Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.

Διαβάζοντας σέ διάφορα αἱρετικά ἔντυπα τόν τρόπο, δυ­στυ­χῶς, πού κάποιοι συνάνθρωποί μας ἐγκατέλειψαν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χριστοῦ γιά νά ἐνταχθοῦν σέ μιά αἱρετική κίνηση, πολλές φορές διαπιστώνουμε, ἐκτός ἀπό τήν ἀπουσία γνώσης τῆς Ὀρθόδοξης πίστης, νά γίνεται λόγος καί γιά ἕνα ἄλλο φαινόμενο. Γιά τά ὄνειρα.
Στά πλαίσια τῆς διαδικασίας ἔνταξής τους στόν αἱρετικό χῶ­ρο, συχνά κάνουν λόγο γιά μιά ξεχωριστή ἐμπειρία πού εἶχαν, ὅπως τή φανέρωση τοῦ Χριστοῦ στό ὄνειρό τους, τήν περιγραφή εἰδυλλιακῶν πνευματικῶν καταστάσεων καί ἄλλοτε τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη γεγονότων, πού προκαλοῦν φόβο καί ἀγωνία σέ ὄνειρα πού εἶδαν στόν ὕπνο τους. Τά ὄνειρα αὐτά ὅλοι τους τά θεώρησαν ὡς ἐμπειρική ἀπόδειξη τῆς θείας παρουσίας, ὡς ἐ­πι­βρά­βευ­ση καί ἐνίσχυση στό νέο τρόπο ζωῆς τους, στόν αἱρετικό δηλαδή χῶρο, σέ συνδυασμό μέ τή μόνιμη ψευδαίσθηση, ὅτι ἐκεῖ γνώρισαν τόν Χριστό ἀληθινά.
Δέν θά σταθοῦμε στήν ἐπιστημονική ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων. Θά σταθοῦμε σ’ ἕνα ἄλλο βασικό καί θεμελιώδη παράγοντα. Στό ὅτι στίς αἱρετικές κινήσεις δέν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα, πού νά μπορεῖ κάποιος νά διακρίνει τίς νόθες ἐμπειρίες ἀπό τίς γνήσιες καί τοῦτο γιατί ἡ αἵρεση δέν ἔχει ὑγιῆ πνευματικά κριτήρια.
Ἀκατήχητοι, δυστυχῶς, προηγουμένως, ἄγευστοι πείρας καί ἀγῶνα πνευματικῆς ζωῆς, χωρίς ἔμπειρο πνευματικό ὁδηγό, οἱ πρώην Ὀρθόδοξοι δέν μποροῦν νά συνειδητοποιήσουν, ὅτι αὐτό τό ὁποῖο περιγράφουν ὡς μοναδική ἐμπειρία, τήν ὁποία ὁ Κύριος, ὑποτίθεται τούς ἔδειξε διά μέσου τῶν ὀνείρων, εἶναι κάτι τό πνευματικά ἐπικίνδυνο.
Ποῦ ἔγκειται αὐτός ὁ κίνδυνος; Στό ὅτι σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή (Β΄ Κορ. 11, 14) καί σύμφωνα μέ τήν ἐμπειρία καί τήν πείρα τῶν ἁγίων Νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας τῶν διαχρονικῶς ἀναντικατάστατων ἀπλανῶν ὁδηγῶν μας, τά ὄ­νει­ρα εἶναι χῶρος δράσης μεταμφιεζόμενης δαιμονικῆς παρουσίας.
Τό νά μή πλανηθεῖ δηλαδή ὁ ἄνθρωπος μέσω τῶν ὀνείρων, τό ἐπισημαίνει ἡ Ἁγία Γραφή ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Διαβάζουμε στή Σοφία Σειράχ: «Τά ὄνειρα δίνουν φτερά στούς ἀνόητους. (…) Ἀπό τό ἀκάθαρτο τί μπορεῖ νά καθαριστεῖ; Καί ἀπό τό ψέμα νά ἀληθέψει; (…) Πολλούς τά ὄνειρα τούς παραπλάνησαν κι ὅσοι ἐλπίσανε σ’ αὐτά διαψεύσθηκαν» (Σοφ. Σειράχ 34, 1-7).
Γι’ αὐτό τό λόγο οἱ ἱεροί Πατέρες, γνωρίζοντας τόν κίνδυνο τῆς πλάνης, ὄχι μόνο συνιστοῦν νά μή δίνουμε προσοχή στά ὄνειρα, ἀλλά θεωροῦν καί ὡς ἄξιο ἐπαίνου τόν Χριστιανό πού θά ἀρνηθεῖ νά ἀποδεχθεῖ τυχόν ὄνειρο μέ θεϊκή προέλευση. Ἡ ἄρνησή του νά τό ἐμπιστευθεῖ, δείχνει ἄνθρωπο πνευματικά ὥριμο πού εἶχε τήν προσοχή νά μή πλανηθεῖ.
Τήν ἁγιοπατερική Ὀρθόδοξη διδασκαλία τήν συνοψίζει ἄ­ρι­στα, ἐπικαλούμενος μάλιστα τήν ἐμπειρία τῶν πνευματικῶς πεπειραμένων (ὡς παρά τῶν ἐν πεῖρᾳ γεγονότων ἠκούσαμεν) ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς. Ἀναφέρει στό 38ο κεφάλαιο τῶν Ἑ­κα­τό Γνωστικῶν Κεφαλαίων του: «Ὅμως δύναται νά θε­ω­ρη­θῇ μεγάλη ἀρετή τό νά μή δίδῃ σημασία κανείς στά ὄνειρα. Διότι τά ὄνειρα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, τοὐλάχιστον τά περισσότερα, ἀπό εἴδωλα τῶν λογισμῶν πού περιφέρονται ἐδῶ κι ἐκεῖ ἤ ὅ­πως εἶπα, φαντασίες, διά τῶν ὁποίων ἐμπαίζουν τούς ἀνθρώπους οἱ δαίμονες. Ἑπομένως ἐάν δέν ἀποδεχθῶμεν κάποτε κάποιο ὅραμα πού θά σταλῇ σ’ ἐμᾶς ἀπό τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δέν θά ὀργισθῇ ἐναντίον μας, διότι τό ἀρνηθήκαμε, ὁ πολυπόθητος Κύριος Ἰησοῦς. Διότι γνωρίζει ὅτι αὐτό τό κάμνομεν ἀπό φόβον μήπως μᾶς ἀπατήσουν οἱ δαίμονες» (Μετάφραση π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη).
Ὅλα τά ὄνειρα ἔχουν πειρασμική προέλευση; Ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Πατέρες ἀπαντοῦν ὄχι. Ὑπάρχουν καί ὄνειρα πού προέρχονται ἀπό τόν Θεό. Τέτοια ὄνειρα π.χ. εἶναι τό ὄνειρο τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος (Ματθ. 1, 20), τό ὄνειρο τῶν Μάγων (Ματθ. 2, 12) καί τό ὄνειρο τῆς γυναίκας τοῦ Πιλάτου (Ματθ. 27, 19). Αὐτές τίς περιπτώσεις ἐπικαλοῦνται διάφοροι αἱρετικοί στίς συζητήσεις μαζί τους γιά νά δικαιολογήσουν τήν ἐμπιστοσύνη πού δείχνουν στά ὄνειρα, θεωρώντας ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὅλα ἔχουν θεϊκή προέλευση.
Γιά τά ὄνειρα πού ἔχουν θεϊκή προέλευση κάνουν λόγο καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ταυτοχρόνως περιγράφουν καί μερικά βασικά γνωρίσματά τους, πού στά πλαίσια τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα ἀποτελοῦν καί κριτήρια ἀξιολόγησης καί προέλευσής τους (βλ. π.χ. Ἁγ. Διαδόχου Φωτικῆς, Κεφ. 36-37). Μποροῦν, δηλαδή, ἔτσι ὀρθῶς νά ἀξιολογήσουν ἄν εἶναι γνήσια ἤ νόθα αὐτή ἡ ἐμπειρία καί κατ’ ἐπέκταση ἡ προέλευση αὐτῶν τῶν ὀνείρων.
Αὐτός ὅμως ὁ πνευματικός πλοῦτος, τά πνευματικά κριτήρια τῆς Νηπτικῆς ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως, εἶναι ἀνύπαρκτος στό χῶρο τῆς αἵρεσης. Αὐτό ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά ζοῦν μιά πλάνη σέ σχέση μέ τά ὄνειρα, ἀλλά καί νά προσπαθοῦν νά τήν ἐπιβεβαιώσουν ἐπικαλούμενοι τήν Ἁγία Γραφή!
Καί στήν ἔνσταση, πῶς μπορεῖ κάποιο ὄνειρο νά ἔχει δαιμονική προέλευση, ὅταν ὡρισμένες φορές ἐπιβεβαιώνεται, μᾶς ἀ­παν­τᾶ μέ τήν χαρακτηριστική του ἀκρίβεια ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Κατά τόν ἱερό Πατέρα, οἱ δαίμονες προλέγουν ἄλλοτε βλέποντες αὐτά πού γίνονται ἀπό μακριά καί ἄλλοτε στοχαζόμενοι. Γι’ αὐτό πολλές φορές λένε ψέματα ἐνῶ κάποιες φορές μέ τόν τρόπο αὐτό ἀληθεύουν. Καί ὡς ἐκ τούτου ποτέ δέν θά πρέπει νά τούς δίνουμε σημασία (Ἔκδοσις Ἀκριβής, 2, 4). Ἄν τυχόν ὁ ἄνθρωπος δείξει ἐμπιστοσύνη ἐπειδή συνέβη κάτι τό ὁποῖο ἐπαληθεύτηκε, ἁπλῶς, ὁ ἀντίδικος ἔχει καταφέρει νά ἀποσπάσει τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου καί ὡς ἐκ τούτου νά εἶναι πιό εὔκολα χειραγωγήσιμος στήν πλάνη.
Νά λοιπόν, γιατί ποτέ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί σύμφωνα μέ τήν παρακαταθήκη τῶν ἁγίων Πατέρων, οὔτε πιστεύουν οὔτε ἐμπιστεύονται τά ὄνειρα. Προέχει ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καί ὄχι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀθεράπευτου ἀπό τά πάθη ἀνθρώπου στήν μεταπτωτική λειτουργία τῆς φαντασίας.

(Περιοδικό «διάλογος», τεύχος 89)

(Πηγή ηλ. κειμένου: impantokratoros.gr)

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

ΑΝΤΊΣΤΡΟΦΟΣ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΙΣ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ, ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΓΊΔΑ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.

Ένα φαινόμενο και ταυτοχρόνως παγίδα, που συναντά κάποιος στα πλαίσια του ευρύτερου νεοεποχίτικου και αποκρυφιστικού χώρου είναι η πρακτική που χρησιμοποιούν εκπρόσωποι και κινήσεις του και συνίσταται στην αντίστροφη νοηματοδότηση διαφόρων θεολογικών εννοιών.
Πρόκειται για μια συνήθη, πλην όμως επικίνδυνη πρακτική, που δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις και ελλοχεύει ο κίνδυνος, εάν δεν τον αντιληφθούμε εγκαίρως ή εάν το αγνοούμε, να οδηγηθούμε σε ένα είδος πνευματικής σύγχυσης ή και αλλοίωσης του εκκλησιαστικού φρονήματος.
Παρεμπιπτόντως πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η συγκεκριμένη πρακτική χρησιμοποιείται και από τις διάφορες αιρετικές και παραχριστιανικές ομάδες. Οι λέξεις-όροι, π.χ. Θεός ή Χριστός, δεν κατανοούνται με τον ίδιο τρόπο από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, τους Μορμόνους ή τους οπαδούς της Χριστιανικής Επιστήμης.

Υπάρχει όμως μια διαφορά. Στις αιρετικές και παραχριστιανικές κινήσεις, οι όροι έχουν αιρετικό περιεχόμενο εξ αρχής, ενώ στους ποικίλους νεοεποχίτικους και αποκρυφιστικούς χώρους, η αντίστροφη νοηματοδότηση των θεολογικών όρων χρησιμοποιείται ως μεθόδευση και ως τρόπος σταδιακής υιοθέτησης αλλότριου και αντιχριστιανικού φρονήματος.

Είναι ανάγκη τόσο ο ποιμένας, όσο και ο κάθε χριστιανός να είναι υποψιασμένοι, όχι όμως καχύποπτοι, γι’ αυτού του είδους την πρακτική. Σε διάφορα κοσμικά περιοδικά, σε διαδικτυακούς τόπους, σε εκπομπές ΜΜΕ τοπικής και πανελλήνιας εμβέλειας, πολλές φορές θα δούμε αρθρογραφία ή συζητήσεις για θρησκευτικά θέματα, που γίνεται χρήση θεολογικής ορολογίας πλην όμως εμπεριέχει αντίστροφη νοηματοδότηση ασυμβίβαστη με την ορθόδοξη ή την παραδοσιακή χριστιανική θεώρηση των όρων.
Αρθρογράφοι και ομιλητές, άλλοτε εν αγνοία τους και άλλοτε σκοπίμως, υιοθετούν και χρησιμοποιούν θεολογικούς όρους, που η νοηματοδότησή τους δεν ταυτίζεται με την εκκλησιαστική νοηματοδότηση του όρου όπως εκ πρώτης όψεως πιστεύει ο αναγνώστης ή ο ακροατής.

Ο στόχος αυτής της πρακτικής είναι ένας και μοναδικός. Η αλλοίωση του φρονήματος και η εκ των έσω διάβρωση, ώστε οι νεοεποχίτικες και αποκρυφιστικές δοξασίες να καταστούν εύκολα προσλήψιμες. Οι όροι π.χ. Θεός, Χριστός, Πνεύμα, προσευχή, αγάπη, ειρήνη, πίστη, πνευματικότητα, ψυχή, θάνατος κ.ά. χρησιμοποιούνται ευκαίρως από τους εκπροσώπους αυτών των χώρων, πλην όμως δεν νοηματοδοτούνται με το εκκλησιαστικό τους περιεχόμενο και δεν σχετίζονται με την αυθεντική χριστιανική πίστη.

Αναφέρουμε τρία αντιπροσωπευτικά παραδείγματα:

1. Με τη λέξη Θεός, δεν εννοούν το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος, αλλά ένα άκρως υποκειμενικό και απροσδιόριστο εννοιολογικό νεφέλωμα.
2. Κάνοντας λόγο περί Χριστού δεν αναφέρονται στον Θεάνθρωπο Κύριο, αλλά στη λεγόμενη «χριστική κατάσταση».
3. Μιλώντας για προσευχή, την παρουσιάζουν ή την εξισώνουν με τη διαλογιστική πρακτική των εξωχριστιανικών θρησκευμάτων.
Προσοχή, λοιπόν, και σ’ αυτή τη μεθόδευση. Η Παύλειος προτροπή στον Απόστολο Τιμόθεο: «Πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει, τῇ παρακλήσει, τῇ διδασκαλίᾳ» (Α’ Τιμ. 4, 13) είναι και γι’ αυτή την περίπτωση εξαιρετικά επίκαιρη.

Πηγή:Ορθόδοξος Τύπος, Αριθμός Φύλλου 2022, 16 Μαΐου 2014

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2020

ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Μέσα στὶς Ἑορτὲς τοῦ Ἁγίου ∆ωδεκαημέρου εἶναι καὶ ἡ μεγάλη ∆εσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων. Στὰ Θεοφάνεια ἑορτάζουμε τὴν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, τὴν φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὸν Ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων.

Κατὰ τὴν Ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, τὴν παραμονὴ καὶ τὴν κυριώνυμη ἡμέρα, τελεῖται στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ὡς ανάμνηση τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ τοῦ Βαπτίσματος τῶν κατηχουμένων, ὅταν δὲν εἶχε ἐπικρατήσει ὁ νηπιοβαπτισμός.

Ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τροποποιημένη μορφὴ της ακολουθίας του Βαπτίσματος, συνδέεται μὲ τὴ Θεία Λειτουργία. Γι’ αυτό καὶ ἐτελεῖτο παλαιότερα στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων. Σήμερα δέ, ἔχει μεταφερθεῖ στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας γιὰ νὰ μετάσχουν ὅλοι οἱ πιστοί.

Ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς ποὺ τελεῖται τὴν παραμονὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶναι ὁ ἴδιος καὶ ἔχει τὴν ἴδια ἁγιαστικὴ δύναμη. Ἡ μεγάλη εὐχὴ ποὺ διαβάζεται ἐπιπλέον τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων δὲν εἶναι ἁγιαστικὴ ἀλλὰ κηρυκτική, ποὺ ἀναλύει, θεολογικά, τὸ νόημα τῆς Ἑορτῆς.

Ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς εἶναι τὸ σπουδαιότερο ἐφόδιο τῆς Ἐκκλησίας μας, μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία. Μεταλαμβάνουμε δὲ τοῦ Ἁγιασμοῦ πρὶν λάβουμε τὸ Ἀντίδωρο. Μέγα Ἁγιασμὸ λαμβάνουν καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τὶς προϋποθέσεις καὶ τὴν ἀνάλογη προετοιμασία γιὰ τὴ Θεία Κοινωνία.

Ἡ ἄποψη ὅτι τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων δὲν κοινωνοῦμε των Αχράντων Μυστηρίων, γιατί θὰ λάβουμε Μέγα Ἁγιασμὸ εἶναι ἐσφαλμένη. Σὲ καμία περίπτωση δὲν μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς νὰ
ὑποκαταστήσει τὴ Θεία Κοινωνία.

Τῆς μεταλήψεως τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, κατὰ τὰ Θεοφάνεια, προηγεῖται νηστεία μιᾶς ἡμέρας, ἄνευ ἐλαίου, ἐκτὸς ἐὰν ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων συμπέσει ἡμέρα Σάββατο ἢ Κυριακή, ὁπότε γίνεται κατάλυση ἐλαίου. Ἡ ἐν λόγῳ νηστεία, τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων ἀποτελεῖ καὶ προετοιμασία γιὰ τὸν κατάλληλο ἑορτασμὸ τῆς μεγάλης Ἑορτῆς, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἀρχαῖο ἔθος, προηγείται νηστεία τῶν μεγάλων Εορτών της Εκκλησίας.

Ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ τῆς Ἐξομολογήσεως, καθότι ἡ ἀρχὴ του ἀνάγεται στὸ Βάπτισματῆς Μετανοίας τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὸ ὁποῖο ὁλοκληρώθηκε μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου μας στὸν Ἰορδάνη ποταμό.

Τὸ νερὸ τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἰσοδύναμο μὲ τὸ νερὸ τῆς Βαπτίσεως καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ Βάπτιση βρεφῶν, ποὺ εἶναι βαριὰ ἄρρωστα, πρὸς συντόμευση τῆς ἀκολουθίας τῆς Βαπτίσεως. Ἐὰν τελεσθεῖ Βάπτιση τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων χρησιμοποιεῖται στὴν κολυμβήθρα Μέγας Ἁγιασμός.

Ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς ρίπτεται καὶ ραντίζεται στὰ δέντρα, στὴ φύση, μόνο κατὰ τὴν παραμονὴ καὶ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων. Φυλάσσεται καθ’ ὅλο τὸ ἔτος στὸ Ἱερὸ Βῆμα κάθε Ναοῦ καὶ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς σὲ περιπτώσεις καὶ περιστάσεις γιὰ νὰ ἀποβεῖ «πρὸς ὠφέλειαν ἐπιτήδειος».

Σήμερα δὲν καταφεύγουμε στὴν προστασία τοῦ Κυρίου καὶ στὶς μεσιτεῖες τῶν Ἁγίων καὶ δὲν ἁγιάζουμε τὸ σῶμα μας, ἀλλὰ καὶ τὴ φύση μὲ τὴ ζωοποιὸ χάρη τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ καὶ όλων τῶν ἁγιαστικῶν τελετῶν καὶ πράξεων τῆς Ἐκκλησίας.

Παλαιότερα χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἄνθρωποι τὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ των Θεοφανείων γιὰ νὰ ἁγιάσουν τὴ φύση, τὸ περιβάλλον. Σήμερα χρησιμοποιοῦμε ἀλόγιστα χημικὰ προϊόντα καὶ ἔχουμε καταστρέψει τὴ φύση πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Σᾶς παρακαλῶ καλέσετε τὸν Ἱερέα σας νὰ τελέσει Μέγα Ἁγιασμὸ στὰ σπίτια σας. Ραντίσετε μὲ Μεγάλο Ἁγιασμὸ τὰ ζῶα καὶ τοὺς ἀγρούς.

Ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς ποὺ θὰ κοινωνήσουμε κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων δὲν θὰ λειτουργήσει μαγικὰ σέ μᾶς. Εἶναι ἐνισχυτικὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴ δική μας προσπάθεια νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Ἐπιφανέντα Θεό.

Θὰ μᾶς βοηθήσει μὲ μεγαλύτερο ψυχικὸ σθένος νὰ ἀντιμετωπίσουμε προβλήματα καὶ δυσκολίες τῆς ζωῆς, μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν ἀπαραίτητη βέβαια προϋπόθεση νὰ ἀγωνιζόμαστε πνευματικὰ καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὰ Μυστήρια της Ἐκκλησίας.

Ἂν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ δὲν συμμετέχουμε ἐνεργὰ στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἂν δὲν καθαρίσουμε μὲ τὴν μετάνοια τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες, τότε καὶ ἡ δύναμη τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἀνενεργής στὴ ζωή μας.

Σᾶς παρακαλῶ τὴν Ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἂς ἐπικαλεσθοῦμε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ ἁγιάσει τὶς καρδιές μας, ὁλόκληρη τή φύση, τὴν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀναφωνήσουμε δὲ μὲ βαθιὰ πίστη «Μέγας εἶ Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει
πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου».

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2020

«Περιτομήν θελήσει καταδεχθείς σαρκικήν»


ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Οφείλουμε πριν απ’ όλα να ευχαριστήσουμε τον Άγιο Τριαδικό Θεό, ο Οποίος μας αξίωσε για μια ακόμα φορά να εισέλθουμε σε έναν ακόμη νέο ενιαυτό της αρρήτου χρηστότητός Του. Αυτό είναι δείγμα και αποτέλεσμα της ακένωτης αγαθότητός Του και της αέναης Πρόνοιάς Του για ολόκληρη τη δημιουργία Του και ιδιαίτερα για τον άνθρωπο. Η μόνη ανταπόδοση γι’  αυτή την μεγάλη δωρεά πρέπει να είναι ο διαρκής αίνος και η αδιάκοπη δοξολογία μας προς το υπέρτατο και άγιο όνομά Του.

Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου δεν είναι κάποιο αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, ούτε κάποια μυθοπλασία κάποιου ευφάνταστου μυθογράφου, αλλά πραγματικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο (Γαλ.4,4). Η μεγάλη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου μας υπενθυμίζει αυτή την μεγάλη αλήθεια και τονίζει ιδιαίτερα την πραγματική ανθρώπινη φύση, την οποία εκών ενδύθηκε, για χάρη της δικής μας σωτηρίας.

Η καθιέρωση του εορτασμού της Περιτομής του Κυρίου από την Εκκλησία, συνέτεινε αναμφίβολα η δράση κάποιων αιρετικών κύκλων της αρχαίας Εκκλησίας, οι οποίοι αρνούνταν  την πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και δίδασκαν την μη πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Τέτοιοι υπήρξαν οι αιρετικοί δοκήτες, οι οποίοι δίδασκαν την κακοδοξία ότι δήθεν η ενανθρώπηση του Χριστού έγινε φαινομενικά, «κατά δόκησιν», όπως τόνιζαν. Αυτοί μαζί με τους Μαρκιωνίτες, τους Μανιχαίους και άλλους αιρετικούς, όλοι τους πρόδρομοι των αιρετικών Μονοφυσιτών του 5ου αιώνα, επιχείρησαν να νοθεύσουν την αλήθεια της Εκκλησίας μας.

Η Εκκλησία μας μεταχειρίστηκε κάθε μέσον να προασπίσει την άπαξ αποκαλυφθείσα και παραδοθείσα αλήθεια (Ιουδ.3). Ακόμα και εορτές καθιέρωσε για να περιχαρακώσει τις ύψιστες και σωτήριες αλήθειές Της. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως  οι εορτές των Χριστουγέννων, της Περιτομής και των Θεοφανείων καθιερώθηκαν από την ανάγκη του αντιαιρετικού αγώνα της Εκκλησίας μας και κατόπιν έλαβαν εορταστικό χαρακτήρα, όπως εμείς τις βιώνουμε  σήμερα.
Η περιτομή ήταν μια πρακτική συνηθισμένη σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως πρώτοι που έκαναν περιτομή στα άρρενα τέκνα τους ήταν οι Αιθίοπες και οι Αιγύπτιοι, κυρίως για λόγους υγιεινής (Ηροδ.Ιστ.Β΄,104). Ιστορικά ίσως οι Εβραίοι πήραν την συνήθεια αυτή από τους Αιγυπτίους. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη όμως την περιτομή θέσπισε ο Ίδιος ο Θεός κατά παραγγελία Του στον πιστό Αβραάμ, ως μια πράξη διαφοροποιήσεως των απογόνων του από τους άλλους λαούς, ώστε μέσω αυτών να υλοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. «Αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών΄ περιτμηθήσεται υμών παν αρσενικόν, και περιτμηθήσεθε την σάρκαν της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών. Και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν» (Γεν.17,12).

Η περιτομή όλων των αρένων νηπίων γινόταν από τον πατέρες τους ή από ειδικούς στην περιτομή που ονομάζονταν mohel, την ογδόη ημέρα από τη γέννησή τους, όπως είχε διατάξει ο Θεός. Γινόταν στα σπίτια των νηπίων ή συχνότερα στις συναγωγές ενώπιον συγγενών και φίλων. Η τελετουργία της περιτομής ήταν για τους Ιουδαίους της εποχής εκείνης μεγάλης σπουδαιότητας γεγονός. Το παιδί που περιτέμνονταν θεωρούνταν πια μέλος του λαού του Θεού, τηρητής της διαθήκης, η οποία συνήφθη μεταξύ του Θεού και του Αβραάμ (Γεν,17,12). Ο περιτετμημένος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί τις διατάξεις του Νόμου και είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να εορτάζει το Πάσχα, σε αντίθεση με τους απερίτμητους, οι οποίοι δεν είχαν αυτό το δικαίωμα.

Μαζί με την περιτομή γινόταν και η ονοματοδοσία. Η τελετουργία της περιτομής ήταν κάτι σαν το χριστιανικό βάπτισμα, του οποίου υπήρξε τύπος. Όπως ο περιτετμημένος γινόταν μέλος του λαού της Διαθήκης, ξεχωριστός από τους μη υπερτιμημένους, έτσι και ο βαπτισμένος αναγεννιέται και γίνεται άγιος, ξεχωριστός, μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, προορισμένος να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού (Ρωμ.6,4).

Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του Κυρίου, ο Ιωσήφ και η Μαρία τήρησαν τη μωσαϊκή εντολή της περιτομής. Με λακωνικό τρόπο ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει πως «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του περιτεμείν το παιδίον, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το κληθέν υπό του αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία» (Λουκ.2,21). Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος αναφέρει την πληροφορία ότι την περιτομή του Κυρίου έκαμε ο μνήστωρ Ιωσήφ. Επίσης ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου αναφέρει πως η περιτομή έγινε στο Σπήλαιο της Γεννήσεως. Βεβαίως ο ιερός ευαγγελιστής αποσιωπά κάθε λεπτομέρεια από την τελετή αυτή, διότι προφανώς δεν έχουν να μας προσφέρει, σύμφωνα με τους Πατέρες, όφελος για τη σωτηρία μας.

Την Εκκλησία μας δεν ενδιέφερε αυτή καθ’ εαυτή η εκπλήρωση αυτής της νομικής διάταξης του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο. Την ενδιέφερε κυρίως να τονισθεί, δια της περιτομής Του, και να αποδειχθεί, η πραγματική ανθρώπινη φύση Του, την οποία αρνούνταν οι αιρετικοί. Ο θεόπνευστος ευαγγελιστής συμπεριέλαβε στο ευαγγέλιό του και το γεγονός της περιτομής για να μπορεί η Εκκλησία να αποκρούει κάθε δοκητική, μανιχαϊστική και μονοφυσιτική κακοδοξία.

Η μη παραδοχή της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας μας, περί της αληθινούς ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, εκθεμελιώνει κυριολεκτικά ολόκληρο το οικοδόμημα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Αν δεν έγινε πραγματικά η σάρκωση του Λυτρωτή δεν έχουμε πραγματική σωτηρία, ο Χριστός δεν είναι πραγματικός σωτήρας, αλλά ένας από τους πολλούς ιδρυτές θρησκειών της ανθρωπότητας. Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε έντονα την Εκκλησία τον 5ο αιώνα, όταν ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής από την Κωνσταντινούπολη αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Για το λόγο αυτό συγκλήθηκε η Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος, το 451.

Ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο φυσικός Υιός του Θεού, απόρροια της δικής Του φύσεως. Γεννήθηκε προπάντων των αιώνων από τον Πατέρα, όπως μας βεβαιώνει ξεκάθαρα η αγία Γραφή. «Υιός μου ει συ εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Εβρ.1,5) είπε, δια του Ψαλμωδού ο Θεός Πατέρας, στο Θεό Υιό. Η προαιώνια βουλή του Θεού αποφάσισε να αποστείλει τον Λόγο στον κόσμο ως σωτήρα του από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου. Έτσι, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ.4,4), ο Λόγος, δια της Παρθένου Μαρίας, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και αφού την καθάρισε από τους ρίπους της αμαρτίας, την αναδημιούργησε και την επανέφερε στην προπτωτική της κατάσταση, την έκαμε δική Του φύση, χωρίς να αφήσει ούτε στιγμή τη θεία φύση Του. Ένωσε ασύγχυτα και αρμονικά τις δύο φύσεις στο θεανδρικό Του πρόσωπο. Έγινε ο Θεάνθρωπος. Η ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Λυτρωτή σημαίνει αντικειμενική πραγμάτωση της σωτηρίας μας.
Η ενανθρώπηση του Λόγου όμως είναι γεγονός ασύλληπτης αυτοταπείνωσής Του.   «Εν μορφή Θεού υπάρχων … εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπόκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2:7). Εάν δεν δούμε το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως υπό το πρίσμα της άμετρης αγάπης του Θεού για το πλάσμα Του τον άνθρωπο, αποτελεί αυτό το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών. Το αρχαιοελληνικό αξίωμα «Θεός, ανθρώποις ου μείγνηται», πολλώ δε μάλλον η ανθρωποποίηση Θεού αποτελεί ορθολογικά τη χειρότερη μωρία της ιστορίας. Όμως η αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού υπερέβη όλα τα διαχωριστικά με την ανθρωπότητα. Έκαμε τη μεγάλη κίνηση και ταπείνωσε τον Υιό Του και τον έκαμε άνθρωπο, προκείμενου να σωθεί το ανθρώπινο γένος. Κατέβηκε Αυτός στα ανθρώπινα πλαίσια, μέχρι και της κατάστασης του θανάτου για να αναστήσει τον άνθρωπο από την κατάσταση της πνευματικής νεκρώσεως και να τον ανεβάσει τον άνθρωπο στα ουράνια του θρόνου Του.

Όσο καιρό ο σαρκωμένος Λόγος βρισκόταν στη γη, ταυτόχρονα ως Θεός βρισκόταν και στον ουρανό. Βρισκόταν παντού, ως πανταχού παρών, διότι με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως δεν αποποιήθηκε τη θεία φύση Του. Σε αυτήν Του την διπλή ιδιότητα, ως αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου, έγκειται και το γεγονός του αληθινού σωτήρα. Σώζει ως αληθινός Θεός με το ότι έγινε αληθινός άνθρωπος, καθ’ ότι προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση και την έσωσε στο πρόσωπό Του. Κάθε παρέκκλιση από αυτή την αλήθεια αποτελεί αίρεση για την Εκκλησία μας. Ο Νεστοριανισμός είχε αρνηθεί τη θεία φύση του Χριστού και ο Μονοφυσιτισμός είχε αρνηθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και οι δυο αυτές δογματικές παρεκτροπές καταδικάστηκαν από τις Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ως εκτροπή από την αλήθεια και ως έχοντες σοβαρότατες σωτηριολογικές συνέπειες. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης τόνισε ιδιαίτερα πως «οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί΄ ούτος εστιν ο πλάνος και ο αντίχριστος» (Β΄Ιωάν.7).

Αξίζει να αναφέρουμε δύο αποσπάσματα από τους δογματικούς όρους των αναφερόμενων αγίων Συνόδων, για να δούμε τη θεολογική σαφήνεια της Εκκλησίας μας για το μεγάλη αυτή αλήθεια: «… ένα και τον αυτόν ομολογούμεν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα … ένα και τον αυτόν Χριστόν, υιόν, κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωρίζομεν, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν, σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις εν πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ’ ένα και τον αυτόν υιόν, μονογενή, Θεόν, Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν…» (Όρος Δ΄Οικ. Συνόδου, παρά Ι. Καρμίρη, τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία, Αθήναι 1952, σελ.165).

Το γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως πρέπει να αποτελεί για κάθε πιστό χριστιανό τη βάση της πίστεώς του. Να μην έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι «επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», για να μας λυτρώσει από τη δουλεία της αμαρτίας και τη φθορά του θανάτου. Σύμφωνα με την θεσπέσια υμνολογία της εορτής, «Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ τω γένει των ανθρώπων κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν΄ ουκ εβδελύξατο σαρκός την περιτομήν ο οκταήμερος κατά την Μητέρα και άναρχος κατά τον Πατέρα» για την ημών σωτηρία. Αυτός έκαμε τη μεγάλη κίνηση, περιμένοντας από τον άνθρωπο να κάνει τη δική του μικρή κίνηση, να Του δώσει το χέρι του, για να τον σώσει, να τον δοξάσει και να τον κάνει υιό και κληρονόμο της ατέρμονης βασιλείας Του. Είναι ανάγκη να ξεφύγουμε από τα νοητά δεσμά του αμαρτωλού κόσμου και να ανεβάσουμε το νου μας στα ουράνια. Μόνο έτσι θα επωφεληθούμε από τις δωρεές της θείας συγκαταβάσεως.

Ένας νέος χρόνος εκτείνεται μπροστά μας. Είναι στο χέρι μας να τον αξιοποιήσουμε δημιουργικά για την πνευματική μας πρόοδο. Άλλωστε  για τον συνειδητό χριστιανό δεν υπάρχει χρόνος χαμένος, διότι η κάθε στιγμή της ζωής του προκαθορίζει την θέση του στην αιωνιότητα. Κατά συνέπεια καλούμαστε στη νέα χρονιά να αξιοποιήσουμε τις πλούσιες δωρεές του Θεού για την αξιολογική μας πρόοδο και τη σωτηρία μας. Να έχουμε πάντοτε υπόψη μας ότι δεν ήμαστε μόνοι στον αγώνα μας, αλλά υπάρχει κοντά μας ο Ενανθρωπήσας Θεός, ο Οποίος ευλογεί και επαυξάνει την προσπάθειά μας. Καλό, ευλογημένο και δημιουργικό νέο έτος!

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2020

Ἡ ἑορτὴ τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τὸν μεσαῖο κρίκο μιᾶς ἁλυσσίδας τριῶν ἑορτῶν ποὺ ἐμφανίζουν τὸν Κύριο ταπεινωμένο στὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ θὰ λέγαμε πὼς προκαλεῖ τὴ σκέψη καὶ σκανδαλίζει τὴν πίστη μας.

Ἡ πρώτη εἶναι ἡ κατὰ σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μόλις πρὸ ἑβδομάδος ἑορτάσαμε, ὅπου ὁ Κύριος ἐνδυόμενος τὴν ἀνθρώπινη φύση «κενοῦται», ταπεινοῦται καὶ «λαμβάνει δούλου μορφήν» (Φιλιπ. β΄ 7). Ἡ τρίτη εἶναι αὐτὴ ποὺ σὲ λίγες μέρες θὰ ἑορτάσουμε, ἡ Βάπτισις τοῦ Κύριου. Ἐδῶ ἐμφανίζεται νὰ δέχεται ἀκόμη μεγαλύτερη ταπείνωση, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἔχοντας ἤδη φορέσει τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀκουμπᾶ ὄχι βέβαια κατὰ τὴν οὐσία ἀλλὰ κατὰ τὸν τύπο, καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴ φοβερὴ ἀρρώστεια της, τὴν πτώση.

Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς Περιτομῆς, ὅπου ὁ Κύριος δέχεται μιὰ ἐπὶ πλέον ταπείνωση τῆς σαρκός του• εἶναι ἡ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ παλαιοῦ νόμου. Οἱ ὑπόλοιπες δεσποτικὲς ἑορτές, ἡ Μεταμόρφωσις, ἡ Εἴσοδος εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ἀνάληψις, μὲ ἐξαίρεση αὐτὲς τοῦ πάθους ποὺ ὅμως ἀκολουθοῦνται ἀμέσως ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση, εἶναι ἑορτὲς ποὺ δείχνουν τὴ δόξα τῆς θεότητός Του.

Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ εἶναι κάπως δύσκολη στὴν κατανόησή της καὶ κλειστὴ στὸ μήνυμά της. Ἡ περιτομὴ ἀποτελοῦσε παλαιὰ νομικὴ διάταξη τῶν Ἑβραίων. Αὐτὸν τὸν νόμο τῆς περιτομῆς τῆς σαρκός, ἐν ἄκρᾳ ταπεινώσει, «ἐκπληροῖ» ὁ Κύριος σήμερα. Ἡ περιτομή, ὅμως, τῆς σαρκὸς συνδυάζεται μὲ δύο ἄλλες περιτομές• μία πνευματικὴ καὶ μία συμβολική, ποὺ ὑπαινίσσονται μία τρίτη, τὴν μυστικὴ γιὰ τὴν ὁποία μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς πρὸς Ρωμαίους, πρὸς Γαλάτας καὶ πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολές του.

Ἡ πνευματικὴ περιτομὴ εἶναι ἡ τομή, ἡ κατάργηση τοῦ νόμου καὶ ὁ ἐγκαινιασμὸς τῆς χάριτος. «Χριστοῦ περιτμηθέντος ἐτμήθη νόμος, καὶ νόμου τμηθέντος εἰσήχθη χάρις», μᾶς λέγουν οἱ στίχοι τοῦ συναξαρίου. «Παρῆλθεν ἡ σκιὰ τοῦ νόμου τῆς χάριτος ἐλθούσης» (Δοξαστ. ἑσπερ. β' ἤχου), τονίζει ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀποτέμνεται ὁ νόμος, ἀπογυμνώνεται ἀπὸ κάθε τι ἐπουσιῶδες καὶ ἀνελεύθερο καὶ προσφέρεται στοὺς πιστοὺς ἡ ἐλευθερία τῆς χάριτος.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία τρίτη περιτομὴ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴ τῆς σαρκὸς καὶ τοῦ νόμου. Εἶναι ἡ περιτομὴ ποὺ ἀναφέρεται στὰ τροπάρια τοῦ κανόνος ὡς σχολιασμὸς τοῦ ὅτι τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώραν τὴν ὀγδόη ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεως. Ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὴ ἀναφέρεται στὴν Καινὴ τώρα Διαθήκη, εἶναι σύμβολο τῆς αἰωνιότητος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα δίδεται τὴν ὀγδόη ἡμέρα. Τὸ ὄνομα εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ πιστοποιητικὸ τῆς αἰωνιότητος: «Χαίρετε ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Λουκ. ι' 20).

Σήμερα, λοιπόν, ποὺ ἀλλάζει ὁ χρόνος ὡς ἔτος καὶ χρονολογία, καλὸ θὰ εἶναι νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἀλλάζει ὁ χρόνος καὶ ὡς οὐσία• μπολιάζεται μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴ χάρι τῆς αἰωνιότητος. Ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου σημαδεύει καὶ τὴν περιτομὴ τοῦ χρόνου, τὴ μεταμόρφωσή του σὲ αἰωνιότητα.

Αὐτὲς οἱ τρεῖς περιτομές, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τῆς σαρκός -ἡ οὐσιαστική-, τοῦ νόμου -ἡ πνευματικὴ- καὶ τοῦ χρόνου -ἡ συμβολική-, προεικονίζουν τὴν τελεία, τὴ μυστικὴ περιτομὴ• εἶναι ἡ «ἀχειροποίητος περιτομὴ» τοῦ σημερινοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος (Κολ. β' 11), ἡ περιτομὴ τῆς καρδίας «ἐν πνεύματι οὐ γράμματι» (Ρωμ. β' 29) καὶ (Πράξ. ζ' 51).

Οἱ πρῶτες περιτομὲς στὴν οὐσία σημαίνουν μερικὴ τομή• ὅ,τι μολύνει τὴ σάρκα, ὅ,τι στενεύει τὸ νόμο, ὅ,τι παχαίνει τὸ χρόνο σήμερα κόβεται καὶ ἔτσι μεταμορφώνεται ἡ σάρκα σὲ πνεῦμα, ὁ νόμος σὲ χάρι, ὁ χρόνος σὲ αἰωνιότητα. Ἡ μυστικὴ ὅμως περιτομὴ εἶναι μιὰ ἀπόλυτη ἐκτομὴ τῶν παθῶν καὶ τοῦ φρονήματος τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι αὐτὴ ποὺ τὸν ἄνθρωπο τὸν κάνει ὄχι κυνηγό, ἀλλὰ μέτοχο τῆς ζωῆς τοῦ πνεύματος, τῆς χάριτος, τῆς αἰωνιότητος, ἀπὸ τώρα ποὺ φοροῦμε ἀκόμη τὴ σάρκα, ποὺ ζοῦμε ἐν χρόνῳ, ποὺ καλούμεθα νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές. Εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς μεταμορφώνει σὲ θεϊκοὺς ἀνθρώπους• ποὺ ἐκτέμνει τὰ πάθη μας, περιτέμνει τὴ φύση μας καὶ συντέμνει τὸ χρόνο μας. Μᾶς κάνει νὰ μὴν ζοῦμε ἔντονα τὴ φύση, τὴ σάρκα, τὸν νόμο, τὸν χρόνο.

Παράξενο αὐτὸ τὸ τελευταῖο. Καὶ ὅμως τὸ ἐπιλέγω γιὰ εὐχή. Ὁ χρόνος μας νὰ εἶναι συντετμημένος φέτος, «συνεσταλμένος» (Α' Κορ. ζ' 29). Ὄχι βέβαια, συντετμημένος στὸ μῆκος. Κάθε ἄλλο. Ἀλλὰ συντετμημένος στὴ φυσικὴ οὐσία του. Ὅσο λιγοστεύει σὲ φυσικὴ οὐσία καὶ κοσμικὴ σημασία, τόσο χάνει τὴν παχύτητά του, λεπτύνεται, μετασχηματίζεται σὲ αἰωνιότητα.

Σᾶς εὔχομαι «χρόνια πολλά», σᾶς εὔχομαι καὶ «χρόνια αἰώνια»• τὰ πολλὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς ἀλλὰ καὶ τὰ αἰώνια ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ σήμερα καὶ δὲν τελειώνουν ποτέ.

Καλὴ χρονιὰ καὶ εὐλογημένη!

Ἰανουάριος 2020