Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕNΩX ΤΗΣ ΤΟΥΡΩΝΗΣ Ο ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ - 24 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

«Ματαιότης ματαιοτήτων», λέει ο Εκκλησιαστής, «τα πάντα ματαιότης». Είναι αλήθεια λοιπόν πως όλα όσα γίνονται στον κόσμο είναι ματαιότης. Γι’ αυτό συμβαίνει καμιά φορά ώστε και άγιοι του Θεού, που δεν τους φλογίζει κανένα πάθος και καμία σαρκική επιθυμία και δεν τους προσβάλλει κανένας μολυσμός φιληδονίας, αλλά αποκρούουν τα τεχνάσματα του πονηρού ακόμη και από το νου τους, να θεωρήσουν πως είναι απόλυτα δίκαιοι και να πέσουν γεμάτοι από την υπερηφάνεια της αλαζονικής αυτής πεποιθήσεως. Αυτούς που δεν κατάφερε να τους πλήξει το μαχαίρι των μεγάλων αμαρτημάτων, τους έπνιξε εύκολα ο λίγος καπνός της κενοδοξίας! Κάτι τέτοιο συνέβη και σ’ εκείνον, στον όποιο θα αναφερθούμε. Αυτός, αν και είχε λαμπρυνθεί με πολλές αρετές, θα είχε πέσει οπωσδήποτε στο βάραθρο της επάρσεως, αν δεν είχαν σπεύσει να τον νουθετήσουν πιστοί αδελφοί.

Ο όσιος Σενώχ (+24 Οκτωβρίου 576) ήταν Θεϊφαλός στην καταγωγή. Γεννήθηκε στην περιοχή του Πικταβίου που λεγόταν Θεϊφαλία. Πίστεψε στο Χριστό, έγινε κληρικός και ίδρυσε ένα μοναστήρι. Στην περιοχή της Τουρώνης βρήκε κάποια αρχαία ερείπια και έκτισε επάνω τους νέα οικοδομήματα. Εκεί βρήκε επίσης και ένα ναό, όπου λέγεται πως προσευχήθηκε ο επιφανής άγιος Μαρτίνος. Το επισκεύασε με μεγάλη φροντίδα, και αφού έστησε σ’ αυτό μία αγία Τράπεζα με ειδικό χώρο για να τοποθετηθούν Λείψανα αγίων, κάλεσε τον επίσκοπο για να το εγκαινιάσει.

Πήγε λοιπόν ο μακάριος επίσκοπος Ευ­φρόνιος και μετά τον εγκαινιασμό της Αγίας Τράπεζας τον χειροτόνησε διάκονο. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και θέλησαν να τοποθετήσουν την λειψανοθήκη στον καθορισμένο χώρο, διαπίστωσαν ότι ήταν μακρύτερη απ’ ό,τι έπρεπε και ήταν αδύνατο να χωρέσει. Τότε ο διάκονος γονάτισε και προσευχήθηκε μαζί με τον αρχιερέα και με δάκρυα και ικεσίες έλαβε αυτό που ζήτησε: Ω του θαύματος! Προς γενική κατάπληξη, ο χώρος διευρύνθηκε με θεία δύναμη, η λειψανοθήκη μίκρυνε, ώστε να χωρέσει εκεί άνετα

Στον τόπο αυτό, μαζί με τρείς μοναχούς, ο όσιος υπηρετούσε με προθυμία τον Θεό και στην αρχή ζούσε με μεγάλη εγκράτεια στην τροφή και στο νερό. Τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο κόπος της εγκρατείας του αυξανόταν περισσότερο: έτρωγε μόνο ψωμί από κριθάρι κι έπινε μόνο νερό και μάλιστα όχι περισσότερο από τετρακόσια γραμμάρια από το καθένα την ημέρα. Ακόμη, υπέμενε το κρύο του χειμώνα ανυπόδητος και φορούσε σιδερένιες αλυσίδες στα χέρια, τα πόδια και το λαιμό του. Αργότερα για να ζήσει αυστηρή ερημιτική ζωή, έφυγε από τη θέα των αδελφών και κλείστηκε σ’ ένα μικρό κελλί, όπου προσευχόταν με προθυμία ημέρα και νύκτα με αγρυπνίες και δεήσεις, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του κανένα περισπασμό. Συχνά οι πιστοί, από ευλάβεια του έδιναν χρήματα αλλά αυτός προτιμούσε να γεμίζει τα βαλάντια των φτωχών αντί να τα βάζει σε κρυψώνες, θυμούμενος το λόγο του Κυρίου: Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης· όπου γαρ έστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών. Ό,τι του έδιναν λοιπόν, το μοίραζε για τις διάφορες ανάγκες των φτωχών, έχοντας το νου του μόνο στον Θεό. Έτσι, κατά τη διάρκεια της ζωής του ελευθέρωσε από το ζυγό της δουλείας και το βάρος των χρεών περισσότερους από διακόσιους δυστυχείς.

Όταν φθάσαμε εμείς στη περιοχή της Τουρώνης, βγήκε από το κελλί του και ήρθε να μας δει. Μας χαιρέτησε, μας ασπάσθηκε και γύρισε πάλι πίσω. Ήταν, όπως είπαμε, πολύ ασκητικός και είχε το χάρισμα να θεραπεύει τους αρρώστους. Καθώς όμως με την άσκηση προόδευε στην αγιότητα, άρχισε σιγά-σιγά να υπεισέρχεται η κενοδοξία. Όταν λοιπόν βγήκε από το κελλί του, πήγε με πολλή υπεροψία να επισκεφθεί τους γονείς του στην περιοχή του Πικταβίου, που αναφέραμε πιο πάνω. Κατόπιν επέστρεψε φουσκωμένος από υπερηφάνεια και κοιτούσε να ικανοποιεί μόνο τον εαυτό του. Όταν όμως τον επιπλήξαμε και άκουσε όσα του είπαμε για τους κενόδοξους, ότι εκδιώκονται από την βασιλεία του Θεού, καθαρίστηκε τελείως από την κενοδοξία και τόσο ταπείνωσε τον εαυτό του, ώστε δεν έμεινε μέσα του η παραμικρή ρίζα υπερηφάνειας, πράγμα που το ομολόγησε λέγοντας: «Τώρα νοιώθω την αλήθεια των λόγων του Αποστόλου ο καυχώμενος, εν Κυρίω καυχάσθω.

Ο Κύριος επιτελούσε μέσω αυτού πολλά θαύματα στους αρρώστους, αλλά εκείνος έλεγε πως ήθελε να μείνει στο εξής έγκλειστος, ώστε να μην τον βλέπει άνθρωπος. Εμείς τον συμβουλεύσαμε να μην υποβληθεί μονίμως σε τέτοιο εγκλεισμό, αλλά μόνο κατά το διάστημα από την κοίμηση του αγίου Μαρτίνου μέχρι την εορτή των Χριστουγέννων και κατά την Τεσσαρακοστή πριν το Πάσχα -οπότε και οι Πατέρες ορίζουν να ασκούνε μεγαλύτερη εγκράτεια- ενώ τον υπόλοιπο καιρό να θέτει τον εαυτό του στη διάθεση των αρρώστων. Άκουσε τη συμβουλή μας και έκανε πρόθυμα υπακοή στα λόγια μας χωρίς αντιλογία.

Αφού λοιπόν αναφερθήκαμε σε κάποια γεγονότα της ζωής του, ερχόμαστε τώρα στα θαύματα, τα οποία μέσω αυτού ευδόκησε να επιτελέσει η θεία χάρις προς θεραπεία πολλών ασθενών. Κάποιος τυφλός, λεγόμενος Ποπούσηος, πήγε στον όσιο Σενώχ τον καιρό που ήταν ήδη πρεσβύτερος, και ζήτησε κάτι να φάει. Μόλις όμως το χέρι του αγίου ιερέως άγγιξε τα μάτια του σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού, ο τυφλός ξαναβρήκε αμέσως το φως του. Ένας άλλος νέος από το Πικτάβιο, που υπέφερε από τήν ίδια πάθηση, έμαθε για τα θαύματά του και τον παρακάλεσε να του ξαναδώσει το χαμένο φως του. Εκείνος χωρίς καθυστέρηση επικαλέστηκε το όνομα του Χριστού και έκανε το σημείο του σταυρού στα μάτια του τυφλού. Αμέσως έτρεξε από αυτό λίγο αίμα και φάνηκε το φως. Μετά από είκοσι χρόνια το φως της ημέρας έλαμψε στα σβησμένα μάπα του δύστυχου ανθρώπου,

Κάποια άλλη φορά έφεραν μπροστά του δύο νέους που υπέφεραν φοβερά σ’ όλα τα μέλη τους και ήταν κουβαριασμένοι σαν μπάλες. Μόλις τους άγγιξε με το χέρι του, τα μέλη τους ίσιωσαν και μέσα σε μία ώρα θερά­πευσε και τους δύο, ευεργετώντας τους με αυτό το διπλό θαύμα. Οδήγησαν πάλι μπροστά του ένα αγόρι και ένα κορίτσι που τα χέρια τους ήταν γυρισμένα ανάποδα. Ήταν η εορτή της Μεσοπεντηκοστής και είχε συρρεύσει πολύς κόσμος στην εκκλησία. Γι’ αυτό, όταν ικέτευσαν το δούλο του Θεού να θεραπεύσει τα χέρια τους, εκείνος απέφευγε να το κάνει, λέγοντας ότι δεν είναι άξιος, ώστε μέσω αυτού ο Θεός να κάνει τέτοια θαύματα στους ασθενείς. Τελικά υποχώρησε στις παρακλήσεις όλων και πήρε τα χέρια των δύο ασθενών στα δικά του. Αμέσως τα δάχτυλα τους ίσιωσαν και τα δύο παιδιά έφυγαν θεραπευμένα. Το ίδιο και κάποια γυναίκα, λεγόμενη Μπεναΐα ήρθε με τα μάτια κλειστά και έφυγε με τα ίδια αυτά μάπα φωτισμένα, αφού εκείνος τα άγγιξε με το ιαματικό του χέρι.

Νομίζω επίσης πως δεν πρέπει να αποκρύψουμε το ότι συχνά το δηλητήριο των ερπετών έχανε τη δραστικότητά του μόνο με το λόγο του. Πράγματι, δύο άνθρωποι πρησμένοι από δάγκωμα κάποιου ερπετού, ήρθαν και έπεσαν στα πόδια του και τον παρακαλούσαν να βγάλει με την προσευχή του το θανατηφόρο δηλητήριο, που έχυσε στα μέλη τους το φαρμακερό ερπετό. Εκείνος προσευχήθηκε στον Κύριο, λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, συ που δημιούργησες στην αρχή όλα τα στοιχεία του κόσμου και που όρισες ώστε το φίδι, που φθόνησε την τιμή του ανθρώπου, να είναι καταραμένο, αφαίρεσε από το σώμα αυτών των δούλων σου το δηλητήριό του, για να θριαμβεύσουν αυτοί επάνω του και όχι εκείνος επάνω σ’ αυτούς». Λέγοντας αυτά άγγιξε όλα τα μέλη τους και αμέσως το πρήξιμο υποχώρησε και το δηλητήριο έχασε την θανατηφόρα δράση του.

Την ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου κάποιος, καθώς πήγαινε στην εκκλησία είδε ένα πλήθος αγρίων ζώων να καταστρέφει το κτήμα του. Άρχισε τότε να θρηνεί και να λέει: «Αλλοίμονο μου! Οι κόποι μου όλης της χρονιάς πόνε χαμένοι. Τίποτε δεν θα απομείνει!». Και παίρνοντας ένα τσεκούρι, άρχισε να κόβει κλαδιά για να κλείσει μ’ αυτά το άνοιγμα του φράχτη. Ξαφνικά το χέρι του γύρισε άθελά του και σφηνώθηκε σ’ ένα κλαδί που κρατούσε απρόσεκτα. Μέσα στους πόνους και σέρνοντας πίσω του το κλαδί στο οποίο σφηνώθηκε το χέρι του, ο άνθρωπος αυτός πήγε λυπημένος στον όσιο και διηγήθηκε όσα του συνέβησαν. Εκείνος τότε αφού άλειψε το χέρι του με αγιασμένο λάδι, απομάκρυνε το κλαδί και τον θεράπευσε.

Ακόμη θεράπευσε πολλούς που υπέφεραν από δάγκωμα φιδιού και από το δηλητήριο των μολυσμένων πληγών τους, κάνοντας επάνω τους το σημείο του σταυρού. Σε άλλους επίσης, που βασανίζονταν από κάποιους αδυσώπητους δαίμονες, μόλις ακουμπούσε τα χέρια του πάνω τους φυγαδεύονταν οι δαίμονες και αποκτούσαν την διανοητική τους υγεία. Όλους αυτούς που θεράπευε με το χέρι του Θεού από διάφορες αρρώστιες, αν ήταν φτωχοί, τους έδινε με χαρά τροφή και ρούχα. Τόσο μεγάλη φροντίδα είχε για τους φτωχούς, ώστε ανέλαβε να τους κτίσει γέφυρες στα ποτάμια, για να μη θρηνεί κανείς εξαιτίας των πνιγμών που συνέβαιναν όταν αυτά ήταν πλημμυρισμένα

Όταν ήταν πλέον περιβόητος στο λαό για τα θαύματά του, σε ηλικία σαράντα περίπου ετών, προσβλήθηκε από ελαφρό πυρετό που τον κράτησε στο κρεβάτι τρία χρόνια πράγμα που εγώ έμαθα όταν πλέον πλησίαζε το τέλος του. Έτρεξα στο προσκέφαλό του, αλλά δεν μπόρεσα να αποσπάσω καμία λέξη από τα χείλη του, γιατί ήταν πολύ εξαντλημένος. Μετά από μία ώρα παρέδωσε το πνεύμα. Στη κηδεία συνέρρευσε πλήθος ανθρώπων που είχαν ευεργετηθεί από αυτόν, όπως ανέφερα πιο πάνω -άλλοι είχαν λυτρωθεί από τον ζυγό της δουλείας, άλλοι είχαν απαλλαγεί από χρέη, άλλοι είχαν δηχθεί τροφή ή ενδύματα. Θρηνώντάς τον, έλεγαν: «Σε ποιόν μας αφήνεις, άγιε πάτερ;» “

Αργότερα, όταν βρισκόταν στον τάφο, έκανε συχνά μεγάλα θαύματα. Τριάντα ημέρες μετά την κοίμησή του και ενώ γινόταν Θεία Λειτουργία στο τάφο του, ένας άρρωστος λεγόμενος Καϊδούλφος πλησίασε για να ζητήσει ελεημοσύνη. Μόλις προσκύνησε το κάλυμμα που απλωνόταν στον τάφο, ανέκτησε την υγεία των ποδιών του. Έγιναν βέβαια και πολλά άλλα θαύματα εκεί, από τα οποία ανέφερα τα πιό αξιομνημόνευτα.

Πηγή: Αγιορείτικη Μαρτυρία, τευχ. 12-13, σ. 205-208. Μετάφραση από το έργο Vita Patrum του αγίου Γρηγορίου της Τουρώνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: