Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

ΤΑ ΒΛΕΠΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ - ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Η Εκκλησία αναμφίβολα βα­σανίζεται, οί αρχηγοί της παύονται. Λύκοι αρπακτικοί επιτέθηκαν στην ποίμνη και σκόρπισαν το ποίμνιο. Οί δυνάμεις αύτού του κόσμου ξεσηκώθηκαν κατά του θυσιαστηρίου και επέβαλαν το σφετερισμό και το σχίσμα.Τι σημαίνει αυτό;Δεν συνέβη ποτέ τίποτε πα­ρόμοιο στον κόσμο; Σάν να μη με­γάλωσε ή Εκκλησία του Χρίστου ανάμεσα σε αταξίες!Κι ό ίδιος ό Χριστός σαν να μην περικυκλώθηκε από σκάνδα­λα από το λίκνο μέχρι το θάνατο του!” Αν είναι έτσι, γιατί να πα­ραπονιόμαστε; Τι είναι τα δικά μας παθήματα, όταν ό Υιός του Θεού και οί απόστολοι Του μάς μετέφεραν την αλήθεια μέσα σε διωγμούς και βάσανα;[...]

Άς εξετάσουμε τη σκέ­ψη σου, όταν αφήνεται να τα­ράσσεται από τις αταξίες πού μάς ενοχλούν. “Οταν τα αγαπη­τά σου πρόσωπα υποφέρουν, υπο­φέρεις κι εσύ, και κλαις για τόσες δυ­στυχίες, στις όποιες δέν διακρίνεις οϋτε το σκοπό οϋτε το πιθανό τέλος.  Σκοτεινές και ζοφερές ιδέες σε πολιορκούν, σύννεφο λύ­πης σε καλύπτει. Πέφτεις στην αποθάρρυνση, διό­τι δεν καταλαβαίνεις τίποτε άπ’ όλα όσα συμβαίνουν. “Α, δεν θέλω να σου καλύψω το κακό πού σε τρομάζει. Δεν θέλω ούτε να το αρνηθώ, ούτε να το ελα­χιστοποιήσω, θέλω αντίθετα να το αντικρίζεις όπως είναι, δηλαδή πιο τρομερό, πιό βαθύ άπ’ ό,τι σου φαί­νεται. Ναί, περιπλανιόμαστε στους κόλπους μιας ατέλειωτης φουρτουνιασμένης θάλασσας. Το πλοίο, μας μεταφέρει, κλυδωνίζεται χωρίς κατεύθυνση, παραδομένο στη θέ­ληση των μανιασμένων ώκεάνιων κυμάτων.
Οί μισοί του ναύτες βρίσκονται στη θάλασσα και τα πτώματα τους επιπλέουν μπροστά στα μάτια μας στην επιφάνεια του νερού. Σχίστηκαν τα πανιά, έσπασαν τα κατάρτια. Τα κουπιά εγκαταλείφθηκαν, το πη­δάλιο έσπασε και οί πλοηγοί, καθισμένοι στη θέση τους, δεν μπορούν παρά με τα χέρια τους να συ­σφίγγουν τα γόνατα τους, ανήμποροι να καταστρώσουν κά­ποιο σχέδιο και μη έχοντας πιά δύναμη παρά μόνο για να θρηνούν. Σκοτεινή νύχτα τους καλύπτει και κινδυνεύουν να σκο­ντάψουν σε ϋφαλο. Τα αυτιά τους δεν συλλαμβάνουν πλέ­ον παρά τον εκκω­φαντικό θόρυβο των κυμάτων.Ή ϊδια ή θάλασσα ανασηκώνει από τον πυθμένα της απαίσια τέρατα και τα ρίχνει πάνω στο πλοίο. Ή φρίκη των επι­βατών είναι μεγάλη… Μάταια προσπαθώ με τη συσσώρευση των εικόνων αυτών να εκφράσω το πλήθος των κακών πού μας καταθλίβουν. Πραγματικά, ποια ανθρώπινη γλώσσα θα μπορούσε να τα περιγράψε; Κι ωστόσο εγώ, πού περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θα έπρεπε να ήμουν ταραγμένος, δεν χάνω την ελπίδα. Σηκώνω τα μάτια μου ψηλά προς τον ύψιστο κυβερνήτη του σύμπαντος, πού δεν του είναι ανα­γκαία ή ευφυΐα, για να καθησυχάσει την τρικυμία…Δεν πρέπει, λοιπόν, να αποθαρρυνόμα­στε, αλλά αντίθετα να έχουμε πανιά στο νου μας αυτή τήν αλήθεια: Δεν υπάρχει παρά μία δυστυχία, πού πρέπει να φο­βόμαστε στον κόσμο, την αμαρτία και τις αδυναμίες της ψυχής, πού οδηγούν στην αμαρτία.Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά μύθος. Επιβουλές και εχθρότητες, απάτες και συ­κοφαντίες, αδικίες καi καταδύσεις, δημεύ­σεις, εξορίες, ξίφη ακονισμένα, θάλασσες ταραγμένες, πόλεμος όλης της οικουμένης, όλα αύτά δεν εΐναι τίποτε και δεν μπορούν να ταράξουν ψυχή πού αγρυπνά. Ό άπ. Παύλος μας το διδάσκει μ’ αύιά τά λόγια: «τα βλεπόμενα πρόσκαιρα» (Β’ Κορ. 4,18). Γιατί, λοιπόν, να φοβόμαστε σαν να είναι αληθινές συμφορές γεγονότα πού ό χρόνος παρασύρει όπως έ’να ποτάμι ιά νερά του; «Αλλά», θα μου πει κανείς, «είναι σκληρό καϊ βαρύ φορτίο ή εχθρότητα».
Αναμφίβολα.Ωστόσο, άς τη δούμε από μία άλλη πλευρά και θα μάθουμε να την καταφρονούμε.Οί προσβολές, οί περιφρονήσεις, οί σαρκασμοί, πού προέρχονται από τους εχθρούς μας, τί είναι; Το μαλλί από ένα φθαρμένο έπανωφόρι, πού το τρώνε τα σκουλήκια και το λειώνει ό χρόνος. «Έντούτοις», προσθέτει κάποιος, «μέσα σ’ αύτές τις δοκιμασίες πού έπιβάλλονται στον κόσμο,πολλοι χάνονται και πολλοι σκανδαλίζονται».Ασφαλώς, κι αυτό συμβαίνει αρκετές φορές. Στή συνέχεια όμως, μετά τις κα­ταστροφές, τους θανάτους, τα σκάνδαλα, ξαναπροβάλλει ή τάξη, βασιλεύει ή ηρεμία και ή αλήθεια ξαναβρίσκει το δρόμο της. “Α! θέλετε να είστε πιο συνετοί από τον Θεό! Βολιδοσκοπείτε τις αποφάσεις της θείας πρόνοιας! Υποκλιθείτε καλύτερα στους νόμους πού θέτει. Μη κρίνετε, μη γογγύζετε. Να επαναλαμβάνετε μόνο με τον ϊδιο από­στολο: «Βαθιά σχέδια του Θεού, ποιός θα μπορούσε να διεισδύσει σε αυτά;» (Ρωμ. 11, 33) .”Ας υποθέσουμε ότι κάποιος άνθρωπος δεν είδε ποτέ τον ήλιο ν’ ανατέλλει και να δύει. Δεν θα σκανδαλιζόταν, αν έβλεπε το άστρο της μέρας να εξαφανίζεται από το στερέωμα και τη νύχτα να καταλαμβάνει τη γη;Θα πίσιευε ότι ό Θεός τόν εγκατέλειψε. Κι εκείνος πού δεν είδε παρά την άνοιξη, δεν θα σκανδαλιζόταν βλέποντας να φτάνει ό χειμώνας, ό θάνατος αυτός της φύσης; θα νόμιζε Ίσως ότι ό Θεός απαρνήθηκε το έργο του κι εγκαταλείπει τον κόσμο πού δημιούργησε. Κι αυτός πού βλέπει να σπέρνουν το σπόρο πάνω στή γη και τον ίδιο το σπόρο να σαπίζει κάτω από τη γη και την πάχνη, δέν σκανδαλίζεται και δεν αναρωτιέται γιατί να χάνεται αυτός ό σπόρος; Άλλ’ αργότερα θα τον δει νά ξαναζωντανεύει σε χρυσοκίτρινα στάχυα. Ό άλλος θα δει τόν ήλιο ν’ ανατέλλει ξανά στον ορίζοντα και την άνοιξη να δια­δέχεται πάλι το χειμώνα. Αυτοί οί άνθρω­ποι θα μετανοήσουν τότε για την τύφλωση τους και θα υποκλιθούν με σεβασμό μπρος στην τάξη, πού όρισε ή θεία πρόνοια. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τα ηθικά πράγματα και τα γεγονότα της ζωής.Αρκεί να τα παρατηρήσουμε, για ν’ ανα­γνωρίσουμε σε λίγο με πόνο ότι ή αμφι­βολία πού μας κατέλαβε δεν ήταν παρά βλασφημία…

* Άποσπάσματα από τiς έπιστολες του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στη δι­ακόνισσα Όλυμπιάδα, κατά τη δεύτερη και οριστική εξορία του. ·Άπο το βιβλίο «ΆγιοςΊωάννης ό Χρυσόστομος:Μεγαλομάρτυρας μετά τους διωγμούς».

Πηγή: www.proskynitis.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: