δύναται συγγνώμην έχειν μόνον, όταν εις διοίκησιν πραγμάτων καλήται, όταν άπειρος η, όταν χρόνου δείται και πείρας, όταν δε δέη σωφροσύνην και ανδρείαν επιδείξασθαι, ουκέτι, ουδέ όταν δέη χρημάτων κρατείν » ( οπ.π. ). Άλλο πράγμα η διοίκηση των πραγμάτων και άλλο πράγμα η αντιμετώπιση των αμαρτημάτων και των παθών. Στο πρώτο ο Χρυσόστομος βρίσκει πολλά ελαφρυντικά, ενώ στο δεύτερο μάλλον είναι αυστηρός. Προχωρεί ο άγιος και τονίζει πως ένας γέροντας λόγω των εξασθενημένων δυνάμεών του δεν μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό του και μπορεί να παραφερθεί. Αντίθετα « ούτος δυνάμενος, εάν θέλη, αρκείν εαυτώ, ποίας αν τύχοι συγνώμης, μη βουλόμενος, όταν αρπάζη μάλλον του γέροντος, όταν μνησικακή, όταν εξουθενή, όταν μη προίστηται μάλλον του γέροντος, όταν πολλά φθέγγηται ακαίρως, όταν υβρίζη, όταν λοιδορήται, όταν μεθύη ;» ( οπ.π. ).

Μάλιστα για να κάνει πιο πειστικό τον λόγο του, αναφέρει πως μέσα στην Εκκλησία που μιλούσε, έβλεπε πολλούς νέους να παρακολουθούν, εν αντιθέσει με πολλούς γέροντες που πήγαν να παρακολουθήσουν ιπποδρομίες: « επεί και νυν πολλοί παρ’ ημίν νέοι, το πνευματικόν τούτο πληρούσιν θέατρον, οι δε γεγηρακότες εν ιπποδρομίαις ασχημονούσι· έτεροι δ’ αυ πάλιν γέροντες μετά της πολιάς και τη ακροάσει κοσμούνται, νέοι δε την νεότητα διά της θεωρίας της εκείσε αλογωτέραν κατασκευάζουσιν.

Ει γαρ και πολλοί οι παρόντες ημίν, αλλ’ ουκ έχω κόρον· ου γαρ πολλούς ηβουλόμην παρείναι μόνον, αλλά πάντας και μηδένα της εκκλησίας απολιμπάνεσθαι· ώστε, έως αν φάνηται καν εις αποβουκολούμενος, διαρρήγνυμαι και διακόπτομαι ταίς οδύναις » ( οπ. π.). Ήθελε ο άγιος όλοι να είναι στην εκκλησία. Εάν κάποιος νέος απεκόπτετο από τη σύναξη της εκκλησίας, στεναχωριόταν και τον καταλάμβαναν οδύνες.

Οι θεραπείες των παθών των νέων είναι ολόκληρη επιστήμη. Ο άγιος λέγει πως η τέχνη της διαπαιδαγωγήσεως και διαπλάσεως των νέων είναι μεγάλη. Ας δούμε πως τεκμηριώνει την άποψή του αυτή. «Υπάρχουν ακόμη (στις Παροιμίες Σολομώντος ) αινίγματα και λόγια ασαφή, τα οποία ενώ εκ πρώτης όψεως είναι τόσο καθαρά, στεναχωρούν εκείνον που τα διαβάζει, γιατί δεν φανερώνουν αμέσως τίποτε, ούτε δίνουν και κάποια υπόνοια. Όταν όμως εξετασθούν με προσοχή, τότε δείχνουν το βαθύ νόημά τους. Όπως λέγει «Τρία πράγματα μου είναι αδύνατο να εννοήσω. Το δε τέταρτο ακόμη περισσότερο μου μένει ακατάληπτο. Τα ίχνη του αετού που πετά, τα ίχνη του πλοίου που ταξιδεύει στην θάλασσα και τις σκέψεις, τις ενέργειες και τις παρεκτροπές του νέου ανθρώπου ( PG 56, 373).

4. H διαπαιδαγώγηση των νέων

Μεγάλη βαρύτητα δίνει ο άγιος στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Επισημαίνει πως μετά την ηλικία του μειρακίου ο νέος εισέρχεται στην εφηβεία. Είναι τρικυμισμένη η ηλικία αυτή και οι άνεμοι που πνέουν είναι βίαιοι. Όπως στο Αιγαίο πέλαγος πνέουν σφοδροί άνεμοι, έτσι και ο άνεμος των επιθυμιών ταλαιπωρεί την νεότητα. Στην ηλικία αυτή δεν βλέπει διόρθωση ο άγιος: « και αύτη μάλιστα η ηλικία διορθώσεως έρημος· ου διά το ενοχλήσθαι μόνον σφοδρότερον, αλλά και διά το τα αμαρτήματα μη ελέγχεσθαι » ( PG 58, 737). Αυτό φέρνει τους παιδαγωγούς και τους δασκάλους σε αμηχανία.

Οι νέοι λόγω της ηλικίας τους μοιάζουν με ακαλλιέργητη γη, η οποία βλαστάνει από παντού πολλά αγκάθια: « πολλάς πολλαχόθεν εκφέρουσα τας ακάνθας » ( PG 58, 504). Τους νέους παιδαγωγούμε με σύστημα. Η αγωγή να είναι ανάλογη με την ηλικία. «Στην περίπτωση των παιδιών, για εκείνα μεν που είναι πολύ μικρά ακόμη, οι γονείς παρέχουν βέβαια πράγματα, όπως παπούτσια, φορέματα, χρυσαφικά και βραχιόλια, όταν όμως μεγαλώσουν, αφού τους αφαιρέσουν αυτά, δίνουν άλλα μεγαλύτερα, δηλαδή φροντίζουν για την επιτυχία τους στο δικηγορικό βήμα, για την κατάληψη λαμπρής θέσης στην πολιτεία, για τη δημιουργία φιλικών δεσμών με τα βασιλικά ανάκτορα, τους προσφέρουν υψηλές θέσεις και αξιώματα, απομακρύνοντας έτσι αυτά από κάθε παιδική φιλοδοξία» ( PG 55, 55).

Στις γενικές του παρατηρήσεις για τους νέους ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πεί πως πρέπει να παρασκευάσουμε τους νέους « ώστε δύνασθαι προς τους πάντας αντέχειν και μη ξενίζεσθαι τοις επιούσιν· εκτρέφωμεν αυτούς εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου και πολύς ημίν ο μισθός αποκείσεται » (Προς Εφεσίους, 21η Ομιλία, εκδ. ΕΠΕ, τ. 21, 265-266). Να μάθουμε τους νέους να μην είναι μαλθακοί αλλά και να σκληραγωγούνται. Να τους διαπαιδαγωγήσουμε να περιμένουν και τα λυπηρά στη ζωή τους. Εάν οι αγαλματοποιοί που φτιάχνουν τους αδριάντες των βασιλέων, απολαμβάνουν μεγάλης τιμής « ημείς την βασιλικήν εικόνα καλλωπίζοντες ( εικών γαρ του Θεού ο άνθρωπος )» ( οπ.π. ). Μάλιστα τονίζει πως θα απολαύσουμε μύρια αγαθά. Είναι δυνατό να κάνεις τα πάντα, λέγει ο άγιος στον πατέρα, να στέλνεις το παιδί σου σε τέχνες και σε διδασκαλείο και να προβαίνεις σε πολλές άλλες ενέργειες, « εν δε παιδεία και νουθεσία Κυρίου μη εκτρέφειν τα παιδία;» ( οπ.π. 21, 252).

Πολύ αυστηρός είναι ο ιερός Χρυσόστομος για εκείνους που παραμελούν την αγωγή των παιδιών τους. Μάλιστα λέγει πως είναι χαρακτηριστικό εσχάτης ανοίας να επιμελούμεθα τα κτήματά μας και να παραμελούμε τα παιδιά μας. « Ότι των οικείων αμελούμεν, και των κτημάτων αυτών επιμελούμεθα, της δε ψυχής καταφρονούμεν, εσχάτης ανοίας πράγμα υπομένομεν »( PG 51, 237). Κατ’ επανάληψη θα τονίσει πως η διαπαιδαγώγηση των παιδιών αρχίζει από την απαλή ηλικία, για να επιτύχει. « Ότε ευήνιος ην, και κομιδή νέος, χαλινούν μετ ‘ ακριβείας, εθίζειν προς τα δέοντα, ρυθμίζειν, κολάζειν αυτού τα νοσήματα της ψυχής » ( οπ.π. ).

Φέρνει κι άλλο επιχείρημα. Λέγει πως ο Θεός, για να προφυλάξει τους γονείς από την θρασύτητα των παιδιών τους, έχει νομοθετήσει το θάνατο για κείνους που κακολογούν τον πατέρα και την μητέρα τους. Πολλές φορές οι νέοι στρέφονται εναντίον του Θεού και οι γονείς δε διαμαρτύρονται. Όποιος είναι αγνώμων απέναντι στο Θεό, θα είναι και απέναντι στους γονείς· « Ο γαρ περί τον Θεόν αγνώμων γενόμενος και αναίσθητος, πολλώ μάλλον εις τον γεγεννηκότα και εις την εαυτού ψυχήν εμπαροινήσαι δυνήσεται » ( οπ.π. στηλ., 238). Βέβαια, συμβαίνει και το αντίθετο· « ούτως οι τον πεποιηκώτα θεραπεύοντες εν πολλή και τους γεγεννηκότας έχουσι τη τιμή » ( οπ.π. ).

Θα καταλήξει ο άγιος Χρυσοστμος πως όποιος παραμελεί τα παιδιά του « διά ταύτην την αμαρτίαν την εσχάτην υποστήσεται δίκην » ( οπ.π. ). Αναφέρει την ιστορία του Ηλεί, για τονίσει πως η αδιάκριτη επιείκεια που έδειξε στα παιδιά του, του έφερε το θάνατο. Επίσης αναφέρει και το παράδειγμα του Αβραάμ που πάνω από την επιμέλεια των κτημάτων έβαζε την σπουδή για την ανατροφή των εκγόνων του· « Μίμησαι τον Αβραάμ· και γαρ και εκείνος ουχ υπέρ χρημάτων και κτημάτων εσπούδαζεν, αλλ’ υπέρ θείων νόμων, όπως αυτών την φυλακήν τοις εκγόνοις μετά ακριβείας παρακαταθοίτο » ( οπ.π. στηλ. 329).

Ακόμη τονίζει πως η έλλειψη αυστηρότητας απέναντι στα παιδιά και στους νέους μπορεί να τους προκαλέσει δεινά και να δεχθούν την τιμωρία των νόμων της πολιτείας και να «κολάζονται πάντων ορώντων », αφού βέβαια θα δεχθούν οι γονείς την κριτική των πάντων και θα τους δακτυλοδείχνουν ως υπευθύνους για το κατάντημα των παιδιών τους ( οπ. π. στηλ. 329). Για τον Χρυσόστομο τα παιδιά είναι χρυσά αγάλματα που στολίζουν το σπίτι· « Νόμισον αγάλματα χρυσά έχειν επί της οικίας τους παίδας » ( οπ.π. ).

Σε μια άλλη ομιλία του για τους γονείς και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους λέγει· «Θρέψε αθλητή για το Χριστό. Δεν λέγω να του στερήσεις το γάμο και να τον στείλεις στις ερημιές και να τον παρασκευάσεις να προτιμήσει το βίο των μοναχών· « ου τούτο λέγω». Επιθυμώ αλήθεια, κι αυτό θα το ευχόμουνα σε όλους, αλλά επειδή μου φαίνεται φορτίο, δεν αναγκάζω κανένα. « Θρέψον αθλητήν τω Χριστώ και εν κόσμω όντα δίδαξον ευλαβή εκ πρώτης ηλικίας » (ΕΠΕ, 30, 640). Πολλοί ακούγοντας τα λόγια αυτά του Χρυσοστόμου έλεγαν· «μήπως πρόκειται να κάνουμε το παιδί μου μοναχό;» «Τι δέδοικας δέος πολλού κέρδους ανάμεστον ;» Γιατί φοβάσαι φόβο που είναι γεμάτος από κέρδος; « Χριστιανόν αυτόν ποίησον. Μάλιστα γαρ τοις κοσμικοίς αναγκαίον τα εντεύθεν ειδέναι διδάγματα, μάλιστα τοις παισί » (ΕΠΕ, 21, 250).

Πάρα πολύ σπουδαίες παρατηρήσεις κάνει ο άγιος και για την ειδική παιδεία των νέων. Μάλιστα συνιστά πράγματα ανάλογα με την ηλικία τους. Τα παιδιά στην πολύ μικρή ηλικία δεν είναι καλό να μαθαίνουν «γραώδεις και ληρώδεις μύθους» (ΕΠΕ 30, 654). Μάλιστα κατακρίνει τους άθεσμους έρωτες που περιγράφονται στους αρχαίους μύθους. Απευθύνεται στον πατέρα και του λέγει να αφηγείται διηγήματα. « Καταγλύκανε τα διηγήματα ώστε τινα είναι τω παιδί και τερπνότητα και μη αποκάμνειν αυτώ την ψυχήν »( οπ. π. 656) δηλ. να παρουσιάζει διηγήματα από την Αγία Γραφή με χάρη, ώστε και να χαίρεται το παιδί και να μην κουράζεται. π. χ. να διηγούνται οι γονείς την ιστορία του Κάιν και του Άβελ. Να αφηγηθούν το περιστατικό άλλοτε ο πατέρας και άλλοτε η μητέρα. Όταν μάλιστα το καταλάβει το παιδί, να του λένε και το κέρδος· « οράς όσον κακόν η γαστριμαργία; οράς όσον κακόν εστίν φθονείν τον αδελφόν »( οπ. π. σελ. 660). Επίσης δεν πρέπει ο πατέρας να αρκείται σ’ αυτό, « αλλά και εν εκκλησία χειραγωγών άγε· και σπούδασον αυτόν άγειν, όταν μάλιστα αύτη η διήγησις αναγιγνώσκεται » ( οπ. π. σελ. 662). Προφανώς ο άγιος προτείνει αυτό, επειδή ξέρει πως οι ιστορίες της Γραφής είναι αληθινές και πρέπει οπωσδήποτε το παιδί να τις παραδεχθεί και να τις αξιολογήσει σωστά για την πνευματική του πρόοδο.

Ο άγιος Χρυσόστομος είναι αντίθετος να δίνονται στα παιδιά ονόματα του πατέρα ή της μητέρας ή του πάππου και του επιπάππου, « αλλ’ εις τα των δικαίων, και των μαρτύρων, των αποστόλων, των επισκόπων. Έστω αυτοίς και τούτο ζήλος· ο μεν Πέτρος καλείσθω, ο δε Ιωάννης, ο δε ετέραν τινα προσηγορίαν ενός των αγίων…( οπ. π. σελ. 668).

Ο μέγας Διδάσκαλος της Εκκλησίας δικαιολογεί την προτροπή του για τις διηγήσεις από τις Γραφές με τα ακόλουθα επιχειρήματα. Αν εντυπωθούν τα καλά διδάγματα στην απαλή ηλικία, κανείς δεν θα μπορέσει να τα βγάλει, « όταν σκληρά γένηται ως τύπος ώσπερ και ο κηρός» (ΕΠΕ 30, 640). Το παιδί στην μικρή ηλικία έχει μέσα του το φόβο και μπροστά στους γονείς του είναι συνεσταλμένο. Αυτό οφείλει ο πατέρας να το καλλιεργήσει, για να βάλει στην ψυχή του τα καλά διδάγματα. « Συ δε πρώτος απολαύεις των αγαθών, εάν υιόν έχης καλόν» ( οπ.π. ).

Άλλη τακτική ακολουθούμε, όταν φθάσουν στην ήβη. Γράφει σχετικά: « Ημείς τους παίδας τους ημετέρους όταν ηβήσωσι, πολλώ μείζονα απαιτούμεν τα κατορθώματα, και α ποιούντας πρότερον επηνούμεν κατά την πρώτην ηλικίαν, ταύτα γενομένους άνδρας και κατορθούντας ουκέτι ομοίως θαυμάζομεν, αλλ’ έτερα πολλώ μείζονα εκείνω κελεύομεν επιδείκνυσθαι ». ( PG 48, 594), δηλ. όταν τα παιδιά μας γίνουν έφηβοι, εμείς του ζητάμε πολύ μεγαλύτερα κατορθώματα. Και αυτά που έκαναν κατά την παιδική ηλικία και για τα οποία τα επαινούσαμε, αυτά τα ίδια όταν τα κατορθώνουν τώρα που έγιναν άνδρες, δεν τα θαυμάζουμε καθόλου το ίδιο, αλλά τους δίνουμε εντολή να παρουσιάσουν άλλα πολύ ανώτερα από εκείνα.

Σωστό είναι, λέγει ο Χρυσόστομος, όταν αυξηθεί η ηλικία του να λέμε στο παιδί και « φοβερώτερα διηγήματα» (ΕΠΕ 30, 670). Στα δεκαπέντε περίπου χρόνια του νέου να του λέμε « τα περί γεένης » ( οπ.π. ). Στα δεκαοχτώ του να του μιλήσουμε για τον κατακλυσμό, για τα Σόδομα και την καταστροφή τους, τα γεγονότα της Αιγύπτου, «πάντα όσα κολάσεως γέμει, μετά πολλής της πλατύτητος » ( οπ.π. ). Θέλει ο άγιος με λεπτομέρειες να αναπτύσσουμε στο παιδί και στο νέο θέματα της Αγίας Γραφής. Όταν μεγαλώσει πιο πολύ να του μιλήσουμε για τη Καινή Διαθήκη. Οφείλουμε να περιφράττουμε « αυτού την ακοήν τοις διηγήμασι και μυρίοις ετέροις και οίκοθεν παρεχόμενοι τα υποδείγματα » ( οπ. π.).

Την ψαλμωδία και την εκκλησιαστική μελωδία ο άγιος Χρυσόστομος την προτείνει και για τους νέους. « Μανθανέτω τοίνυν ( ο νέος) τω Θεώ ψάλλειν, ίνα μη σχολάζη αισχραίς ωδαίς και διηγήμασιν ακαίροις » ( οπ.π., σελ. 652). Κάνει και την πικρή διαπίστωση για την εποχή του πως οι νέοι ξέρουν όλα τα κοσμικά και τους χορούς, ενώ αγνοούν τα ψάλματα και τις ωδές. « Νυν δε σατανικάς μεν ωδάς και ορχήσεις ερούσιν οι παίδες οι υμέτεροι, καθάπερ οι μάγειροι και οι οψώναι και οι χορευταί· ψαλμόν δε ουδείς οίδεν, αλλά και αισχύνη το πράγμα δοκεί είναι και χλευασία και γέλως » (ΕΠΕ, 22, 266).

Ο σοφός Παιδαγωγός της Εκκλησίας άγιος Χρυσόστομος προτείνει κι άλλη παιδεία για τους νέους. « Έπειτα ετέρας επινοώμεν αυτώ τέρψεις αβλαβείς. Προς άνδρας αγίους απάγωμεν, άνεσιν παρέχωμεν…» (ΕΠΕ 30, 690). Πολύ σπουδαία η προτροπή του αγίου για τα παιδιά. Να τα πάμε να γνωρίσουν αγίους άνδρας που βιώνουν το Ευαγγέλιο. Να δούν με τα μάτια τους πως δεν είναι ανεφάρμοστα τα λόγια του Χριστού και της Γραφής. Αυτό είναι το πιο ισχυρό όπλο που προσφέρει στους γονείς για τα παιδιά τους. Αρκεί να δεί κάποιος έναν άγιο να ζεί με συνέπεια το Ευαγγέλιο και να αλλάξει γνώμη για την καθημερινή του ζωή. Πολλοί έτσι πίστεψαν στο Χριστό και βγήκαν μέσα από την αμαρτία και έβαλαν πνευματική αρχή. Γνώρισαν κάποιον άγιο άνθρωπο και τον αντέγραψαν. Έγιναν μιμητές του, όπως κι εκείνος του Χριστού.

5.Επιλογικά

Τελειώνοντας όλες αυτές τις παρατηρήσεις, τις οποίες ο ιερός Πατήρ κάνει για τους νέους, καταλαβαίνουμε πόσο σπουδαία είναι η παιδεία που προσφέρουμε σε αυτούς. Οφείλει να είναι επιμελημένη, κατά Χριστόν, να μην είναι πρόχειρη, να είναι συστηματική και αποτελεσματική. Οι γονείς, ο,τι πιο πολύτιμο έχουν μετά το Θεό είναι τα παιδιά τους. Δεν είναι μέριμνα των γονέων σωστή να τους αφήσουν περιουσίες και χρήματα, αλλά να τους κάνουν, όπως λέγει ο Χρυσόστομος, καλούς Χριστιανούς, που θα ενδιαφέρονται για το Θεό και την εικόνα του Θεού που είναι ο άνθρωπος.

Πηγή: www.agiazoni.gr

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

ΑΓΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΒΕΓΓΟΒΟΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ


Στο πρόσωπο του Αγίου Θεού αποκαλύπτεται ως υπερβατικός, ως έτερος από τον κόσμο. Αγιότητα είναι το φεγγοβόλο και ζωηρό μυστήριο της παρουσίας του υπερβατικού Θεού -ένα μυστήριο που φωτίζει και μεταμορφώνει. Γι’ αυτό και η αγιότητα δεν μπορεί να είναι, χαρακτηριστικό κάποιας απρόσωπης πραγματικότητας, που ανήκει στη φυσική τάξη: καθετί απρόσωπο στερείται του βάθους του μυστηρίου. Η αγιότητα ανήκει στην τάξη του μυστηρίου γι’ αυτό και μπορεί να είναι ιδίωμα μόνο του ίδιου του Θεού, ως υπερβατικού προσώπου. Ο Θεός, ως πρόσωπο αχανούς βαθύτητας, κοινωνείται μέσα στην υπερβατικότητά Του. Αυτή είναι η παράδοξη φύση της αγιότητας: είναι ταυτοχρόνως και υπερβατικότητα και αποκάλυψη που κοινωνείται. Από τη στιγμή που η αγιότητα είναι ιδίωμα του υπερβατικού και συνεπώς μυστηριώδους προσώπου του Θεού, κυριευόμαστε από τρόμο ενώπιον της και κατακλυζόμαστε από συστολή· διότι η αγιότητα φανερώνει μια συνείδηση ανώτερη από τη δική μας, μια συνείδηση που μας αποκαλύπτει τη δική μας αχρειότητα. Αγιότητα είναι η ακτινοβολία ενός υπερβατικού προσώπου, που φανερώνει τον εαυτό του προκειμένου να μας συνεγείρει προς αυτό. Ωθούμαστε να εγκαταλείψουμε την αμαρτωλή μας κατάσταση. ώστε να κατορθώσουμε να παραμείνουμε στον περίγυρο της παρουσίας του, ενώ ταυτόχρονα η ακτινοβολία του φωτίζει τη δική μας προσωπική συνείδηση και την εκλεπτύνει κάνοντας την πιο ευαίσθητη στην αμαρτία. Είναι σαν να εισβάλλει στην ανθρώπινη συνείδησή μας η αγιότητα του Θεού, καθιστώντας μέσα μας αμετάθετα επείγουσα την ανάγκη για νήψη, και φουντώνοντας τον πόθο γι’ αυτό που μας υπερβαίνει. ενώπιον του Θεού και των άλλων ανθρώπων· αποκτούν συνείδηση ανοιχτή και μεγάλη ελευθερία στις σχέσεις τους -αυτό δεν συνεπάγεται απρέπεια ή θρασύτητα, αλλά απλά την αθώα ειλικρίνεια του παιδιού που δεν είναι προσκολλημένο στην αμαρτία. Είναι μια ανυπόκριτη ειλικρίνεια εμποτισμένη με βαθιά εμπιστοσύνη στον Θεό και στους άλλους: ο άνθρωπος εξέρχεται από το εγώ του και προσκολλάται στον Θεό και στους άλλους· δρα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο Θεός και οι άλλοι άνθρωποι να του ανοίγουν την πόρτα τους. Ο άγιος δεν έχει καμία σχέση με την αβεβαιότητα που κάνει τους ανθρώπους να κλείνονται στον εαυτό τους. Το αθώο θάρρος της αγνότητας και της εμπιστοσύνης είναι τα μέσα της ενότητάς του με τους διπλανούς του. Κι έτσι, ο άγιος βρίσκει κατάπαυση στον Θεό και στους άλλους, ακριβώς όπως και ο Θεός και οι άλλοι, βρίσκουν κατάπαυση σ’ αυτόν. « Ο Θεός ο Άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος» ψάλλει η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Η ανάπαυση του Θεού στους αγίους είναι μία κατάσταση που διαρκεί και ακτινοβολεί στη συνείδηση. Κι ακόμα, συνεπάγεται πως και ο Θεός ευαρεστείται στους αγίους. Όπως ακριβώς και οι άγιοι νιώθουν χαρά αναπαυόμενοι εν τω Θεώ. Η συνείδηση δεν αισθάνεται χαρά παρά μέσα σε μια άλλη συνείδηση, μέσα στους κόλπους της αγαπητικής συνείδησης ενός άλλου προσώπου. Κι αυτή είναι η υπέρτατη μορφή αμοιβαίας συνύπαρξης δύο συνειδήσεων. Προκειμένου να γίνει τόπος καταπαύσεως του Θεού ή να νιώσει τον Θεό ως δικό του τόπο καταπαύσεως, πρέπει το πνεύμα του ανθρώπου να γίνει ικανό να αναδεχθεί μία συνείδηση αβυθομέτρητη και απαστράπτουσα. Πρέπει ο Θεός να βρει εκεί τη δυνατότητα της επέκτασης του φωτός Του στο άπειρο, τη δυνατότητα μιας ατελεύτητης εμβάθυνσης. Πρέπει ο άνθρωπος να είναι ικανός για μία ενσυνείδητη βίωση του Θεού ολοένα και πιο καινούργια, ολοένα και πιο βαθιά· και ο Θεός με τη σειρά Του ευαρεστείται από αυτή τη συνεχή ανακαίνιση της χαράς του ανθρώπου, εντός του οποίου αναπαύεται. Ο άνθρωπος, βιώνοντας τον Θεό, δεν μπορεί να μένει αμετάβλητος : σε μια τέτοια περίπτωση ο ίδιος ο Θεός δεν θα μπορούσε να απολαμβάνει την ακατάπαυστη ανάπαυσή Του μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μέσα στον οποίο αναπαύεται ο Θεός και ο οποίος αναπαύεται στον Θεό, πρέπει να αντανακλά το άπειρο του φωτός της θείας συνειδήσεως -το άπειρο του Θεού πρέπει να γίνει κατά χάριν ιδίωμα του ανθρώπου. Πρόκειται για τη θέωση του ανθρώπου εν τω Θεώ και την ενανθρώπιση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Είναι η ενότητα του Θεού και του ανθρώπου εν τω Αγίω Πνεύματι, εν τω Πνεύματι του φωτός: το φεγγοβόλο Πνεύμα του Θεού γίνεται κατά χάριν φεγγοβόλο Πνεύμα του ανθρώπου. Η θεία συνείδηση και η συνείδηση του ανθρώπου γίνονται διαφανείς η μία για την άλλη και αλληλοπεριχωρούν αμοιβαία. Βεβαιώνοντας αυτή την αλληλοδιείσδυση του ανθρώπου και του Θεού, που λαμβάνει χώρα χωρίς σύγχυση των δύο, ο Χριστιανισμός αποκάλυψε το χαώδες και δίχως όρια μυστήριο του ανθρώπινου προσώπου και της συνείδησης του. Αυτή η νέα γέννηση της ταπείνωσης και του πόθου για κάθαρση, συνιστά την αληθινή αυτογνωσία. Ενώπιον της παρουσίας της αγιότητας η συνείδηση μας αναπτύσσει εξαιρετικά λεπτούς αισθητήρες· κι αυτό μπορεί να προκύψει μόνο επειδή η συνείδηση μας δέχθηκε την αποκάλυψη κάποιας ανώτερης συνείδησης. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει: «Όταν η ψυχή δεχτεί αυτή τη σφραγίδα, όταν μέσα από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βυθιστεί ο λογισμός της στα βάθη της ταπείνωσης του Χριστού και Θεού μας, παύει στο εξής να δίνει προσοχή στον κόσμο ή στους ανθρώπους του κόσμου, και στρέφει όλη της την προσοχή μέσα της. Και όταν αυτή η ενδοσκόπηση γίνει, με πολλή καρτερικότητα, συνήθειά της, τότε η ψυχή δεν βλέπει πλέον τίποτα άλλο από τον εαυτό της μέσα στην ασημαντότητά της και την απώτατη ταπείνωσή της, και είναι πεπεισμένη πως δεν υπάρχει άλλη ψυχή σε ολόκληρο τον κόσμο τόσο ανάξια όσο η ίδια». Ο θείος φωτισμός κάνει τη συνειδητοποίηση της προσωπικής αναξιότητας να συμπλέει παράδοξα με τη λεπτότατη ευαισθησία της συνείδησης· κι αυτή η σύμπλευση λαμβάνει χώρα ενώπιον της δόξας του Θεού, ενώπιον της δόξας μιας υπέρτατης συνείδησης που αφυπνίζει εντός μας τη συνείδηση. Μόνο μία ανώτερη συνείδηση μπορεί να αφυπνίσει μία άλλη συνείδηση· μόνο ο θείος φωτισμός μπορεί να συνεγείρει στο ύψιστο σημείο τη συνείδηση του ανθρώπου, δίνοντας του ταυτόχρονα σαφή συναίσθηση της ασημαντότητας του. Μια φύση απρόσωπη δεν μπορεί να γεννήσει συστολή, να οξύνει τη συνείδηση. Είναι η πυρίμορφη ακτινοβολία ενός Θεού (ενός Θεού που είναι συνείδηση) αυτή που μας φλογίζει, όταν  η αγιότητά Του επενεργεί πάνω μας, απαιτώντας από μας να γίνουμε άγιοι όπως άγιος είναι Εκείνος. Ο άνθρωπος έμπλεος από την αγιότητα του Θεού -την υπέρτατη συνείδηση- μεταβάλλεται σε καιομένη βάτο· ή, μπροστά σε έναν άγιο άνθρωπο αισθάνεται σαν να στέκεται ενώ­πιον μιας καιόμενης βάτου. Η συστολή και το δέος που αισθάνεται κανείς ενώπιον της αγιότητας ξεπερνά κάθε συστολή και δέος που μπορούν να προκαλέσουν πρόσωπα ανθρώπινα· είναι άλλης τάξεως, διότι η θεία πραγματικότητα της υπέρτατης συνείδησης που φεγγοβολά στη συνείδηση του αγίου, φανερώνει ξεκάθαρα στα μάτια μας τον ίδιο μας τον εαυτό και προβάλλει ως η υπέρτατη αρχή που κρίνει την αμαρτωλή μας κατάσταση. Κι όμως ταυτόχρονα, η αγιότητα μας σαγηνεύει. Στο έργο του «Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας»,ο άγιος Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης ταυτίζει την αγιότητα του Θεού με την τέλεια καθαρότητά Του, και την εξαγιαστική Του ενέργεια με την καθαρτική Του δύναμη. Αυτή η τέλεια θεία καθαρότητα δεν αφυπνίζει μονάχα τη συστολή, αλλά μας προσελκύει κιόλας. Δεν προξενεί μονάχα δέος, αλλά και χαρά. Διότι αυτό το ξεγύμνωμα της ύπαρξης μας δεν αποκαλύπτει μόνο την αμαρτία, αλλά και ό,τι καλό υπάρχει μέσα μας· ξυπνάει τη βούληση να καθαρθούμε από την αμαρτία, προκειμένου να είμαστε ευάρεστοι στη θεία συνείδηση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, κατέστησε δυνατή την κάθαρσή μας, την έξοδό μας από την κακία· μπορούμε να εγκαταλείψουμε τον λήθαργό μας χάριν μιας ύπαρξης γεμάτης ζωτικότητα, μιας ύπαρξης που αντλείται από την ίδια την πηγή κάθε ύπαρξης: το πρόσωπο του Θεού με όλη τη ζέση της φιλανθρωπίας Του. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, δεν μας απέρριψε ολοκληρωτικά, αλλά ξύπνησε μέσα μας τη βούληση για κάθαρση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί απαλλαχθήκαμε από ένα βάρος που ασυναίσθητα κουβαλούσαμε, κι από ένα εμπόδιο που μας κρατούσε μακριά από την πληρότητα της ζωής μας. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί δεν υποκρινόμαστε πλέον ένα ρόλο ανειλικρινή, ένα ρόλο που μας είχε οδηγήσει στο σημείο να μην αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και να μην έχουμε το κουράγιο να είμαστε ο εαυτός μας, από φόβο μήπως αποκαλυφθεί η κακία μας. Επομένως, ο εσώτερος μας εαυτός βρίσκεται πλέον ελεύθερος να ζήσει μία αληθινή ζωή, μέσα σε μία ουσιαστική κοινωνία. Όσοι αισθάνονται συγχωρημένοι από τον Θεό και απελευθερωμένοι από το κράτος της αμαρτίας έχουν παρρησία.

Έχει ειπωθεί πως ο Χριστιανισμός εξάλειψε από τον κόσμο και την ανθρώπινη ύπαρξη το ιερό, το άγιο. Στην πραγματικότητα, το αντίθετο συνέβη. Ο Χριστιανισμός φανέρωσε την κλίση κάθε ανθρώπου προς την αγιότητα και την κλίση ολόκληρης της κτίσης να καθρεφτίζει αυτή την αγιότητα. Και το έκανε αυτό αποκαλύπτοντας την ικανότητα του ανθρώπου να φέρει εντός του, με τρόπο ενσυνείδητο, το άπειρο του Θεού, και να εισχωρεί ακατάπαυστα σ’ αυτό, ως σε άπειρη συνείδηση: ο Υιός του Θεού -το άπειρο φως ή αλλιώς η άπειρη συνείδηση- προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Η ανθρώπινη φύση συνεπώς μπόρεσε να γίνει τόπος φανέρωσης του άπειρου φωτός -ή αλλιώς της αβυθομέτρητης συνείδησης- της θείας υπόστασης. Μπόρεσε να βρει αγαλλίαση στο άπειρο αυτό φως και να το αντικαθρεφτί­σει. Η θεία υπόσταση -η άπειρη συνείδηση της θείας υπόστασης- μπόλιασε για πάντα τη ζωή της ανθρώπινης φύσης, χωρίς να συρρικνωθεί. Η ζωή της ανθρώπινης φύσης εμβαπτίζεται αδιάκοπα στον ωκεανό της άπειρης συνείδησης της θείας υπόστασης, χωρίς να διαλύεται. Υπάρχει πλέον χωρητικότητα άπειρης θείας συνείδησης σε καθετί ανθρώπινο, στις δομές της σκέψης, της αισθαντικότητας, της χαράς, της αγάπης, της κοινωνίας, χωρίς να παύουν να είναι δομές ανθρώπινες. Οι Πατέρες είδαν την ανθρώπινη αγιότητα ως μια ολοένα αυξανόμενη ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό -αποτέλεσμα της κάθαρσης των παθών και της ανάπτυξής του μέσα στις αρετές- η οποία κορυφώνεται στη δίχως όρια αγάπη. Αυτό σημαίνει πως η ανθρώπινη συνείδηση, καταυγασμένη από το φως της θείας συνείδησης, υφίσταται εμβάθυνση. Σύμφωνα με τους Πατέρες, οι αρετές είναι η ανθρώπινη έκφραση των θείων ιδιωμάτων, δηλαδή η ολοένα και πιο βαθιά αντανάκλαση του φωτός του Θεού, της συνείδησης Του, μέσα στη συνείδηση του ανθρώπου. Αρχικά, μέσα από τις αρετές, ο Θεός ενανθρωπίζεται μέσα στον άνθρωπο και στη συνέχεια κάνει τον άνθρωπο Θεό. Αυτό σημαίνει πως μέσα από τις αρετές, η ανθρώπινη συνείδηση δεν παύει ποτέ να αναπτύσσεται. Οι αρετές είναι τα φτερά, με τα οποία ο άνθρωπος πετά ολοένα και ψηλότερα μέσα στο φως του Θεού, ενώ την ίδια στιγμή η συνείδησή του βαθαίνει. Κι όμως ποτέ δεν διαλύεται εν τω Θεώ. Είναι ικανός και αισθάνεται την ανάγκη να πετά ολοένα και ψηλότερα, να αφομοιώνει ολοένα και περισσότερα αγαθά του Θεού, και να αυξάνει μέσα στη συνείδησή Του -στη συνείδηση Εκείνου που αιωνίως αποτελεί το κορύφωμα κάθε ύπαρξης, την πηγή κάθε αγαθού, την αστείρευτη πηγή κάθε συνείδησης και φωτός. Συνεπώς, η ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό, δηλαδή η αγιότητα, συνίσταται σ’ αυτήν ακριβώς τη διαρκή πρόοδο του ανθρώπου εν τω Θεώ, σ’ αυτή την αμοιβαία, ολοένα και πιο έντονη αλληλοπεριχώρηση της συνείδησης του ανθρώπου με τη συνείδηση-φως του Θεού· σ’ αυτόν τον ολοένα και λαμπερότερο φωτισμό της ανθρώπινης συνείδησης από το άπειρο φως της συνείδησης του Θεού. Η αγιότητα συνίσταται στο να γίνει, ο Θεός και η συνείδησή Του διαφανής για το νου του ανθρώπου· και ο νους του ανθρώπου επίσης διαφανής, καταυγασμένος από το φως του Αγίου Πνεύματος -ένα φως που κατοπτρίζεται μέσα από το σώμα του και ακτινοβολεί τριγύρω του. Αυτό το φεγγοβόλημα της θείας συνείδησης στην ανθρώπινη, επεκτείνεται και στο πρόσωπο του ανθρώπου και στις πράξεις του. Γι’ αυτό και το βασικό έργο των αγίων είναι η προσευχή τους για τη σωτηρία των ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτή τη λεπταίσθητη μα συνάμα στιβαρή διαφάνεια των συνειδήσεων, ενεργοποιείται η αληθινή φύση του ανθρώπου, η οποία, σε πνευματικό επίπεδο, έγκειται στην κοινωνία. Κοινωνία σημαίνει αμοιβαιότητα μεταξύ δύο ή και περισσότερων συνειδήσεων. Όσο πιο διαφανείς είμαστε, τόσο πιο ουσιώδης είναι και η κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος δεν κοινωνεί εν πλήρει ειλικρίνεια , όταν χάνει το διαφανές της συνειδήσεως του, τότε σκεπάζει και αλλοιώνει την αληθινή φύση του, τον κατ εικόνα Θεού χαρακτήρα του και την ικανότητα του να είναι υπεύθυνος για τους αδελφούς του. Η συνείδησή μου προβάλλει στο πρόσωπο μου το πρόσωπο του πλησίον, για τον οποίο αισθάνομαι υπεύθυνος -είναι το πρόσωπο του διπλανού μου αυτό που μπορεί κανείς να διαβάσει στο δικό μου πρόσωπο. Πολύ περισσότερο, στο πρόσωπο του αγίου μπορεί κανείς να διαβάσει το πρόσωπο του Θεού, απέναντι στον οποίο ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος -κι ακόμα, μπορεί να διαβάσει το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων για τους οποίους ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος ενώπιον του Θεού. Αυτό πολλαπλασιάζει το φως του προσώπου του αγίου: το δικό του φως μαζί με το φως των πλησίον, που φέρει μέσα του, συναντά και ενώνεται με το φως που φεγγοβολά εντός του από τον Θεό. Είναι το φως της αγαθοσύνης και η αγαθοσύνη έχει πάντα ένα χαρακτήρα τριαδικό. Είναι η αγαθοσύνη κάποιου που στρέφεται προς κάποιον άλλο, αλλά σε τελευταία ανάλυση είναι η αγαθοσύνη του Θεού, διότι από τον Θεό εκπηγάζει καθετί αγαθό. Δεν υπάρχει αγαθοσύνη που να μην στρέφεται προς κάποιο υποκείμενο· κι αυτό το υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται η αγαθοσύνη διαδραματίζει κι αυτό ένα ρόλο στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να είναι, αγαθός.


Το φως πρέπει να έχει ένα πεδίο πάνω στο οποίο θα απλώσει τη λάμψη του. Κι ίσως το μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού να μην είναι άσχετο μ’ αυτό.


Πηγή: Εκ του βιβλίου του πατρός Δημήτριου Στανιλοάε, «Προσευχή και Ελευθερία», εκδόσεις Εν πλω.