Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΟΓΙΣΜΩΝ - OΣΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Πρέπει να έχουμε μέσα μας ένα εργοστάσιο καλών λογισμών. Αν δεν έχουμε, τότε καί ό Μέγας Αντώνιος να είναι γέροντας μας καί να κάνει συνέχεια θαύματα, δεν θα μπορέσει σε τίποτα να μας βοηθήσει.Βλέπετε, όταν ό Κύριος μας ήταν πάνω στο Σταυρό καί συνέβησαν εκείνα τα φρικτά γεγονότα: οί δύο ληστές πού συσταυρώθηκαν μαζί Του, Τον αντιμετώπιζαν με διαφορετικό τρόπο ό καθένας. Ό ένας λοιπόν ληστής, ό εξ ευωνύμων, ό όποιος είχε μέσα του δημιουργήσει εργοστάσιο παραγωγής κακών λογισμών,τον βλαστημούσε. Ο άλλος όμως, ο εκ δεξιών, πού είχε καλούς λογισμούς, μετανόησε ,σώθηκε και μπήκε στον Παράδεισο.

Θα σας πω κι ένα γεγονός μ' ένα γεροντάκι από την Καψάλα,. Αυτό το γεροντάκι είχε ακριβώς τέτοια μηχανή, πού πάντα σκεφτόταν την καλή πλευρά του κάθε θέματος. Μόνο για το καλό είχε μάτια, για να βλέπει, για το κακό ήταν πάντα τυφλός. Κάποτε κάποιοι κοσμικοί τον επισκέφθηκαν καί του πήγαν σαν δώρο ένα μικρό ραδιοφωνάκι καί του το πρόσφεραν. Το πήρε ό γέροντας στα χέρια του και με θαυμασμό το περιεργαζόταν. Τους ρώτησε που - σε ποιο κράτος - κατασκευάζεται και εκείνοι του είπαν «στην Ιαπωνία». Ενώ λοιπόν με θαυμασμό το περιεργαζόταν, ξαφνικά βλέπουν να παίρνει το πρόσωπο του χαρούμενη διάθεση καί φιλώντας το ραδιόφωνο να λέει: - Δόξα Σοι, ό Θεός! Τον ρωτούν τότε οι επισκέπτες του για ποιο λόγο χαίρεται και δοξάζει το Θεό κι εκείνος τους εξηγεί: - Να, χάρηκα, γιατί έγιναν καί οι Ιάπωνες χριστιανοί καί βάζουν στα πράγματα πού κατασκευάζουν σαν σήμα τον Τίμιο καί Ζωοποιό Σταυρό». Είχε δει ο γέροντας το + καί -, το θετικό καί αρνητικό πόλο στίς μπαταρίες, καί το πέρασε για σταυρό. Το γεροντάκι αυτό με το λογισμό του στάθηκε σ' αυτό, ενώ, αν είχε κακούς λογισμούς, θα μπορούσε να τους μαλώσει πού του πήγαν ραδιόφωνο, ενώ αυτός ήταν ασκητής κ.λ.π. .

Το ίδιο γεροντάκι, όταν περνούσε κάποιο αεροπλάνο από πάνω, αμέσως με ευλάβεια σταυροκοπιόταν. Κάποτε ένας ρώτησε:
- Γέροντα, γιατί, όταν βλέπεις αεροπλάνο, κάνεις το σταυρό σου; Κι εκείνος με μια πηγαία, φυσική ευλάβεια καί απλότητα του άπαντα:
- Μα, δε βλέπεις, παιδί μου, ότι έχει το σχήμα του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Χρίστου μας;

Καί εδώ το γεροντάκι αυτό, ενώ μπορούσε να πιάνει τίς κακές πτυχές του αεροπλάνου, όπως το ότι βομβαρδίζει και σκοτώνει, αυτό στεκόταν στο σχήμα του σταυρού πού έφερε κι έτσι ό θόρυβος και η θέα του αεροπλάνου του γινόταν αιτία να μεταφερθεί στο Γολγοθά.

Πρίν αρκετά χρόνια κατέβηκα στην Αθήνα για κάποια δουλειά καί φιλοξενήθηκα στο σπίτι ενός αδελφού χριστιανού. Το σπίτι του ήταν κοντά σ’ έναν κεντρικό δρόμο με αποτέλεσμα να έχει πολλή φασαρία. Το βράδυ μου είπε αυτός ό αδελφός ότι από την πολλή φασαρία δεν μπορούσε τίς νύχτες να κλείσει μάτι, με αποτέλεσμα να έχουν σπάσει τα νεύρα του καί να αναγκά¬ζεται να παίρνει χάπια ηρεμιστικά. Αφού φάγαμε, μου έδωσαν ένα δωμάτιο, για να πάω να ξεκουραστώ καί δείχνοντας το, μου είπε:

- Γέροντα, εδώ είναι το δωμάτιο, αλλά δεν ξέρω αν θα κλείσω μάτι μ' αυτή τη φασαρία των αυτοκινήτων, πού ακούγεται από το δρόμο.

Αφού πέρασε ή νύχτα καί βγήκα από το δωμάτιο μου, με ρωτά: Γέροντα, δεν έκλεισα μάτι, από τη φασαρία, εσείς τι κάνατε;
Τότε του είπα;
- Ποτέ, ούτε στο Όρος, δεν κοιμήθηκα τόσο καλά καί τόσο πολύ. - Γέροντα, μου είπε, πώς είναι δυνατόν να γίνεται αυτό;Τότε του διηγήθηκα το τί μου συνέβη από τη στιγμή που μπήκα στο δωμάτιο. (Εκείνον τον καιρό ήταν σε εξέλιξη ό πόλεμος στο Βιετνάμ καί καθημερινά ακούγαμε δυσάρεστα νέα α¬πό τον εκεί πόλεμο καί εγώ έκανα προσευχή, για να βοηθήσει ό Θεός). - Όταν μπήκα στο δωμάτιο, πήγα και γονάτισα μπροστά στο κρεβάτι. Τα χέρια μου καί το κεφάλι μου τα είχα ακουμπισμένα επάνω στο κρεβάτι κι άρχισα να εύχομαι γι' αυτούς πού πολεμούν καί σκοτώνονται στο Βιετνάμ. Από κάτω ακουγόταν ή φασαρία των αυτοκινήτων, εγώ όμως, επειδή ό νους μου ήταν στο Βιετνάμ, μετέτρεπα με τη φαντασία μου τον ήχο των αυτοκινήτων καί φανταζόμουν τα άρματα μάχης, τον θόρυβο πού κάνουν, όταν περνούν, φανταζόμουν πώς εκεί κάτω σκορπούν το θάνατο, γκρεμίζουν σπίτια κ.λ.π. 

Από κάτω από το δρόμο πότε-πότε περνούσε κάποιος μοτοσυκλετιστής με μηχανή πολλών κυβικών, πού έκανε υπερβολικά δυνατό θόρυβο, με αποτέλεσμανα τρίζουν τα παράθυρα. Αμέσως φανταζόμουν τα αεροπλάνα,πού πετούσαν στο Βιετνάμ καί βομβάρδιζαν καί έβλεπα να σκοτώνονται ανελέητα μικρά παιδιά καί γεροντάκια. Με είχε πιάσει ένα γλυκό παράπονο κι έκλαιγα για την όλη εκεί κατάσταση κι έλεεινολογούσα τον εαυτό μου, πού ήμουν σε ωραίο δωμάτιο με ωραία στρωμένο κρεβάτι, πού είχα φάει καλά καί γενικά δεν είχα κανένα πρόβλημα. Και ενώ έκλαιγα γι' αυτά καί είχα μια πολύ μεγάλη πνευματική ηρεμία, με πήρε ό ύπνος γονατιστό και κοιμήθηκα εκεί τη νύχτα, χωρίς να διακοπεί καθόλου ό ύπνος μου. "Ετσι, λοιπόν, επειδή ό λογισμός μου ήταν σ' αυτούς πού υπέφεραν στο Βιετνάμ, δε με πείραζε ή φασαρία των αυτοκινήτων. "Ετσι να κάνεις καί συ: Να βάλεις με το λογισμό σου ότι ενώ έξω γίνεται πόλεμος καί ενώ όλοι σκοτώνονται, οί περιουσίες τους καταστρέφονται, τα σπίτια τους γκρεμίζονται ή πεθαίνουν από την πείνα, εσένα σ' έχουν σ' ένα πολυτελέστατο σπίτι , τρως, πίνεις, σε πληρώνουν, δεν κινδυνεύεις, μόνο ακούς το θόρυβο αυτών πού πολεμούν καί μ' αυτό τον τρόπο σου δίνεται αιτία να δοξολογείς το Θεό καί όχι να αναγκάζεσαι να παίρνεις χάπια ηρεμιστικά" ή λύση είναι μία: «ό καλός λογισμός».

Πηγή: Ο ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ιερομ. Χριστοδούλου, Αγιορείτου Ι. Γυν. Ησυχ. Παναγία η Φοβερά Προστασία - Χαλκιδική

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ότι αφιερώνεται στο Θεό αυτόματα αγιάζεται


Είναι ένα δώρο ο Ναός που οι άνθρωποι προσέφεραν και προσφέρουν στο Θεό και έτσι ο Θεός συγκαταβαίνει σε αυτό και εδώ γίνεται η ένωση Θεού και ανθρώπου.
 Είναι ο οίκος του Θεού. 
Είναι η πρόγευση του Παραδείσου. 
Έτσι και αυτός που έρχεται να ανάψει το κεράκι και προσέρχεται να προσευχηθεί έχει την ίδια αξία ενώπιον του Θεού, με αυτόν που προσέφερε μία εικόνα, ή έκανε την αρχιτεκτονική μελέτη, ή λειτούργησε, ή διακόνησε με όποιον τρόπο, την λατρεία του Θεού. Είναι ένα ακόμη μυστήριο του Θεού γιατί ότι αφιερώνεται στο Θεό αυτόματα αγιάζεται.

  Πρωτοπρεσβύτερος Σωτήριος Χριστοδούλου

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

«Παναγία μου σώσε την Πατρίδα μας» - Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος

Μέ αὐτά τά λόγια κατέληξε, ἱκετευτικά πρός τήν Παναγία, παρασύροντας ἅπαν τό πλῆθος σέ δέηση μετά δακρύων πρός τήν Θεοτόκον, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, στό Μοναστήρι τῆς Παναγιᾶς τῆς Γηροκομίτισσας στήν Πάτρα.

Ενώπιον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας ὁ Σεβασμιώτατος, ἀνεφέρθη στήν Κοσμοσώτειρα Μαριάμ καί τῆς Πατρίδας μας τήν Σώτειρα καί τήν παρακάλεσε νά σκέπῃ τόν καθένα ξεχωριστά καί τήν πόλη τῶν Πατρῶν, κυρίως ὅμως τήν Ἑλλάδα μας ὁλόκληρη, τήν εὐλογημένη καί φιλόθεη χώρα, τήν ὁποία ἐπιθυμοῦν κάποιοι νά τήν καταστήσουν ἂθεο τόπο μέσα ἀπό ἐπιχειρούμενα ἀντίθεα νομοθετήματα, ὡς ἐκεῖνο τῆς ἀποποινικοποιήσεως τῆς βλασφημίας τό ὁποῖο ἔχει παραπεμφῇ στήν νομοπαρασκευαστική ἐπιτροπή, ἀλλά καί ἐξ αἰτίας τῆς ἀπαξιώσεως τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν καί τῆς ἐπίσης ἐπιχειρούμενης ἀθετήσεως τῶνἱερῶν πνευματικῶν μας καί ἐθνικῶν παραδόσεων.

Η Θεοτόκος δέν θά ἀφήσῃ ἀπαράκλητο τό Γένος μας τό ὁποῖο ἐβοήθησε καί ἔσωσε διαχρονικά, ἐπεσήμανε ὁ Σεβασμιώτατος και ἀνέφερε κείμενα τοῦ Μακρυγιάννη, ὁ ὁποῖοςἀγαποῦσε πολύ τήν Παναγία καί παρακαλοῦσε γιά τήν Ἑλλάδα: «...Ὃταν μοῦ πειράξουν τήν Πατρίδα καί τή Θρησκεία μου, θά μιλήσω, θά ἐνεργήσω κι ὃ, τι θέλουν ἂς μοῦ κάνουν... Καί βγῆκαν τώρα κάτι δικοί μας,..... πού εἶπαν νά μᾶς σβήσουν τήν Ἁγία Πίστη, τήν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιά δέν μᾶς θέλει μέ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον. Καί ἐκάθησα καί ἔκλαιγα διά τά νέα παθήματα. Καί ἐπῆγα πάλιν εἰς τούς φίλους μου τούς Ἁγίους. Ἄναψα τά καντήλια καίἐλιβάνισα μέ λιβάνιν καλόν ἁγιορείτικον. Καί σκουπίζοντας τά δάκρυά μου τούς εἶπα: «Δέν βλέπετε ποῦ θέλουν νά κάμουν τήν Ἑλλάδα παλιόψαθα; Βοηθεῖστε, διότι μᾶς παίρνουν, αὐτοί οἱ μισοέλληνες καί ἄθρησκοι, ὅ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν ἔχομεν... Ἕνας ἄνθρωπος νά μέ ὑβρίσῃ, νά φονεύσῃ τόν πατέρα μου, τήν μητέρα μου, τόν ἀδελφόν μου καί ὕστερα τό μάτι νά μοῦ βγάλῃ, ἔχω χρέος σάν χριστιανός νά τόν συγχωρήσω. Τό νά ὑβρίσῃ τόν Χριστόν μου καί τήν Παναγία μου, δέν θέλω νά τόν βλέπω...» καί κατέληξε ὁΣεβασμιώτατος «Παναγιά μου βοήθησε καί τώρα, βοήθησε γιά ἄλλη μιά φορά τήν πατρίδα μας, νά σταθῆ στά πόδια της...»

Ἡ Ἀκολουθία τῶν Ἐγκωμίων πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἐτελέσθη στό Μοναστήρι τῆς Γηροκομητίσσης Πατρῶν, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου, συγχοροστατοῦντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κερνίτσης κ. Χρυσάνθου, συνιερουργοῦντος τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἀρχιμ. Συμεών Χατζῆ, τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς καί ἄλλων Κληρικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν. (Τά ἐγκώμια εἶναι ποίημα τοῦἀοιδίμου Μητροπολίτου Πατρῶν Διονυσίου τό 1541, διασκευασμένα ἀπό τόν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Πατρῶν Νικόδημο.)

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΑΚΡΙΝΑΣ: ''ΌΤΑΝ ΔΕΧΘΗΚΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ''

Κατά την διάρκεια τού Β' Παγκοσμίου Πολέμου έπεσε (όπως και τό μεγαλύτερο μέρος τού ελληνικού λαού) στην δίνη της στερήσεως και της φτώχειας. Στερήθηκε και αυτό ακόμη τό ψωμί και έφθασε σε σημείο να παρακαλεί τον Κύριο να την πάρει από την ζωή.

Όμως ή πρόνοια τού Θεού μεριμνούσε για εκείνη μέ θαυμαστά σημεία: έξω από την πόρτα της επί έξι μήνες φύτρωναν χόρτα, μέ τα όποια τρεφόταν εκείνη και έτρεφε ένα φυματικό κορίτσι. Ή έλλειψη δυναμωτικών τροφών την έφερε σε κατάσταση γενικής αδυναμίας και εξαντλήσεως. Ό πνευματικός της όμως την βοήθησε και ζήτησε από τούς ενορίτες την ενίσχυση της ορφανής 19χρονης κόρης.


Όταν κάποτε έφθασε στον θάνατο από την πείνα, την κακουχία και την υγρά πλευρίτιδα, δέχθηκε την επίσκεψη της Αγίας Παρασκευής, ή όποια την σκέπασε μέ τό παπλωματάκι της, την ζέστανε και την θεράπευσε. Εκείνο πού αξίζει να σημειωθεί είναι ότι παρόλες τις κακουχίες εκείνης της εποχής ή Μαρία ουδέποτε παρέλειψε τα πνευματικά της καθήκοντα που άρχιζαν από τις 03.00 π.μ. Είχε τόσο ζήλο για τον εκκλησιασμό και για την ακρίβεια στην υπακοή του Γέροντα της. ώστε ό Θεός την γλύτωνε θαυματουργικά από την σύλληψη, τις σφαίρες των μυδραλιοβόλων και την εκτέλεση.

Εκ του βιβλίου του Αρχιμ. Δημήτριου Καββαδία - ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ.

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΖΗΣΕ ΜΟΝΑΧΑ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΑΣΕ ΤΟ ΜΕΤΑ;



Τα συναξάρια της Εκκλησίας είναι γεμάτα από αγίους και αγίες νέους στην ηλικία, κυρίως μάρτυρες, οι οποίοι περιφρόνησαν τόσο τη δύναμη της κοσμικής εξουσίας, όσο και την ευκολία που αυτή υποσχόταν, προκειμένου να κάμψει το φρόνημά τους και να τους κάνει να αρνηθούν τον Χριστό. Με αγωνιστικότητα έφταναν στο σημείο να αρνούνται και την ίδια τη ζωή, προτιμώντας το μαρτύριο για την αγάπη και την πίστη στον Χριστό. Άλλοι πάλι διάλεξαν από τη νεαρή ηλικία τους να αφιερωθούν στην πίστη και να ζήσουν ασκητικά, αφήνοντας κατά μέρος τον συνηθισμένο τρόπο πορείας που οι πολλοί ακολουθούν. Διαβάζοντας τους βίους αυτούς αναρωτιόμαστε: δεν ήθελαν να χαρούνε τη ζωή που τους δόθηκε; Πόσο εύκολο ήταν να αφήσουν κατά μέρος την απτή χαρά και να διαλέξουν να ζήσουν και να πεθάνουν κατά τον ορισμό της πίστης: «σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι’ αυτά που δε βλέπουμε»;
     Οι νέοι σήμερα ζούνε στον κόσμο του «εδώ και τώρα». Ο πολιτισμός μας υπόσχεται άμεση ικανοποίηση, ακόμη και εικονικά. «Ζήσε μονάχα τη στιγμή και άσε το μετά», λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Πώς να καταλάβουν ότι υπήρξαν καιροί στους οποίους νέοι άνθρωποι ζούσαν τη στιγμή με κριτήριο το μετά; Παραιτούνταν από την πρόσκαιρη χαρά, φαίνονταν νικημένοι και όμως εξακολουθούν να ζούνε στις καρδιές των ανθρώπων και, όντας άγιοι, στη ζωή με τον Θεό. Τους ωθούσε η αγάπη προς τον Θεό, προς το Απόλυτο, προς την Αλήθεια. Δεν συμβιβάζονταν με κάτι λιγότερο, αυτό που ο κόσμος υποσχόταν, ακόμη κι αν φαίνεται δελεαστικό. Πρωτίστως τους συνάρπαζε η αγωνιστικότητα. Η αντίθεση σ’ αυτό που φάνταζε ακατανίκητο. Και η πρόταξη της αγάπης. Του έρωτα για τον Απόλυτο, που δεν τους άφηνε μόνους τους σε κάθε μορφής μαρτύριο. Και ήταν αυτός ο έρωτας η πηγή της χαράς και της αντοχής.
     Παραπονιόμαστε σήμερα ότι ζούμε σε έναν ανέραστο κόσμο. Ταυτίσαμε τον έρωτα με τον πόθο για το σώμα, με την ανάγκη για ηδονή. Έτσι αντικαταστήσαμε το «σ’ αγαπώ» με το «σε θέλω». Αποφεύγουμε να δενόμαστε με ανθρώπους και εύκολα αλλάζουμε και παρέες και συνήθειες. Ιδίως οι νεώτεροι. Ζώντας στην πραγματικότητα της κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι γνωριμίες στήνονται με ευκολία, δεν νιώθουμε πόσο αξίζει να αγωνίζεσαι για ό,τι και για όποιον αγαπάς. Και αγωνίζομαι σημαίνει ότι παραιτούμαι από το «εδώ και τώρα», παραιτούμαι από το «εγώ είμαι το κέντρο του κόσμου», από το «ζω για τη στιγμή». Αγωνίζομαι σημαίνει ότι ξεκινώντας από τον Απόλυτο, βλέπω στο πρόσωπο τού κάθε ανθρώπου με τον οποίο θέλω να σχετιστώ την εικόνα Του. Βλέπω ότι κάθε τι με το οποίο ασχολούμαι έχει ψυχή. Και αγαπώντας μπορώ να παραιτηθώ από όλα. Ακόμη και από το ένστικτο της επιβίωσης.
     H Εκκλησία μάς μιλά για τον Χριστό που μας αγαπά απόλυτα, μέχρι θανάτου. Και μας προβάλλει τους αγίους και τις αγίες της ως πρόσωπα που αγάπησαν εξίσου απόλυτα. Όχι κάνοντας κακό στους άλλους. Αλλά εμπιστευόμενοι τον Θεό, ακόμη κι όταν υφίσταντο κακό. Η αγάπη θέλει αγώνα. Και οι νέοι σήμερα μπορούν να βρούνε τέτοια πρότυπα που θα αλλάξουν την πορεία τους στη ζωή της Εκκλησίας. Ας τα αναζητήσουμε.

Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 6 Ιουλίου 2016

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΤΣΑΛΑΚΗ

Πάντα με συγκλόνιζαν και πάντα θα με συγκινούν τα λόγια του Αγίου Νεκταρίου: «Αγαπώ τον Ιησού Χριστό, το Θεό μου. Αγαπώ την Υπεραγία Θεοτόκο, την Παναγία μου. Αγαπώ την Αγία μου Εκκλησία». Μπροστά στον Εσταυρωμένο γονάτιζε ο άγιος Νεκτάριος και προσευχόταν με δάκρυα, στις ώρες τις πολυκύμαντης ζωής του. Μπροστά σε μια εικόνα της Παναγίας, προσευχόταν ατέλειωτες ώρες, όταν τα βέλη του πόνου, από τη ζήλεια και την κακία ορισμένων ανθρώπων, διαπερνούσαν την καρδιά του. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας, στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, ήταν πάντα δακρυσμένος, από χαρά και αγαλλίαση, για την Αγία του Εκκλησία. Για την εκκλησία που του χάριζε την πίστη και την αγάπη, την υπομονή και την ανεξικακία, τη Θεία Λειτουργία και τη Θεία Κοινωνία.
Μόνο όποιος μπορεί να καταλάβει, το θεολογικό ύμνο που έχει γράψει στην Παναγία και έχουν μελοποιήσει αγιορείτες μοναχοί, «Αγνή Παρθένε άχραντε», καταλαβαίνει τι φλόγα πίστεως και αγάπης πυρπολούσε την καρδιά του. Θα μπορούσαμε λοιπόν σαν μια πρώτη απάντηση, που αφορά όλους τους χριστιανούς, να πούμε, ότι να αγαπάς την εκκλησία, σημαίνει να αγαπάς την Παναγία.
Όταν ένας ιερέας θέλει να λειτουργήσει, παίρνει όπως λέμε «καιρό». Προσεύχεται δηλ. μπροστά στην ωραία πύλη, να του δώσει δύναμη ο Θεός, να τελέσει τη Θεία Λειτουργία.  Την ώρα που προσκυνά την εικόνα της Παναγίας, λέει ένα τροπάριο, που πάντα με συγκινεί: «ρυσθείημεν δια σου των περιστάσεων», δηλ. «με τη χάρη σου Παναγία μου, θα ελευθερωθούμε από τις περιστάσεις, που μας πολιορκούν». Και οι περιστάσεις αυτές είναι πολλές για ένα ιερέα. Αγάπη λοιπόν στην Παναγία, αλλά και σε όλους τους Αγίους της εκκλησίας μας, είναι το πρώτο σημείο, ότι αγαπάς την Εκκλησία, την ορθόδοξη Εκκλησία, την μία Εκκλησία του Χριστού.
Πιο πρώτα όμως από την αγάπη της Παναγίας, ο κάθε χριστιανός οφείλει να αγαπά το Χριστό. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω της πίστεως μας, της ζωής μας. Είναι ο βαθύς, ο ακατανίκητος έρωτας της καρδιάς μας, που νικά όλους τους άλλους έρωτες, όλες τις αγάπες του κόσμου. Το έτος 1954 κυκλοφόρησε,  από τον τότε Αρχιμανδρίτη και μετέπειτα Επίσκοπο Κισσάμου Ειρηναίο,  ένα βιβλίο με τίτλο:  «Πορείες και αλήθειες για τον Αγαπημένο μου Χριστό». Διαβάζοντάς το καταλαβαίνεις, τι σημαίνει να αγαπάς το Χριστό. Ένας κληρικός της σχολαστικής θεολογίας, τον ειρωνεύτηκε. «Σαν να είναι» είπε, «ερωτευμένος με το Χριστό!» Αν είχε διαβάσει έστω και μια σελίδα του Συμεών του Νέου Θεολόγου, από το κεφάλαιο: «Ερώτων θείων υμνωδίες», θα είχε υποψιασθεί, τι σημαίνει να αγαπάς το Χριστό.
Όποιος λοιπόν αγαπά το Χριστό, αγαπά τον τριαδικό Θεό,  αγαπά τους αγγέλους του Θεού, αγαπά το ευαγγέλιο και ολόκληρη τη διδασκαλία της εκκλησίας, αγαπά όλα τα μέλη της εκκλησίας και τους κληρικούς της, όσο κι αν είναι ανάξιοι, όσο κι αν προκαλούν σκάνδαλα στην εκκλησία, όσο κι αν την πληγώνουν.
Να αγαπάς λοιπόν την εκκλησία, σημαίνει, να ζεις όπως θέλει η εκκλησία, να κάνεις υπακοή στην εκκλησία, αφού αυτή η υπακοή, είναι στο βάθος ελευθερία, γιατί  σε ελευθερώνει από τα πάθη  και κυρίως από τον εγωισμό και την κενοδοξία και σε συνδέει με δεσμούς αγάπης με τους συνανθρώπους σου και το Θεό. Να αγαπάς την εκκλησία σημαίνει, να θεραπεύει το νου σου από την αλαζονεία και την καρδιά σου από την εμπάθεια, ένα Πνευματικός, που «εις τύπον Χριστού», θα σε αγαπά και θα σε οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού.
Δεν θα ξεχάσω τη σπαρακτική φωνή του αγωνιστή ιεράρχη Αυγουστίνου Καντιώτη, που πέθανε, σε βαθειά γεράματα, αυτό τον καιρό. Έλεγε σε μια γυναίκα, που του ζητούσε να κάνει έκτρωση: «Χωρίς άνδρα, μπορείς να ζήσεις. Χωρίς Θεό, μπορείς να ζήσεις;» Ο Θεός είναι ο αέρας που αναπνέομε. Είναι ο ήλιος που μας θερμαίνει.  Γι’ αυτό θρηνεί ο Νίτσε,  όταν κηρύσσει με υπερηφάνεια, αλλά και τραγικότητα, το θάνατο του Θεού:  «Τι θα γίνει τώρα η γη, χωρίς τον ήλιο που τη θέρμαινε. Θα παγώσει. Κι ο άνθρωπος θα ζήσει σ’ αυτή την παγωνιά!»  Ενώ χαιρόταν για το θάνατο του Θεού, γινόταν προφήτης, της πιο τραγικής κατάστασης του ανθρώπου.
Εξομολογούμαι ενώπιον του Θεού, ότι βρέθηκα κάποτε, από δαιμονική συνεργία, σε μια ώρα μεγάλης απελπισίας, απ’ αυτές που είναι πολύ επικίνδυνες και οι άνθρωποι δεν πρέπει να μένουν μόνοι,  αλλά να τρέχουν να ζητούν βοήθεια. Έλεγα λοιπόν στον εαυτό μου: «Μπορώ να ζήσω χωρίς τα αγαπημένα μου πρόσωπα; Χωρίς τη Μάνα μου και την οικογένεια μου;» Η απάντηση ήταν δύσκολη, αλλά ήταν: Ναι. Μετά είπα: «Μπορώ να ζήσω χωρίς το Θεό, χωρίς την εκκλησία;» Θόλωσε το μυαλό μου και πάγωσε η καρδιά μου σ’ αυτή την εκδοχή. Ένιωσα σαν το έμβρυο, που όταν το βγάλεις από τη μήτρα, είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Η  απάντηση ήταν: Όχι. Μαζί με το όχι, πέρασε και η φοβερή ώρα του πειρασμού.