Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ

Ενα απο τα συγχονα ζητήματα που έχει να μελετήσει η βιοηθική είναι η μεταμοσχευσείς ανθρωπινών οργάνων. Το θέμα της μεταμόσχευσης ανθρωπινών οργάνων είναι ένα πολυδιάστατο και άκρως επικίνδυνο πρόβλημα της Βιοηθικής, το οποίο τον τελευταίο καιρό έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Οι αμφιλεγόμενες γνώμες και οι έντονες διαμάχες των ειδικών ιατρών, νομικών, ψυχολόγων και θεολόγων καταδεικνύουν την πολυπλοκότητα του ζητήματος. Τα δύο βασικά προβλήματα που θα έπρεπε η κάθε θρησκεία να ξεπεράσει προκει¬μένου να συναινέσει στην δωρεά σώματος και τις μεταμοσχεύσεις είναι αφ’ ενός μεν το κατά πόσον οι νέες αυτές χειρουργικές πρακτικές τραυματίζουν τον σεβασμό προς το σώμα.

Οι περισσότερες θρησκείες, παρά τις ποικίλλουσες ευαισθησίες τους στα θέματα του σώματος και του θανάτου και την δυσκολία τους άνευ όρων να αποδεχθούν το επιστημονικό τόλμημα ή απερίφραστα να υιοθετήσουν την διείσδυση της επιστήμης στην μεταφυσική, διαβλέποντας μια έντονη έκφραση ανθρώπινης αγάπης και αλλη¬λεγγύης γενικώς αποδέχονται την ιδέα και την πρακτική των μεταμοσχεύσεων.

Παρά ταύτα το γεγονός του θανάτου εκτός από τον καθαρά ιατρικό χαρακτήρα του έχει έντονα συναισθηματική, προσωπική και μεταφυσική διάσταση που ιδιαίτερα αφορά τις θρησκείες. Για τον λόγο αυτόν και συχνά στον προσδιορισμό του παρεμ¬βάλλονται λόγοι συνειδήσεως. Το 1996, έγινε στο Colorado των ΗΠΑ έγινε μία έρευνα μεταξύ 183 θρησκευτικών ηγετών, κληρικών, νοσοκομειακών ιερέων και ιεροσπουδαστών σχετικά με την δωρεά οργάνων. Στην έρευνα αυτή σχεδόν όλοι συνενεσαν.

Αυτό που κατά κύριο λόγο διευκολύνει τις θρησκευτικές συνειδήσεις να ξεπε¬ράσουν τους δισταγμούς τους στα παραπάνω θέματα, είναι η αξιοποίηση της ελεύθερης συνείδησης και η καλλιέργεια της αγάπης. Αν δηλαδή κάποιος έχει συνειδητά συναινέ¬σει στην δωρεά των οργάνων του σώματός του και επί πλέον επικαλείται λόγους αγάπης και συναλληλίας, τότε αυτά θεωρούνται ισχυρός λόγος για να ξεπερασθεί κάθε συν¬ειδησιακή αναστολή στο θέμα της δωρεάς οργάνων.

Οι ενέργειες του ανθρώπου κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: στις κατά φύσιν ενέργειες, στις παρά φύσιν και τις υπέρ φύσιν. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι γνωστό και επαναλαμβάνεται εδώ, ότι η ψυχή έχει κέντρο την καρδιά, η οποία με τη σειρά της έχει κέντρο τον νου. Μέσα στην καρδιά η ενέργεια του νου (η νοερή ενέργεια) στροβιλίζεται κυκλικά προσευχόμενη (νοερή προσευχή) και σε επαφή με νοήματα προερχόμενα από τη Χάρη του Θεού. Παρομοίως, το σώμα έχει κέντρο τον εγκέφαλο, ο οποίος έχει κέντρο τη λογική. Ο εγκέφαλος μέσω της λογικής προσλαμβάνει τα νοήματα του περιβάλλοντος χώρου (του κόσμου δηλαδή) και τα καθιστά δικά του νοήματα μεταφέροντας όλα τα πάθη του κόσμου στον εγκέφαλο. Εάν δεν υπάρξει σύζευξη των νοημάτων του εγκεφάλου (δηλαδή του κόσμου) με τα νοήματα της νοερής ενέργειας (δηλ. της Θεότητας), τότε δεν υπάρχει ασθένεια, τότε έχουμε κατά φύσιν ενέργειες του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως φωτισμένος. Όταν, όμως, υπάρχει ασθένεια, τότε η νοερή ενέργεια της καρδιάς δεν στροβιλίζεται κυκλικώς, αλλά ξεδιπλώνεται ελλειψοειδώς και έρχεται σε επαφή με τα νοήματα του εγκεφάλου, οπότε επισυμβαίνει βραχυκύκλωμα μεταξύ του νου (του κέντρου της καρδιάς) και της λογικής (του κέντρου του εγκεφάλου) και έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου που προέρχονται από τον κόσμο γίνονται νοήματα της νοερής ενέργειας της καρδιάς, η οποία παύει πλέον να δέχεται ενέργεια από τη Χάρη του Θεού. Έτσι η ασθενούσα πλέον ψυχή αποξενώνεται από τον Θεό και γίνεται δούλη του περιβάλλοντος αυτήν κόσμου. Αποτέλεσμα είναι να συγχέει νοήματα προερχόμενα από τον περιβάλλοντα κόσμο με τον Θεό ή τους θεούς της με τελική κατάληξη την νέκρωση και το θάνατό της. Σ΄ αυτή την περίπτωση, οι ενέργειες του ανθρώπου χαρακτηρίζονται ως παρά φύσιν ενέργειες και ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως ασθενής. Αν αντιθέτως, το βραχυκύκλωμα μεταξύ του νου και της λογικής οδηγήσει, ώστε τα νοήματα της νοερής ενέργειας της καρδιάς να γίνουν και νοήματα του εγκεφάλου, τότε η ενέργεια από τη Χάρη του Θεού εκχύνεται στον περιβάλλοντα κόσμο, οπότε οι ενέργειες του ανθρώπου χαρακτηρίζονται ως υπέρ φύσιν και ο άνθρωπος εκπέμπει αγιότητα.

Την αξία του ανθρώπινου σώματος, αυτού του εργαλείου της ψυχής, την κατανοούμε τέλεια στο περίφημο χωρίο της Θ. Ευχαριστίας: «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…τούτο εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον» (Μάρκ. 14. 23-24). Το παραπάνω χωρίο αποκαλύπτει ότι τα ανθρώπινα όργανα είναι φορείς δυνάμεως του κατόχου τους, ο οποίος ό,τι είναι πνευματικά, είναι και σωματικά. Ο Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο καθόρισε την έννοια της δωρεάς. Η δωρεά θα πρέπει να είναι πνευματική και να αποσκοπεί στη σωτηρία. Θα πρέπει να δωρίζεται αυτό, που θα προσκομίσει την αιωνιότητα και τη λύτρωση και όχι αυτό, που θα παρατείνει μία γήινη φθαρτότητα, που την χαρακτηρίζει ο θάνατος. Αυτό έκαναν οι Μάρτυρες, όταν προσέφεραν το σώμα ή τα όργανά τους (μάτια, χέρια, πόδια), για την αγάπη του Χριστού. Δεν τα προσέφεραν για να παρατείνουν τη ζωή τη δική τους ή άλλων στη φθαρτότητα του κόσμου τούτου, αλλά τα έδιναν για να αποκτήσουν τη Βασιλεία των Ουρανών. Με αίμα υπογράφουν οι μάρτυρες και η θυσία τους είναι η προσφορά τους για την αγάπη του Χριστού κα με την προσφορά τους αυτή, την ώρα αυτή ταυτίζουν το πρόσωπό τους με εκείνο του Χριστού. Κάθε άλλη προσφορά αίματος με σκοπό το «γάντζωμα» σ΄ ένα κόσμο του αιώνος τούτου του απατεώνος, καμία σχέση δεν έχει με τα επουράνια. Όταν, λοιπόν, η δωρεά οργάνων είναι απομονωμένη από την πνευματική προοπτική, καταντάει εγωισμός και επομένως η δωρεά οργάνων, η οποία διαφημίζεται ως πράξη ανθρωπισμού, είναι ένα μεγάλο βήμα στην εγωιστική τάση της σύγχρονης ιατρικής να φτιάξει ένα υλικό σώμα απομονωμένο οντολογικά.

Όσον αφορά τον εντολέα του σώματος, δηλαδή την ψυχή, αυτή απαντάται μόνο στη Θεολογία και όχι στις άλλες Επιστήμες, γι΄ αυτό και αυτή δεν ανήκει στο πεδίον έρευνας της Ιατρικής και άλλων πρακτικών Επιστημών, πλην της Φιλοσοφίας. Τα περί ψυχής αντιγράφουμε από τη Δογματική: Ψυχή ονομάζεται καθετί το ζωντανό, καθετί που έχει ζωή, στη Γραφή δε υπονοείται συνήθως ο άνθρωπος και δηλώνει τον τρόπο, με τον οποίον η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Και το μεν σώμα είναι υλικό, σύνθετο και φθαρτό, η δε ψυχή είναι «ουσία ζώσα, απλή, ασώματος, σωματικοίς οφθαλμοίς κατ’ οικείαν φύσιν αόρατος, λογική τε και νοερά, ασχημάτιστος…αθάνατος» (άγιος Ι. Δαμασκηνός). Όσον αφορά στην ψυχή, αυτή είναι διφυής, αποτελούμενη από την ουσία της, για την οποία δεν μπορεί να λεχθεί τίποτε και για τις ενέργειές της, οι οποίες είναι οι μόνες που γίνονται αντιληπτές.

Σχετικά με τον χρόνο ένωσης της ψυχής μετά του σώματος, η Εκκλησία δέχεται ότι και τα δύο δημιουργούνται συγχρόνως: «Άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον» (Ι. Δαμασκηνός). Αυτό ισχύει για τη δημιουργία του νέου ανθρώπου. Το σώμα και η ψυχή συνυπάρχουν «εξ άκρας συλλήψεως». Συνεπώς, το έμβρυο είναι πλήρης άνθρωπος, εκ σώματος και ψυχής και πριν τη δημιουργία της καρδιάς ή του εγκεφάλου ή οιουδήποτε άλλου οργάνου. Αυτό καταδεικνύει, ότι όχι μόνον ο εγκεφαλικός θάνατος, αλλά και η παντελής έλλειψη του εγκεφάλου δεν συνεπάγεται ότι ο ευρισκόμενος στις καταστάσεις αυτές άνθρωπος παύει να είναι έμψυχο και ζωντανό ον.

Σχετικά με το πού βρίσκεται και πώς ενεργεί η ψυχή, οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι η ψυχή δεν εδρεύει σε συγκεκριμένο όργανο, αλλά ευρίσκεται σ’ όλα τα σημεία του σώματος, ζωοποιούσα και κινούσα τα μέλη αυτού (αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, 12 PG 44, 156 CD), αλλά και: «η ψυχή συνέχουσα το σώμα, ω και εκτίσθη, πανταχού του σώματος εστίν, ουχ ως εν τόπω, ουδ’ ως περιεχομένη, αλλ’ ως συνέχουσα τε και περιέχουσα και ζωοποιούσα τούτο, κατ’ εικόνα και τούτ’ έχουσα Θεού» (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς). Εάν η ψυχή περικλείετο αποκλειστικά σε κάποιο όργανο (ακόμη και την καρδιά), τότε με την παύση της λειτουργίας αυτού του οργάνου, θεωρητικά θα έπαυε και η ύπαρξή της. Γι’ αυτό και στην κλινική παρατήρηση, ο άνθρωπος βρίσκεται εν ζωή με ή χωρίς τις αισθήσεις του, όταν του έχει αφαιρεθεί η καρδιά κατά τη διάρκεια μιας εγχείρισης ή μεταμόσχευσης ή τοποθέτησης τεχνητής καρδιάς.

Βιολογική ζωή χωρίς ύπαρξη της ψυχής μέσα στο σώμα δεν νοείται. Στην περίπτωση αποκοπής, καταστροφής ή νέκρωσης ενός ζωτικού οργάνου, οπότε ο άνθρωπος επιβιώνει με υποστηρικτικές ενέργειες, η ψυχή εξακολουθεί να παραμένει σ΄ όλα τα υπόλοιπα όργανα του σώματος, εκτός του ελλείποντος ή νεκρωθέντος. Ο Μ. Βασίλειος περιγράφει γλαφυρά τη συστολή της ενέργειας της ψυχής από νεκρωθέν όργανο. Όταν αρχίσουν να νεκρώνονται τα μέλη και τα όργανα του σώματος, η ψυχή «συστέλλεται» στα ζωντανά όργανα, για να εκφράσει από αυτά τις ενέργειές της, μέχρι να μη μπορεί η καρδιά να συντηρήσει τον παρακμάζοντα οργανισμό και σταματήσει. Η ζωή συντηρείται με συνδυασμό λειτουργίας πολλών οργάνων και η ψυχή «τα πλείστον διεστώτα μέλη (του σώματος) προς μίαν σύμπνοιαν και κοινωνίαν άγειν» (Β.Ε.Π. τ. 54, σελ. 36). Επομένως, στην περίπτωση νέκρωσης του εγκεφάλου (δηλ. του «εγκεφαλικού θανάτου») η ενέργεια της ψυχής αποσύρεται από το νεκρό αυτό όργανο, αλλά δεν παύει να υπάρχει στα υπόλοιπα όργανα του σώματος. Έτσι, η ψυχή παραμένει στο υπόλοιπο σώμα και ο άνθρωπος θεωρείται, ως βιολογικά ζωντανός οργανισμός, δεδομένου ότι διατηρείται, έστω και με τεχνητά μέσα η καρδιοαναπνευστική λειτουργία και επομένως δεν έχει λυθεί ο δεσμός μεταξύ της ψυχής και του σώματος. Εάν σ’ αυτή την περίπτωση γίνει διακοπή της υποστηρικτικής λειτουργίας του ασθενούς, τότε προκαλείται θραύση του δεσμού ψυχής και σώματος και η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα, οπότε τούτο παραμένει άνευ πνοής. Η ενέργεια αυτή θεωρείται ενεργητική πρόκληση θανάτου, η οποία για την Εκκλησία θεωρείται φόνος, όπως ακριβώς η άμβλωση. Στην περίπτωση αυτή, ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας είναι ο ιατρός, που ενεργεί στη διακοπή της υποστηρικτικής λειτουργίας του «εγκεφαλικά νεκρού» ανθρώπου, ο δε ηθικός αυτουργός είναι ο δίδων την εντολήν αυτήν συγγενής του ασθενούς ή και ο ίδιος ο ασθενής με συναίνεσή του σε αφαίρεση οργάνων του, σε περίπτωση «εγκεφαλικού του θανάτου». Συνεργός στη δολοφονία αυτή θεωρείται ο λήπτης οργάνου από «εγκεφαλικά νεκρό», καθότι συναινεί στη διατήρηση της ζωής του σε βάρος της ζωής του δότη ο οποίος, σ’ αυτή την περίπτωση, δέχεται να του αφαιρεθεί η ζωή (δηλ. αυτοκτονεί) ή κάποιοι συγγενείς του εντέλλονται τη δολοφονία. Στην περίπτωση, που στην πράξη αυτή εμπλέκονται και μοναχοί, τότε έχουμε το οξύμωρο, οι νεκροί κατά κόσμον (μοναχοί), να συνεργούν στην αυτοκτονία τους (ως δότες) ή να προσπαθούν να «γαντζωθούν» στην εφήμερη τούτη ζωή (οι νεκροί αυτοί) ως λήπτες!

Είναι άξια αναφοράς ορισμένα σημεία στη διαδικασία αυτή της μεταμόσχευσης, από θεολογικής πάντοτε πλευράς: …..

1) Εάν ο «εγκεφαλικά νεκρός» είναι πράγματι νεκρός, η προσφορά των οποιωνδήποτε οργάνων του στερείται του χαρακτήρα της αγάπης, εφόσον αυτή δεν του στοιχίζει τίποτε, γιατί προσφέρει άχρηστα γι’ αυτόν όργανα, δεν στερείται ούτε θυσιάζει κάτι χρήσιμο για τον εαυτό του. Πρόκειται για πράξη συμφεροντολογική, ιδιοτελή και εγωιστική, διότι περιμένει κανείς αμοιβές και ανταπόδοση εκ μέρους του Θεού, χωρίς να στερηθεί ή να θυσιάσει κάτι από τον εαυτό του. Αντίθετα, οι αρετές της θυσίας και της αγάπης προς τον πλησίον εφαρμόζονται απόλυτα στην προσφορά οργάνων από ζώντες δότες, όταν πρόκειται για διπλά όργανα και ιστούς. Προσφέρουν τότε θυσιάζοντες και ελαττούμενοι. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δότης προσφέρει τα όργανά του μετά θάνατον (δηλ. μετά την αποχώρηση της ψυχής από το σώμα) ή όχι; Αν ναι, τότε τι αξία έχει η προσφορά του, αφού αυτό που δίνει είναι για τα σκουπίδια;

2) Ούτε η Επιστήμη, αλλά ούτε και η Θεολογία ξέρουν τη στιγμή της αναχώρησης της ψυχής από το σώμα και κανείς δεν μπορεί να έχει λόγο σ΄ αυτό. Αυτό αποτελεί το μυστήριο του θανάτου, όπως αναγράφεται στα σχετικά τροπάρια της Εκκλησίας μας και είναι γνωστό, ότι «ου φέρει το μυστήριον έρευναν».

3) Άλλο πράγμα ο θάνατος (ο θεολογικός) και άλλο πράγμα η πορεία προς το θάνατο αυτό. Πάντως, δεν αναφέρεται στην Πατερική Θεολογία, να επιτρέπεται να διακόπτεται αυτή η πορεία προς το θάνατο, για τον οιονδήποτε λόγο και από τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Αυτό ανήκει στο προνόμιο του Θεού. Εξάλλου το εάν π.χ. σε μία εβδομάδα ο εγκέφαλος ρευστοποιείται ανεπανόρθωτα (όπως υποστηρίζεται από την Ιατρική), ο Θεός δεν μπορεί να παρέμβει μέσα σ’ αυτή την εβδομάδα για να σταματήσει ή να αναστρέψει αυτή τη ρευστοποίηση; Αν όχι, τότε αρνούμεθα τη δυνατότητα του θαύματος;

4) Για τον κόσμο (και βέβαια και για την Ιατρική) μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο, πριν το χωρισμό της ψυχής από το σώμα είναι μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο αντιστοίχως. Για το Χριστό, μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο πριν το χωρισμό της ψυχής από το σώμα είναι ένας αιώνας. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε με ποιον είμαστε, με τον κόσμο ή με το Χριστό.

5) Με τη λογική του «εγκεφαλικού θανάτου», αν ζούσαν σήμερα ο Λάζαρος, ο νεκρός της πόλης Ναΐν και η κόρη του Ιαείρου δεν θα προλάβαιναν να αναστηθούν, αφού με τις ευλογίες ορισμένων ποιμένων μας, θα τους είχαν αφαιρεθεί τα όργανα, για λόγους «προσφοράς».

6) Ο εγκεφαλικά νεκρός έχει νεκρό εγκέφαλο, αλλά δεν είναι ολικά νεκρός. Η ενέργεια της ψυχής του έχει αποσυρθεί από το νεκρό αυτό όργανο, αλλά δεν έχει αποσυρθεί από τα υπόλοιπα ζώντα όργανα. Ως εκ τούτου, ποιος έχει το δικαίωμα να ενεργήσει στα ζώντα όργανα, ώστε να αποσυρθεί και από αυτά η ενέργεια της ψυχής; Εξάλλου είναι ξεκάθαρο ότι η επέμβαση στο έργο του Θεού και συγκεκριμένα η αφαίρεση της ενέργειας της ψυχής από ένα ζων όργανο είναι, κατά την Πατερική Θεολογία, φόνος.

7) Σύμφωνα με τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, οι θείοι νόμοι υπέρκεινται των πολιτικών νόμων. Έτσι, ενώ η άμβλωση, κατά τους πολιτικούς νόμους, επιτρέπεται, κατά τους θείους νόμους απαγορεύεται και θεωρείται φόνος, παρ΄ όλον ότι έχουμε εγκέφαλο ή καρδιά ασχημάτιστα ή παντελώς ελλείποντα όργανα (όπως τις 14 πρώτες ημέρες από της συλλήψεως, στη διαδικασία των βλαστοκυττάρων).

Η Εκκλησία δέχεται ότι κύριος της ζωής και του θανάτου είναι μόνον ο Θεός, πλην όμως, δεν αφήνει τους ασθενείς αβοήθητους και επαινεί κάθε ιατρική προσπάθεια, υπέρ της θεραπείας των πάσης φύσεως ασθενειών, διότι θεωρεί ότι η ζωή είναι αγαθό υπέρτατης αξίας και επευλογεί τις προσπάθειες διάσωσης της ζωής κάθε ανθρώπου, έστω και ανιάτως πάσχοντος, έστω και αν έχουν νεκρωθεί ζωτικά όργανα του σώματος, όπως ο εγκέφαλος, διότι πιστεύει ότι τόσον η ασθένεια, όσο και ο πόνος παίζουν σπουδαίο παιδαγωγικό και σωτηριώδη ρόλο και πρέπει να αντιμετωπίζονται με υπομονή και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Με τις προϋποθέσεις αυτές, τους ασθενείς πάντοτε θα τους παρηγορούμε και θα τους ενισχύουμε, αλλά η ενίσχυση αυτή θα φθάνει μέχρι το σημείο να μη δολοφονούμε κάποιους άλλους, για να κρατήσουμε αυτούς στη ζωή. Τότε τι σόι «δολοφονική» αγάπη θα ήτανε αυτή; Στην ανωτέρω αναπτυχθείσα θεολογική προοπτική, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων από δότες, χωρίς αφαίρεση της ζωής τους, πράγματι είναι άθλος και πρόοδος της επιστήμης με τη φώτιση και τη συνέργια βέβαια του Κυρίου.

Η έννοια του εγκεφαλικού θανάτου, άγνωστη στη χώρα μας μέχρι πριν 40 χρόνια, εισήχθη αρχικά το 1968 από επιτροπή του πανεπιστημίου Harvard USA και οριστικοποιήθηκε το 1985 στην Ελλάδα με την αποδοχή των κριτηρίων της Minnesota, με τα οποία ο εγκεφαλικός θάνατος περιορίζεται στη μη αναστρέψιμη βλάβη του εγκεφαλικού στελέχους. Τα κριτήρια αυτά είναι πέραν πάσης θεολογικής τεκμηρίωσης, γιατί δέχονται ότι με τον εγκεφαλικό θάνατο: α) αποφορτίζονται τα νοσοκομεία από -υποτίθεται- μη αναστρέψιμες καταστάσεις και β) διευκολύνεται η απόκτηση οργάνων για μεταμοσχεύσεις. Το ότι ο εγκεφαλικός οργανισμός είναι ένας ζωντανός οργανισμός, στον οποίον η ψυχή παραμένει και ενεργεί σ’ όλα τα υπόλοιπα όργανα του σώματος πιστοποιείται από το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία της μεταμόσχευσης, ο ασθενής υποβάλλεται πρωτύτερα σε καθολική νάρκωση. Αν η ψυχή πράγματι δεν υπάρχει στο σώμα, γιατί χρειάζεται τότε η νάρκωση του σώματος; Ένα νεκρό σώμα δεν αισθάνεται τον πόνο της επέμβασης. Αλλά ειπώθηκε παραπάνω, ότι από νεκρό σώμα είναι εντελώς άχρηστη η αφαίρεση των ζωτικών του οργάνων, αλλά και ότι χωρίς τον εγκέφαλο, το σώμα μπορεί να είναι ένας ζωντανός βιολογικός οργανισμός.

Αλλά είναι εύλογο το ερώτημα ποια θέση παίρνει η Εκκλησία; Η Εκκλησία, ως το σώμα του Χριστού, έχει αποφανθεί στα θέματα της ζωής και του θανάτου, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις, που δίδουν τα αγιιογραφικά και αγιοπατερικά κείμενα και έχουν αμετάκλητα αποτυπωθεί στις Οικουμενικές της Συνόδους. Όταν, λοιπόν, η Εκκλησία θεωρεί τον άνθρωπο ως έχοντα σώμα και ψυχή από της συλλήψεως -καίτοι απουσιάζουν αρχικά όλα τα όργανα του σώματος, ακόμη και τα βασικά όπως η καρδιά και ο εγκέφαλος- και θεωρεί την άμβλωση ενός εμβρύου, χωρίς όργανα, ως φόνο, πόσο μάλλον δεν θα θεωρεί ως φόνο την αφαίρεση της ζωής ενός τέλειου οργανισμού, που είχε την ατυχία να υποστεί ο εγκέφαλός του βλάβη, ενώ τα υπόλοιπα όργανα του σώματός του λειτουργούν κανονικά, έστω και υποστηριζόμενα με τεχνητό τρόπο; Ποιος δίνει, λοιπόν, και σε ποιον το δικαίωμα να αποφασίσει πότε θα επέμβει στη συντόμευση της ζωής ενός ασθενούς, στην πορεία του προς το τέλος και έτσι να διαταράξει το έργο του Θεού;

Δυστυχώς, όμως, η Ελλαδική Εκκλησία δεν φαίνεται να ακολουθεί το δρόμο αυτό. Ενστερνίσθηκε το πόρισμα της Επιτροπής Βιοϊατρικής και Ηθικής Δεοντολογίας, που προτάσσει την αγάπη, αντί της αλήθειας. Έτσι θεωρεί πολυτιμότερη τη ζωή του λήπτη, που μπορεί να ζήσει, από τη ζωή του δότη «που αμετάκλητα αναχωρεί». Αλλά πώς μπορεί να επέμβει κανείς στο «αμετάκλητο»; Αυτή η επέμβαση δεν είναι έργο του Θεού; Ο Θεός δεν μπορεί να παρέμβει και στο δικό μας «αμετάκλητο»; Πώς, λοιπόν, θέτουμε τη δική μας απόφαση περί παράτασης ή μη της ζωής ενός δότη, πάνω από την απόφαση του ίδιου του Θεού; Ως δικαιολογία, για την απόφαση αυτή της Επιτροπής παρουσιάζεται χωρίο από τον Ιωάννη, το οποίον αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο Χριστό και σε κανέναν άλλον: «δια τούτο ο πατήρ με αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου, ίνα πάλι λάβω αυτήν» (10.17) Δηλ. «Γι’ αυτό ο Πατέρας με αγαπάει, γιατί εγώ θυσιάζω τη ζωή μου, ώστε να την ξαναπάρω», Τι θέλει να ειπεί ο Χριστός εδώ; Ότι ο Πατέρας του τον αγαπάει, γιατί προσφέρει τη ζωή του για τη σωτηρία του λαού, αν και ξέρει ότι θα την ξαναπάρει πίσω με την Ανάστασή του. Αυτός ο ίδιος προσφέρει τη ζωή του, έχοντας πλήρη εξουσία να κάνει αυτό που επιλέγει, η δε επιλογή του δεν είναι ασυμβίβαστη με το ότι η θυσία του αποτελεί εντολή του Πατέρα του. Ποια σύγκριση μπορεί να υπάρξει μεταξύ της σταυρικής θυσίας του Χριστού και της Ανάστασής του με την «προσφορά» οργάνων ενός δότη σ’ έναν λήπτη; Ο δότης ασφαλώς -αν βέβαια είναι γνώστης- δεν θυσιάζει τη ζωή του, αν υποτίθεται ότι αυτή θα του είναι άχρηστη, σ’ ένα λήπτη, ώστε να αναστηθεί και να κερδίσει έτσι τη Βασιλεία των Ουρανών! Ο κάθε νεκρός, δεν μπορεί να κυριαρχήσει στα πράγματα, ενώ ο Χριστός κυριαρχεί στα πράγματα. Είναι η ιδιαιτερότητα αυτού του νεκρού. Μπορεί ένας οιοσδήποτε νεκρός να δώσει τη ζωή του και μ΄ αυτή του την ενέργεια να πάει στον Άδη και να ανασύρει όλες τις ψυχές των νεκρών; Ασφαλώς όχι, γιατί μόνον ο Χριστός έχει αυτή τη μοναδικότητα. Γι΄ αυτό και ο Χρυσόστομος καταγράφει, ότι μόνον ο Χριστός μπορεί «να άρη την ψυχήν αυτού». Έτσι αποδεικνύεται ότι με τη χρησιμοποίηση αυτού του χωρίου διαστρέφεται η θεολογία των μεταμοσχεύσεων.

Άραγε η Ελλαδική Εκκλησία συμφωνεί στο σημείο αυτό με την Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, το σώμα των αγίων; Προφανώς όχι. Και όχι μόνον αυτό, αλλά διδάσκεται αίρεση, διδάσκεται μία κακοδοξία του ψευτοαγαπητισμού, διδάσκεται η αγαπητική δολοφονία, καθαρά παπικής προέλευσης. Καίω το σώμα για να σώσω την ψυχή, σου αφαιρώ τα δαιμόνια δολοφονώντας σε (Ιερά Εξέταση). Είναι μια καλυμμένη πλάνη. Είδες τι έκανε ο Χριστός; Έδωσε τη ζωή του για να σώσει τον άνθρωπο. Ακολούθησε, λοιπόν, και εσύ το παράδειγμά Του. Θυσίασε τη (νεκρή;) ζωή σου, για να γλιτώσει ο συνάνθρωπός σου. Πραγματικά, σατανική διδασκαλία. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές άνοιξε η κερκόπορτα και εισήλθε ο Αντικείμενος και αυτός ρυθμίζει πλέον τα της ζωής και του θανάτου. Και σπεύδουν οι πιστοί να προσφέρουν (μετά θάνατον;) τα όργανά τους ή επιδιώκουν να λάβουν όργανα για να σώσουν μια βιολογική ζωή (χωρίς βέβαια την πνευματική διάσταση) και να τη βοηθήσουν να «γαντζωθεί» στον εφήμερο τούτο κόσμο του αιώνος τούτου του απατεώνος ή να «γαντζωθούν» οι ίδιοι αντίστοιχα. Και δυστυχώς, δυστυχέστατα, ακολουθούν την πρακτική αυτή κληρικοί και μοναχοί, ακόμη και αγιορείτες. Μα καλά δεν γνώριζαν, δεν ρώταγαν, δεν μελέτησαν, δεν είχαν εσωτερική πληροφόρηση;

Όπως καταγράφει ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης στο «Πηδάλιο», ο σκοπός και το τέλος του μοναχικού επαγγέλματος είναι η σωφροσύνη, η παρθενία και η του σώματος χαλιναγωγία και ο υποπιασμός, η φυγή των κοσμικών πραγμάτων, η στένωση και η θλίψη. Τώρα, αν αντίθετα ο σκοπός αυτός μεταβάλλεται σε απεγνωσμένη προσπάθεια παράτασης της επίγειας ζωής και «γαντζώματος» στα εγκόσμια, τότε αυτός ο σκοπός θεωρείται ξένος προς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση. Αλλά ακόμη και αν υπάρχει πνευματική καθοδήγηση από γέροντα πνευματικό, που δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις επευλογείται η πράξη αυτή, η καθοδήγηση αυτή από ένα ποιμένα προς το ποίμνιό του να συνεργεί σε εγκληματική πράξη (όπως η αφαίρεση ζωής από εγκεφαλικά νεκρό) ή να αποδέχεται προϊόντα του εγκλήματος (όπως η αποδοχή οργάνων από εγκεφαλικά νεκρό) είναι βαρύτατη προσβολή στο πρόσωπο του Χριστού και έχει την ανάλογη μισθαποδοσία. Ακόμη δε περισσότερο αλλοίμονο, αν η συνείδηση ενός πιστού και ακόμα περισσότερο ενός κληρικού ή μοναχού δεν τον ελέγχει για την πράξη του αυτή! Τότε, επαναπαύεται στην εγωιστική του αντίληψη ότι έπραξε το σωστό, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, οπότε η ταπεινοφροσύνη του πάει περίπατο, η αλαζονεία του θριαμβεύει και βέβαια η πορεία του είναι προδιαγεγραμμένη, καθότι τότε αυτός ούτε γέροντας πνευματικός είναι, ούτε μοναχός είναι, αλλ΄ ούτε και «της ημετέρας Πίστεως μετέχει».

Η μετάνοια ενός πιστού λαϊκού, κληρικού ή μοναχού, για ατοπήματα από άγνοια, κακή πληροφόρηση, πλανεμένη εξήγηση πατερικών κειμένων, αδυναμία κατανόησης, όταν ζητείται, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη από τον Δεσπότη των απάντων. Εκείνο που δεν γίνεται δεκτό από Αυτόν είναι μια συγγνώμη αιτούμενη με ειρωνεία, εμπαιγμό, χλευασμό η λοιδορία, που δεν σηματοδοτούν αρετή, η δε εγωιστική επιμονή, η στείρα αντίδραση, η άρνηση παραδοχής ορθοδόξων θέσεων, η κοσμική αντίληψη, η αποδοχή σοφισμάτων χαρακτηριστικών του δυτικού ανθρώπου, όλα αυτά δεν οδηγούν τελικά στη σωτηρία. Ποτέ δεν είναι αργά για έναν πιστό, που θα συνειδητοποιήσει ότι από άγνοια ή στρεβλή κατανόηση αποδέχτηκε αντορθόδοξες πρακτικές, όπως αυτή των μεταμοσχεύσεων οργάνων από ασθενείς και όχι νεκρούς, όπως διεξοδικά αναλύθηκε ανωτέρω, να προβεί σε έμπρακτη αναγνώριση του λάθους του και να αποδεχτεί ότι επλανήθη και επλάνησε. Αυτό αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα ταπεινοφροσύνης, για τον πιστό λαό του Θεού, που εναποθέτει στους ποιμένες του τη ζωή του και τη σωτηρία του.

Ασημινάκης Άγγελος

Δεν υπάρχουν σχόλια: