Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ

Μαρτυρία του πατρος Ραφαήλ Νόικα

-Ο γέροντας Σοφρώνιος του Έσσεξ δεν τόνιζε το πάθος αυτό περισσότερο από τα άλλα πάθη.Θυμάμαι ερχόνταν στο μοναστήρι μία Γαλλίδα που είχε γίνει ορθόδοξη.Καμία φορά έβγαινε έξω για να καπνίσει κάποιο τσιγάρο.Μετά μου έλεγε:«Αισθάνομαι σαν μία πόρνη,πώς να ξεφύγω από τον καπνό;»Το ήθελε πολύ.Τότε της είπα(πιστεύω ότι της το είπε και ο γέροντας Σοφρώνιος):
«Άφησέ το αυτό τώρα.Έχεις άλλα προβλήματα»Εκείνη την εποχή είχε διάφορα προβλήματα και το κάπνισμα ήταν ένα πρόσθετο βάρος επειδή ήθελε να το κόψει.
Τελικά αυτή και άλλοι πολλοί το έκοψαν.Δεν είναι απαραίτητα αυτό το πρώτο βήμα.Το πρώτο βήμα είναι να πλησιάσεις τον Θεό.Να επιθυμείς να είσαι κοντά Του.Εαν ξέρεις ότι ο Θεός σε αγαπάει και με το τσιγάρο στο στόμα,τότε ίσως κάποια στιγμή να σου έρθει μία ιερή ντροπή,όχι μία ανθρώπινη ντροπή και να το παρατήσεις με αηδία,με αηδία ιερή και σωτήρια.

-Γνώρισα έναν Μολδαβό ο οποίος συχνά ταξιδεύει στην ΡωσίαΜου έλεγε ότι εκεί γνώρισε έναν Ρώσο γιατρό ο οποίος έχει 24 παιδιά με μία μόνο γυναίκα και υιοθέτησε και άλλα 4.Πηγαίνει συχνά στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ράντονεζ.Εκεί έχει ένα κελί δικό του.Όταν μπαίνει στο κελί μένει μέσα για 4 ημέρες χωρίς φαί,χωρίς ποτό.Κανείς δεν ξέρει τι κάνει εκεί.'Οταν βγαίνει από εκεί νομίζει ότι πέρασαν δέκα λεπτά.Η εκκλησία θέλει να τον κάνει ιερέα αλλά εκείνος αρνείται.Και έχει μία προσευχή τόσο δυνατή που μία φορά έκανε κάποιους εξορκισμούς με προσευχές απλές που ούτε οι ιερείς δεν μπορούσαν να κάνουν.Μετά από τις προσευχές αυτές βγαίνει έξω και καπνίζει κανένα τσιγάρο.Συγνώμη, με αυτό δεν θέλω να πω ότι επικροτώ το κάπνισμα,αλλά ωστόσο ας υπάρχει καποια ισορροπία.Πρώτα να αγαπήσει κάποιος τον Θεό και όλα τα άλλα θα προστεθούν.

Πηγή:www.proskynitis.blogspot.com

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

ΌΠΟΙΟΣ ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΕΡΦΟ ΤΟΥ, ΜΕΡΙΜΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Πού είναι λοιπόν τώρα εκείνοι, που προφασίζονται και λένε τα ψυχρά αυτά λόγια: «Και τι με μέλει εμένα για τον άλλον;», ή «τι κοινό, και ένωση έχω εγώ με αυτόν, για να τον βοηθήσω και να τον διορθώσω;». Ας μάθουν αυτοί, ότι τους ελέγχει και η φύση μας και ο ίδιος ο νόμος και το ίδιο το Ευαγγέλιο και η ίδια η κοινωνία και ο ίδιος ο αόρατος πόλεμος, που έχουν οι αδελφοί τους Χριστιανοί. Ας ακούσουν μάλιστα και τον ιερό Χρυσόστομο, που τους ελέγχει με τα χρυσά του και μελίρρυτα λόγια. Διότι αυτός, άλλοτε τους λέει να μη λένε τέτοια λόγια, επειδή είναι σατανικά και χαρακτηριστικά της απανθρωπιάς του διαβόλου, και ότι οι Χριστιανοί με το διάβολο δεν έχουν καμιά ένωση και κοινό, αλλά με τους αδελφούς τους έχουν πάμπολλα κοινά:

«Και μη μου λες αυτήν την ψυχρή κουβέντα, «τι με μέλει εμένα; Δεν έχω καμία σχέση μαζί με αυτόν»… Γιατί είναι σατανική αυτή η φωνή, είναι διαβολική η απανθρωπιά. Προς το διάβολο μόνο δεν έχουμε κανένα κοινό, προς τους ανθρώπους όμως όλους έχουμε πολλά κοινά (Ανδριαν. α΄).

Άλλοτε δε τους λέει να μεριμνούν για τη σωτηρία των αδελφών τους. Διότι μεριμνώντες για το συμφέρον εκείνων, ταυτόχρονα μεριμνούν και για το δικό τους συμφέρον:

«Μη μου λες αυτή την κουβέντα της πολλής αναλγησίας «τι με μέλει; Εγώ φροντίζω για τα δικά μου». Διότι τότε θα φροντίσεις καλύτερα για τα δικά σου, όταν ζητάς τα δικά σου στο συμφέρον του πλησίον. Γι’ αυτό και έλεγε ο Παύλος: «κανείς να μη ζητάει το συμφέρον το δικό του, αλλά το συμφέρον του άλλου» (Α΄ Κορ. ι΄ 24), δηλαδή για να βρεις το δικό σου, ζήτα του αλλουνού (Ερμηνεία εις τον μθ΄ Ψαλμόν).

Άλλοτε πάλι, ελέγχοντας εκείνους, που προφασίζονται με τέτοια λόγια, τους λέει ότι το λόγο αυτό, που λένε «τι με νοιάζει εμένα», τον είπε ο αδελφοκτόνος Κάιν και ότι από το λόγο αυτό γεννιούνται όλα τα κακά. Γιατί αν δεν ενδιαφέρει εσένα τον Χριστιανό η σωτηρία του αδελφού σου, ποιον άλλον θα ενδιαφέρει, τον άπιστο και εθνικό, που χαίρεται όταν αμαρτάνουν οι Χριστιανοί; ή το διάβολο, που πολεμά και γκρεμίζει τους Χριστιανούς στην αμαρτία;

«Και μη μου λες «τι με νοιάζει για τους άλλους; Φοβήσου γι’ αυτόν που πρώτος είπε αυτή την κουβέντα. «Μήπως είμαι φύλακας του αδελφού μου;» (Γεν. δ΄ 9). Ίδια είναι αυτή η κουβέντα. Από αυτήν γεννιούνται όλα τα κακά. Διότι αυτά που ανήκουν στο σώμα μας, τα θεωρούμε ότι είναι ξένα. Τι λες; Δε σε νοιάζει για τον αδελφό σου; Αλλά ποιον θα νοιάξει, τον άπιστο; αυτόν που χαίρεται και ονειδίζει και πανηγυρίζει; ή το διάβολο, που σπρώχνει και ρίχνει κάτω;» (Λογ. μδ΄ εις την α΄ προς Κορινθίους).

Πηγή:www.xfd.gr

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ - ΠΟΙΗΜΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Μες την αχνόφεγγη βραδιά
πέφτει ψιλό-ψιλό το χιόνι,
γύρω στην έρμη λαγκαδιά
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.

Ούτε πουλιού γροικάς λαλιά,
ούτ’ ένα βέλασμα προβάτου,
λες κι απλωμένη σιγαλιά
είναι κει ολόγυρα θανάτου.

Μα ξάφνου πέρα απ’ το βουνό
γλυκός σημάντρου ήχος γροικιέται,
ωσάν βαθιά απ’ τον ουρανό
μέσα στη νύχτα να σκορπιέται.

Κι αντιλαλεί τερπνά-τερπνά
γύρω στην άφωνη την πλάση,
και το χωριό γλυκοξυπνά
την Άγια μέρα να γιορτάσει.

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.Καθώς έρχεται η παραμονή των Χριστουγέννων, σκέφτηκα ν’ ανεβάσω κι εγώ ένα παπαδιαμαντικό χριστουγεννιάτικο, όμως τα περισσότερα ήδη υπάρχουν στο Διαδίκτυο, οπότε ανεβάζω ένα χριστουγεννιάτικο όχι του Παπαδιαμάντη αλλά “για τον Παπαδιαμάντη” -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας (“όλο γκέων, γκέων, γκέων”), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» κι έβγαλα τα αλεξαντριανά σημαδάκια. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη.
Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την “Ακρόπολιν” και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, “άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν”, η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα….Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.Αλλ’ η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ’ αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ’ η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ’ ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).Ιδού κι ο Μπάρμπ’ Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:– Όρσε, κουβέρνο!Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!Αλλ’ ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ’ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!…Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και … εξύπνησεν.Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!

Πηγή:www.sarantakos.wordpress.com