Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

«Παναγία μου σώσε την Πατρίδα μας» - Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος

Μέ αὐτά τά λόγια κατέληξε, ἱκετευτικά πρός τήν Παναγία, παρασύροντας ἅπαν τό πλῆθος σέ δέηση μετά δακρύων πρός τήν Θεοτόκον, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, στό Μοναστήρι τῆς Παναγιᾶς τῆς Γηροκομίτισσας στήν Πάτρα.

Ενώπιον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας ὁ Σεβασμιώτατος, ἀνεφέρθη στήν Κοσμοσώτειρα Μαριάμ καί τῆς Πατρίδας μας τήν Σώτειρα καί τήν παρακάλεσε νά σκέπῃ τόν καθένα ξεχωριστά καί τήν πόλη τῶν Πατρῶν, κυρίως ὅμως τήν Ἑλλάδα μας ὁλόκληρη, τήν εὐλογημένη καί φιλόθεη χώρα, τήν ὁποία ἐπιθυμοῦν κάποιοι νά τήν καταστήσουν ἂθεο τόπο μέσα ἀπό ἐπιχειρούμενα ἀντίθεα νομοθετήματα, ὡς ἐκεῖνο τῆς ἀποποινικοποιήσεως τῆς βλασφημίας τό ὁποῖο ἔχει παραπεμφῇ στήν νομοπαρασκευαστική ἐπιτροπή, ἀλλά καί ἐξ αἰτίας τῆς ἀπαξιώσεως τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν καί τῆς ἐπίσης ἐπιχειρούμενης ἀθετήσεως τῶνἱερῶν πνευματικῶν μας καί ἐθνικῶν παραδόσεων.

Η Θεοτόκος δέν θά ἀφήσῃ ἀπαράκλητο τό Γένος μας τό ὁποῖο ἐβοήθησε καί ἔσωσε διαχρονικά, ἐπεσήμανε ὁ Σεβασμιώτατος και ἀνέφερε κείμενα τοῦ Μακρυγιάννη, ὁ ὁποῖοςἀγαποῦσε πολύ τήν Παναγία καί παρακαλοῦσε γιά τήν Ἑλλάδα: «...Ὃταν μοῦ πειράξουν τήν Πατρίδα καί τή Θρησκεία μου, θά μιλήσω, θά ἐνεργήσω κι ὃ, τι θέλουν ἂς μοῦ κάνουν... Καί βγῆκαν τώρα κάτι δικοί μας,..... πού εἶπαν νά μᾶς σβήσουν τήν Ἁγία Πίστη, τήν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιά δέν μᾶς θέλει μέ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον. Καί ἐκάθησα καί ἔκλαιγα διά τά νέα παθήματα. Καί ἐπῆγα πάλιν εἰς τούς φίλους μου τούς Ἁγίους. Ἄναψα τά καντήλια καίἐλιβάνισα μέ λιβάνιν καλόν ἁγιορείτικον. Καί σκουπίζοντας τά δάκρυά μου τούς εἶπα: «Δέν βλέπετε ποῦ θέλουν νά κάμουν τήν Ἑλλάδα παλιόψαθα; Βοηθεῖστε, διότι μᾶς παίρνουν, αὐτοί οἱ μισοέλληνες καί ἄθρησκοι, ὅ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν ἔχομεν... Ἕνας ἄνθρωπος νά μέ ὑβρίσῃ, νά φονεύσῃ τόν πατέρα μου, τήν μητέρα μου, τόν ἀδελφόν μου καί ὕστερα τό μάτι νά μοῦ βγάλῃ, ἔχω χρέος σάν χριστιανός νά τόν συγχωρήσω. Τό νά ὑβρίσῃ τόν Χριστόν μου καί τήν Παναγία μου, δέν θέλω νά τόν βλέπω...» καί κατέληξε ὁΣεβασμιώτατος «Παναγιά μου βοήθησε καί τώρα, βοήθησε γιά ἄλλη μιά φορά τήν πατρίδα μας, νά σταθῆ στά πόδια της...»

Ἡ Ἀκολουθία τῶν Ἐγκωμίων πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἐτελέσθη στό Μοναστήρι τῆς Γηροκομητίσσης Πατρῶν, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου, συγχοροστατοῦντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κερνίτσης κ. Χρυσάνθου, συνιερουργοῦντος τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἀρχιμ. Συμεών Χατζῆ, τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς καί ἄλλων Κληρικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν. (Τά ἐγκώμια εἶναι ποίημα τοῦἀοιδίμου Μητροπολίτου Πατρῶν Διονυσίου τό 1541, διασκευασμένα ἀπό τόν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Πατρῶν Νικόδημο.)

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΑΚΡΙΝΑΣ: ''ΌΤΑΝ ΔΕΧΘΗΚΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ''

Κατά την διάρκεια τού Β' Παγκοσμίου Πολέμου έπεσε (όπως και τό μεγαλύτερο μέρος τού ελληνικού λαού) στην δίνη της στερήσεως και της φτώχειας. Στερήθηκε και αυτό ακόμη τό ψωμί και έφθασε σε σημείο να παρακαλεί τον Κύριο να την πάρει από την ζωή.

Όμως ή πρόνοια τού Θεού μεριμνούσε για εκείνη μέ θαυμαστά σημεία: έξω από την πόρτα της επί έξι μήνες φύτρωναν χόρτα, μέ τα όποια τρεφόταν εκείνη και έτρεφε ένα φυματικό κορίτσι. Ή έλλειψη δυναμωτικών τροφών την έφερε σε κατάσταση γενικής αδυναμίας και εξαντλήσεως. Ό πνευματικός της όμως την βοήθησε και ζήτησε από τούς ενορίτες την ενίσχυση της ορφανής 19χρονης κόρης.


Όταν κάποτε έφθασε στον θάνατο από την πείνα, την κακουχία και την υγρά πλευρίτιδα, δέχθηκε την επίσκεψη της Αγίας Παρασκευής, ή όποια την σκέπασε μέ τό παπλωματάκι της, την ζέστανε και την θεράπευσε. Εκείνο πού αξίζει να σημειωθεί είναι ότι παρόλες τις κακουχίες εκείνης της εποχής ή Μαρία ουδέποτε παρέλειψε τα πνευματικά της καθήκοντα που άρχιζαν από τις 03.00 π.μ. Είχε τόσο ζήλο για τον εκκλησιασμό και για την ακρίβεια στην υπακοή του Γέροντα της. ώστε ό Θεός την γλύτωνε θαυματουργικά από την σύλληψη, τις σφαίρες των μυδραλιοβόλων και την εκτέλεση.

Εκ του βιβλίου του Αρχιμ. Δημήτριου Καββαδία - ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ.

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΖΗΣΕ ΜΟΝΑΧΑ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΑΣΕ ΤΟ ΜΕΤΑ;



Τα συναξάρια της Εκκλησίας είναι γεμάτα από αγίους και αγίες νέους στην ηλικία, κυρίως μάρτυρες, οι οποίοι περιφρόνησαν τόσο τη δύναμη της κοσμικής εξουσίας, όσο και την ευκολία που αυτή υποσχόταν, προκειμένου να κάμψει το φρόνημά τους και να τους κάνει να αρνηθούν τον Χριστό. Με αγωνιστικότητα έφταναν στο σημείο να αρνούνται και την ίδια τη ζωή, προτιμώντας το μαρτύριο για την αγάπη και την πίστη στον Χριστό. Άλλοι πάλι διάλεξαν από τη νεαρή ηλικία τους να αφιερωθούν στην πίστη και να ζήσουν ασκητικά, αφήνοντας κατά μέρος τον συνηθισμένο τρόπο πορείας που οι πολλοί ακολουθούν. Διαβάζοντας τους βίους αυτούς αναρωτιόμαστε: δεν ήθελαν να χαρούνε τη ζωή που τους δόθηκε; Πόσο εύκολο ήταν να αφήσουν κατά μέρος την απτή χαρά και να διαλέξουν να ζήσουν και να πεθάνουν κατά τον ορισμό της πίστης: «σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι’ αυτά που δε βλέπουμε»;
     Οι νέοι σήμερα ζούνε στον κόσμο του «εδώ και τώρα». Ο πολιτισμός μας υπόσχεται άμεση ικανοποίηση, ακόμη και εικονικά. «Ζήσε μονάχα τη στιγμή και άσε το μετά», λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Πώς να καταλάβουν ότι υπήρξαν καιροί στους οποίους νέοι άνθρωποι ζούσαν τη στιγμή με κριτήριο το μετά; Παραιτούνταν από την πρόσκαιρη χαρά, φαίνονταν νικημένοι και όμως εξακολουθούν να ζούνε στις καρδιές των ανθρώπων και, όντας άγιοι, στη ζωή με τον Θεό. Τους ωθούσε η αγάπη προς τον Θεό, προς το Απόλυτο, προς την Αλήθεια. Δεν συμβιβάζονταν με κάτι λιγότερο, αυτό που ο κόσμος υποσχόταν, ακόμη κι αν φαίνεται δελεαστικό. Πρωτίστως τους συνάρπαζε η αγωνιστικότητα. Η αντίθεση σ’ αυτό που φάνταζε ακατανίκητο. Και η πρόταξη της αγάπης. Του έρωτα για τον Απόλυτο, που δεν τους άφηνε μόνους τους σε κάθε μορφής μαρτύριο. Και ήταν αυτός ο έρωτας η πηγή της χαράς και της αντοχής.
     Παραπονιόμαστε σήμερα ότι ζούμε σε έναν ανέραστο κόσμο. Ταυτίσαμε τον έρωτα με τον πόθο για το σώμα, με την ανάγκη για ηδονή. Έτσι αντικαταστήσαμε το «σ’ αγαπώ» με το «σε θέλω». Αποφεύγουμε να δενόμαστε με ανθρώπους και εύκολα αλλάζουμε και παρέες και συνήθειες. Ιδίως οι νεώτεροι. Ζώντας στην πραγματικότητα της κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι γνωριμίες στήνονται με ευκολία, δεν νιώθουμε πόσο αξίζει να αγωνίζεσαι για ό,τι και για όποιον αγαπάς. Και αγωνίζομαι σημαίνει ότι παραιτούμαι από το «εδώ και τώρα», παραιτούμαι από το «εγώ είμαι το κέντρο του κόσμου», από το «ζω για τη στιγμή». Αγωνίζομαι σημαίνει ότι ξεκινώντας από τον Απόλυτο, βλέπω στο πρόσωπο τού κάθε ανθρώπου με τον οποίο θέλω να σχετιστώ την εικόνα Του. Βλέπω ότι κάθε τι με το οποίο ασχολούμαι έχει ψυχή. Και αγαπώντας μπορώ να παραιτηθώ από όλα. Ακόμη και από το ένστικτο της επιβίωσης.
     H Εκκλησία μάς μιλά για τον Χριστό που μας αγαπά απόλυτα, μέχρι θανάτου. Και μας προβάλλει τους αγίους και τις αγίες της ως πρόσωπα που αγάπησαν εξίσου απόλυτα. Όχι κάνοντας κακό στους άλλους. Αλλά εμπιστευόμενοι τον Θεό, ακόμη κι όταν υφίσταντο κακό. Η αγάπη θέλει αγώνα. Και οι νέοι σήμερα μπορούν να βρούνε τέτοια πρότυπα που θα αλλάξουν την πορεία τους στη ζωή της Εκκλησίας. Ας τα αναζητήσουμε.

Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 6 Ιουλίου 2016

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΤΣΑΛΑΚΗ

Πάντα με συγκλόνιζαν και πάντα θα με συγκινούν τα λόγια του Αγίου Νεκταρίου: «Αγαπώ τον Ιησού Χριστό, το Θεό μου. Αγαπώ την Υπεραγία Θεοτόκο, την Παναγία μου. Αγαπώ την Αγία μου Εκκλησία». Μπροστά στον Εσταυρωμένο γονάτιζε ο άγιος Νεκτάριος και προσευχόταν με δάκρυα, στις ώρες τις πολυκύμαντης ζωής του. Μπροστά σε μια εικόνα της Παναγίας, προσευχόταν ατέλειωτες ώρες, όταν τα βέλη του πόνου, από τη ζήλεια και την κακία ορισμένων ανθρώπων, διαπερνούσαν την καρδιά του. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας, στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, ήταν πάντα δακρυσμένος, από χαρά και αγαλλίαση, για την Αγία του Εκκλησία. Για την εκκλησία που του χάριζε την πίστη και την αγάπη, την υπομονή και την ανεξικακία, τη Θεία Λειτουργία και τη Θεία Κοινωνία.
Μόνο όποιος μπορεί να καταλάβει, το θεολογικό ύμνο που έχει γράψει στην Παναγία και έχουν μελοποιήσει αγιορείτες μοναχοί, «Αγνή Παρθένε άχραντε», καταλαβαίνει τι φλόγα πίστεως και αγάπης πυρπολούσε την καρδιά του. Θα μπορούσαμε λοιπόν σαν μια πρώτη απάντηση, που αφορά όλους τους χριστιανούς, να πούμε, ότι να αγαπάς την εκκλησία, σημαίνει να αγαπάς την Παναγία.
Όταν ένας ιερέας θέλει να λειτουργήσει, παίρνει όπως λέμε «καιρό». Προσεύχεται δηλ. μπροστά στην ωραία πύλη, να του δώσει δύναμη ο Θεός, να τελέσει τη Θεία Λειτουργία.  Την ώρα που προσκυνά την εικόνα της Παναγίας, λέει ένα τροπάριο, που πάντα με συγκινεί: «ρυσθείημεν δια σου των περιστάσεων», δηλ. «με τη χάρη σου Παναγία μου, θα ελευθερωθούμε από τις περιστάσεις, που μας πολιορκούν». Και οι περιστάσεις αυτές είναι πολλές για ένα ιερέα. Αγάπη λοιπόν στην Παναγία, αλλά και σε όλους τους Αγίους της εκκλησίας μας, είναι το πρώτο σημείο, ότι αγαπάς την Εκκλησία, την ορθόδοξη Εκκλησία, την μία Εκκλησία του Χριστού.
Πιο πρώτα όμως από την αγάπη της Παναγίας, ο κάθε χριστιανός οφείλει να αγαπά το Χριστό. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω της πίστεως μας, της ζωής μας. Είναι ο βαθύς, ο ακατανίκητος έρωτας της καρδιάς μας, που νικά όλους τους άλλους έρωτες, όλες τις αγάπες του κόσμου. Το έτος 1954 κυκλοφόρησε,  από τον τότε Αρχιμανδρίτη και μετέπειτα Επίσκοπο Κισσάμου Ειρηναίο,  ένα βιβλίο με τίτλο:  «Πορείες και αλήθειες για τον Αγαπημένο μου Χριστό». Διαβάζοντάς το καταλαβαίνεις, τι σημαίνει να αγαπάς το Χριστό. Ένας κληρικός της σχολαστικής θεολογίας, τον ειρωνεύτηκε. «Σαν να είναι» είπε, «ερωτευμένος με το Χριστό!» Αν είχε διαβάσει έστω και μια σελίδα του Συμεών του Νέου Θεολόγου, από το κεφάλαιο: «Ερώτων θείων υμνωδίες», θα είχε υποψιασθεί, τι σημαίνει να αγαπάς το Χριστό.
Όποιος λοιπόν αγαπά το Χριστό, αγαπά τον τριαδικό Θεό,  αγαπά τους αγγέλους του Θεού, αγαπά το ευαγγέλιο και ολόκληρη τη διδασκαλία της εκκλησίας, αγαπά όλα τα μέλη της εκκλησίας και τους κληρικούς της, όσο κι αν είναι ανάξιοι, όσο κι αν προκαλούν σκάνδαλα στην εκκλησία, όσο κι αν την πληγώνουν.
Να αγαπάς λοιπόν την εκκλησία, σημαίνει, να ζεις όπως θέλει η εκκλησία, να κάνεις υπακοή στην εκκλησία, αφού αυτή η υπακοή, είναι στο βάθος ελευθερία, γιατί  σε ελευθερώνει από τα πάθη  και κυρίως από τον εγωισμό και την κενοδοξία και σε συνδέει με δεσμούς αγάπης με τους συνανθρώπους σου και το Θεό. Να αγαπάς την εκκλησία σημαίνει, να θεραπεύει το νου σου από την αλαζονεία και την καρδιά σου από την εμπάθεια, ένα Πνευματικός, που «εις τύπον Χριστού», θα σε αγαπά και θα σε οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού.
Δεν θα ξεχάσω τη σπαρακτική φωνή του αγωνιστή ιεράρχη Αυγουστίνου Καντιώτη, που πέθανε, σε βαθειά γεράματα, αυτό τον καιρό. Έλεγε σε μια γυναίκα, που του ζητούσε να κάνει έκτρωση: «Χωρίς άνδρα, μπορείς να ζήσεις. Χωρίς Θεό, μπορείς να ζήσεις;» Ο Θεός είναι ο αέρας που αναπνέομε. Είναι ο ήλιος που μας θερμαίνει.  Γι’ αυτό θρηνεί ο Νίτσε,  όταν κηρύσσει με υπερηφάνεια, αλλά και τραγικότητα, το θάνατο του Θεού:  «Τι θα γίνει τώρα η γη, χωρίς τον ήλιο που τη θέρμαινε. Θα παγώσει. Κι ο άνθρωπος θα ζήσει σ’ αυτή την παγωνιά!»  Ενώ χαιρόταν για το θάνατο του Θεού, γινόταν προφήτης, της πιο τραγικής κατάστασης του ανθρώπου.
Εξομολογούμαι ενώπιον του Θεού, ότι βρέθηκα κάποτε, από δαιμονική συνεργία, σε μια ώρα μεγάλης απελπισίας, απ’ αυτές που είναι πολύ επικίνδυνες και οι άνθρωποι δεν πρέπει να μένουν μόνοι,  αλλά να τρέχουν να ζητούν βοήθεια. Έλεγα λοιπόν στον εαυτό μου: «Μπορώ να ζήσω χωρίς τα αγαπημένα μου πρόσωπα; Χωρίς τη Μάνα μου και την οικογένεια μου;» Η απάντηση ήταν δύσκολη, αλλά ήταν: Ναι. Μετά είπα: «Μπορώ να ζήσω χωρίς το Θεό, χωρίς την εκκλησία;» Θόλωσε το μυαλό μου και πάγωσε η καρδιά μου σ’ αυτή την εκδοχή. Ένιωσα σαν το έμβρυο, που όταν το βγάλεις από τη μήτρα, είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Η  απάντηση ήταν: Όχι. Μαζί με το όχι, πέρασε και η φοβερή ώρα του πειρασμού.

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ΑΣΩΤΙΑ - ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ - ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Γράφει ο Κων/νος Χαρ. Κορλός, θεολόγος

    Οι λέξεις “ασωτία”, “άσωτος”, “ασώτως” στην Αγία Γραφή έχουν την ίδια ηθική σημασία που έχουν σ' ολόκληρη την ελληνική γραμματεία. Έτσι η λέξη “άσωτος” (α στερητικό+σώζω) σημαίνει τον άνθρωπο που δεν έχει σωτηρία με τον τρόπο ζωής του.
    Ο Αριστοτέλης γράφει: “τους ακρατείς και εις ακολασίαν δαπανηρούς ασώτους καλούμεν· διο και φαυλότατοι δοκούσιν είναι· πολλάς γαρ άμα κακίας έχουσιν...” Έτσι, “άσωτος” είναι εκείνος που κατασπαταλάει τα υλικά και πνευματικά αγαθά του, τα διάφορα ταλέντα του και που φθείρει έτσι επικίνδυνα την προσωπική του ψυχοσωματική υπόσταση. Η σπατάλη αυτή είναι έλλειψη ελευθερίας, υποδούλωση και εκφράζει την εσωτερική ανωμαλία, ακαταστασία, σύγχυση και νοσηρότητα της προσωπικότητας του ασώτου. Η ασωτία εκδηλώνεται ως σαρκολατρία, φιληδονία και ακολασία, ως ηθική αταξία και συνεπάγεται την εξαθλίωση και αποκτήνωση, τη στέρηση και τον εξευτελισμό του ανθρώπου. Από τη δυσχερή αυτή θέση, από την κόλασή του σώζει τον άνθρωπο μόνο η εν Χριστώ μετάνοια και η δεδομένη αγάπη του Θεού. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια εκφράζει, αριστοτεχνικά η “παραβολή του Ασώτου”.
     Η παραβολή αυτή αποτελεί από κάθε άποψη την κορωνίδα των παραβολών του Χριστού. Είναι ανακεφαλαίωση της όλης διδασκαλίας του. Κεντρική ιδέα της παραβολής είναι η απεριόριστη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, που απορρέει από την πατρική σχέση του Θεού προς τους ανθρώπους και όχι από τις αρετές τους. Εξαίρεται η άπειρη θεία αγάπη και η μεγάλη αξία της μετάνοιας και επιστροφής του αμαρτωλού, ο οποίος έτσι μετατάσσεται από την πνευματική δουλεία της αμαρτίας στην ελευθερία των παιδιών του Θεού.
     Η παραβολή είναι μια πραγματική ιστορία παρμένη από τη ζωή, γεμάτη υψηλά διδάγματα. Μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο κυριαρχεί η μορφή του ασώτου γιου, ενώ στο δεύτερο του πρεσβυτέρου. Το πρώτο μέρος διακρίνεται σε πέντε σκηνές: απομάκρυνση του νεότερου γιου από το οικογενειακό περιβάλλον, η άσωτη ζωή μακριά από το σπίτι του πατέρα του, η μετάνοια-μεταμέλειά του, η επιστροφή, η αίτηση συγγνώμης και η πανηγυρική υποδοχή στο σπίτι του πατέρα. Το δεύτερο μέρος φανερώνει στο πρόσωπο του μεγαλύτερου γιου τους Γραμματείς και Φαρισαίους όλων των εποχών που δυσκολεύονται να καταλάβουν το κήρυγμα της Χάρης του Χριστού, το ύψος της θείας αγάπης.
    Στην παραβολή παρατηρούμε τους εξής παραλληλισμούς: του επίγειου πατέρα προς τον επουράνιο πατέρα, του ασώτου γιου προς κάθε αμαρτωλό, του πρεσβυτέρου γιου προς κάθε στενόκαρδο και ξένο προς την αγάπη του Θεού, της αθλιότητας στην ξένη χώρα με την εξαχρείωση και δυστυχία του ανθρώπου μακριά από το Θεό, της πατρικής χαράς για την επιστροφή του ασώτου με τη χαρά που γίνεται στον ουρανό “επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι”. Με τους παραλληλισμούς αυτούς εκφράζεται με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο η πιο ουσιαστική διδασκαλία του Χριστού για τη σωτηρία των αμαρτωλών. Τονίζεται η πολυευσπλαχνία, η παναγαθότητα και η άπειρη αγάπη του Θεού πατέρα, σε αντίθεση προς τη μικροψυχία, την αχαριστία, την ανελεήμονα και σκληρή στάση των φίλαυτων ανθρώπων απέναντι στους ίδιους τους αδερφούς τους. Γι' αυτό η παραβολή αυτή μπορεί να ονομαστεί του σπλαχνικού πατέρα και όχι του άσωτου γιου.
     Ιδιαίτερα τονίζονται με την παραβολή αυτή οι εξής κεντρικές ευαγγελικές διδασκαλίες: Η πατρική στοργή είναι η πηγή της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Θεός ανέχεται την αφροσύνη του ανθρώπου, γιατί σέβεται την ελευθερία του· ο άνθρωπος μακριά από το Θεό χάνει την αυτοκυριαρχία του, δουλώνεται στα πάθη του, νεκρώνεται ηθικά και πνευματικά (νεκρός ήν).
    Ο Θεός δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, όσο την εν μετανοία επιστροφή του και τη σωτηρία του. Η ψυχή του ανθρώπου έχει την ικανότητα με τη νοσταλγία, τις τύψεις, την αηδία και τις εσωτερικές παρορμήσεις να αφυπνίσει τον άνθρωπο για να διαρρήξει τα δεσμά της αμαρτίας. Η αξία των θλίψεων για την πνευματική αφύπνιση· η αξία της μετάνοιας ως έκφρασης της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης προσωπικής συμβολής στο έργο της σωτηρίας. Η χαρά που γίνεται στον ουρανό για τη μετάνοια των αμαρτωλών και τέλος η αποκατάσταση του μετανοούντος στη χάρη και στην κοινωνία του Θεού, στη μακαριότητα και στην ευτυχία στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ποιές είναι οι τρείς Κυριακές που αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής;

Τρείς Κυριακές αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής:
η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου,
η Κυριακή του Ασώτου και 
η Κυριακή της Απόκρεω. 

Η τελευταία εβδομάς, που εισάγεται με την Κυριακή της Αποκρέω, είναι το προοίμιο της νηστείας της Τεσσαρακοστής, γιατί κατ΄ αυτήν απαγορεύεται, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές διατάξεις, η βρώσις του κρέατος. Είναι η Τυρινή εβδομάς ή εβδομάς της Τυροφάγου. Κατά την εβδομάδα αυτήν αρχίζει η ψαλμωδία των τριωδίων κανόνων.
Η τελευταία αυτή Κυριακή, η Κυριακή της Αποκρέω, είναι και παλαιοτέρα από τις προηγουμένες. Τις δύο άλλες τις προσέθεσαν αργότερα, την Κυριακή του Ασώτου κατά τον Ϛ’ αιώνα και την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ένα περίπου αιώνα υστερώτερα.
Ο σκοπός της προσθήκης είναι φανερός.Να δημιουργηθή δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευής και προετοιμασίας για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ένα είδος προπυλαίου στο όλο οικοδόμημα των κινητών εορτών.
Ή, όπως γράφει ο Ξανθόπουλος, «ώσπερ τις προγυμνασία και παρακίνησις τοίς αγίοις Πατράσιν επενοήθησαν, ώστε παρασκευασθήναι και ετοίμους ημάς γενέσθαι προς τους πνευματικούς αγώνας των νηστειών, την εξ έθους μυσαράν έξιν απολιπόντας». Έγιναν δέ τρείς οι προπαρασκευαστικές αυτές εβδομάδες για να απαρτισθή ο ιερός αριθμός της αγίας Τριάδος, το τρία, βάσει του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το σύστημα της λατρείας μας. Και των τριών Κυριακών η ακολουθία πλέκεται γύρω από την ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται κατά την Θεία Λειτουργία.
Κατά την πρώτη Κυριακή αναγινώσκεται η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), την δευτέρα η παραβολή του Ασώτου υιού (Λουκ. 15, 11-33) και την τρίτη το ευαγγέλιο της Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46). Με την πρώτη Κυριακή, την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, ανοίγει η ιερά πύλη του Τριωδίου. Δεν μπορούσε να ευρεθή καταλληλότερο θέμα, που να συνδυάζη κατά ένα τόσο πλήρη τρόπο τους επί μέρους σκοπούς της περιόδου αυτής.
Το Τριώδιο σημειώνει μία ιερά περίοδο του έτους αφιερωμένη στον Θεό στην σύντονο λατρεία και προσευχή, στην νηστεία και στα αγαθά έργα. Η προσευχή όμως, η νηστεία και η δικαιοσύνη του επιφανειακά δικαίου, κενοδόξου όμως και υπερηφάνου Φαρισαίου, αποδοκιμάζονται από τον Θεό. Αντιθέτως δικαιώνεται ο αμαρτωλός και άδικος, αλλά μετανοημένος και συντετριμμένος Τελώνης, που κτυπά το στήθός του και ταπεινά επικαλείται το έλεος του Θεού: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ». Αυτόν λοιπόν τον τύπο της ορθής προσευχής θέτει στο στόμα του πιστού η Εκκλησία στην έναρξι της περιόδου της προσευχής. Καλεί τους πιστούς να μή προσευχηθούν με υπερηφάνεια, «φαρισαϊκώς», αλλά με ταπείνωσι, «τελωνικώς», γιατί, κατά το λόγιο του Κυρίου, «πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Τα θέματα αυτά επαναλαμβάνονται σ΄ όλους τους ήχους και σε ποικίλες ποιητικές επεξεργασίες από την υμνογραφία της ημέρας. Παραθέτουμε το πρώτο τροπάριο των στιχηρών του εσπερινού του α’ ήχου, που είναι και το πρώτο τροπάριο του Τριωδίου:
«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί,ο γάρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται·ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς,διά νηστείας κράζοντες·Ιλάσθητι ημίν, ο Θεός, τοίς αμαρτωλοίς».

Το θέμα της δευτέρας Κυριακής είναι συναφές προς το θέμα της πρώτης. Εδώ το δίδει η παραβολή του Ασώτου υιού. Προβάλλεται την Κυριακή αυτή το ενθαρρυντικό παράδειγμα του αμαρτωλού νέου, που, ενώ σπαταλά την πατρική περιουσία «ζών ασώτως», δεν απελπίζεται, δεν συντρίβεται από το βάρος των συμφορών, δεν περιέρχεται σε απόγνωσι. Αλλά επιστρέφει προς τον εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητώντας το έλεος και την συγγνώμη Του. Και του απευθύνει θερμή ικεσία: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου…». Το παράδειγμα της μετανοίας και της ορθής εν συντριβή καρδίας προσευχής, ενσαρκωμένο στον άσωτο της παραβολής, προβάλλει και πάλι η Εκκλησία προς μίμησιν και καλεί τα άσωτα παιδιά του Πατέρα, όλους μας, να γυρίσωμε στην αγκαλιά του Πατέρα ζητώντας συγγνώμην για να λάβωμε άφεσι, όπως εκείνος.

«Άσωτος εί τις, ως εγώ, θαρρών ίθι,θείου γάρ οίκτου πάσιν ήνοικται θύρα». «Όποιος είναι άσωτος, όπως εγώ,άς έλθη με θάρρος, γιατί η θύρα της θείας ευσπλαγχνίας έχει ανοίξει για όλους.»
Την θερμή εξομολόγησι του ασώτου υιού θέτει στο στόμα του πιστού ο ποιητής του Δοξαστικού των Αίνων: «Αγαθέ Πατέρα, απομακρύνθηκα από κοντά Σου·μή με εγκαταλείψης και μή με δείξης άχρηστο για την βασιλεία Σου. Ο παμπόνηρος εχθρός με ξεγύμνωσε, μού αφήρεσε τον πλούτο. Τα χαρίσματα της ψυχής μου τα διεσκόρπισα ασώτως. Γι΄ αυτό σηκώνομαι και επιστρέφω σ΄ Έσένα και Σού φωνάζω· Σύ που είσαι τόσο σπλαγχνικός, ώστε για μένα άπλωσες τα χέρια Σου στον Σταυρό για να με λυτρώσης από το φοβερό θηρίο, τον διάβολο, και για να με στολίσης με την παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με αν όχι σάν παιδί σου, τουλάχιστον σάν υπηρέτη Σου».

Η προτροπή προς μετάνοιαν γίνεται πιό έντονος στην τρίτη και τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, την Κυριακή της Αποκρέω. Ως μέσο προτροπής προς μετάνοιαν για την αφύπνησι και των πιό ραθύμων ψυχών χρησιμοποιείται τώρα το αίσθημα του φόβου. Φόβου πρό της δικαίας κρίσεως του Θεού κατά την «φοβεράν και αδέκαστον παρουσίαν» του Χριστού. Την τρομερά σκηνή περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα και η όλη υμνογραφία της ημέρας. Όπως δέ ορθώς παρατηρεί ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο Συναξάριο: «Ταύτην οι θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς έθεντο, ως αν μή τις την εν εκείναις του Θεού φιλανθρωπίαν μανθάνων, αμελώς διάγη λέγων· Φιλάνθρωπός εστιν ο Θεός, και όταν της αμαρτίας αναχωρήσω, ετοίμως έχω το πάν ανύσαι. Ταύτην την φοβεράν ημέραν ενταύθα κατέταξαν, ίνα διά του θανάτου και της προσδοκίας των εσομένων δεινών, φοβήσαντες τους αμελώς διακειμένους, προς αρετήν επαναγάγωσι, μή θαρρούντας εις το φιλάνθρωπον μόνον, αλλ΄ αφοράν, ότι και δίκαιός εστι κριτής και αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού».

Όπως οι βυζαντινοί ζωγράφοι στον Νάρθηκα των Ναών γύρω από την βασιλική πύλη ζωγράφιζαν την σκηνή της δευτέρας παρουσίας, έτσι και οι υμνογράφοι στο πρόπυλο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μ΄ όλα τα ζωηρά χρώματα του ποιητικού των χρωστήρος ζωγραφίζουν την φοβερά κρίσι. Η πύλη σε λίγο θα ανοίξη. Ποιός πιστός δεν θα θελήση να εισέλθη «εις την χαράν του Κυρίου του;»

Εκ του βιβλίου ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Ιωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
 εκδ.: Αποστολικής Διακονοίας