Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΟΜΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Η χριστιανική Εκκλησία εμφανίστηκε ιστορικά ως βίωση μιας νέας, καινούργιας ζωής, ως μια «οδός», ως ένας καινός τρόπος του βίου των μελών μιας κοινότητας που πίστεψαν μέσω προσωπικής επαφής ή μέσω του κηρύγματος των Αποστόλων στο πρόσωπο, τη ζωή και την αποστολή του Ιησού από τη Ναζαρέτ.
                Είναι ιδιαίτερης σημασίας, όμως, το γεγονός ότι ο χριστιανισμός δεν εμφανίστηκε ως μια νέα πολιτική ή θρησκευτική ιδεολογία, ως ένα φιλοσοφικό ή ηθικό δόγμα ή ακόμη και ως μια νέα θρησκεία. Μάλιστα, σύγχρονοι θεολόγοι ομιλούν για το «τέλος της θρησκείας» με τον Χριστιανισμό. Αν οι ιδεολογίες, φιλοσοφίες και θρησκείες αναζητούν την αλήθεια, η κάθε μια με τον τρόπο της, η Εκκλησία είναι το Σώμα της ενυπόστατης Αλήθειας, του Χριστού, ο οποίος είναι η Κεφαλή της: «εγώ ειμί η οδός η αλήθεια και η ζωή».
                Η οδός, η αλήθεια και η ζωή της Εκκλησίας δεν βιώνονται ως κάτι θεωρητικό, διανοητικό απλώς και αφηρημένο γεγονός, αλλά με πολύ συγκεκριμένο τρόπο ως μια «πράξη τροφής». Η Εκκλησία είναι «βρώσις» και «πόσις». Η Αλήθεια της Εκκλησίας, ο Χριστός, «τρώγεται» και «πίνεται». «Η Εκκλησία σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις» μας λέει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, όπου ο πληθυντικός «τοις μυστηρίοις» αναφέρεται στην ενική και ενοποιό πραγματικότητα της Θείας Ευχαριστίας.
                Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι μια ευχαριστιακή σύναξη και μια τράπεζα-δείπνος των πιστευόντων στον Χριστό. Πλην όμως, δεν είναι κάτι το στατικό, κλειστή στον εαυτό της και προσανατολισμένη στο παρελθόν πραγματικότητα. Είναι και «κοινωνία εσχάτων». Είναι δηλαδή μια κοινότητα που προγεύεται, αλλά και προσδοκά τη μελλοντική Βασιλεία του τριαδικού Θεού, στο όνομα του οποίου άλλωστε βαπτίστηκαν τα μέλη της.
                Όσα εισαγωγικά αναφέρθηκαν παραπάνω για την Εκκλησία είναι θεμελιακής σημασίας για την προσέγγιση οποιουδήποτε θέματος την αφορά και σαφώς και του θέματος των σχέσεων εξουσίας – διακονίας.
                Η κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός, έχει αποκαλύψει στην «οικογένειά» του, στα μέλη του Σώματός Του, τον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Το πρότυπο των σχέσεων της θεϊκής καταγωγής του, της ζωής της Αγίας Τριάδας, ο Χριστός έδωσε ως κληρονομιά στα υιοθετημένα παιδιά του. Την Αγία Τριάδα χαρακτηρίζει ιεραρχική τάξις, η οποία όμως έχει λειτουργικό και όχι εξουσιαστικό και καταπιεστικό περιεχόμενο. Η Εκκλησία με τους Πατέρες της και με τις Οικουμενικές Συνόδους αγωνίστηκε για να διακηρύξει την ομοτιμία και όχι την «υποταγή» (Subordinatio) του ενός προσώπου στο άλλο. Για τους Πατέρες, άλλωστε, δεν υπάρχει «υπαρίθμησις» στην Τριάδα, το ένα δηλαδή είναι ανώτερο του δύο και του τρία, αλλά και «προαρίθμησις», για να δηλωθεί ακριβώς το «ομοφυές» και «ομόδοξον». Τα τρία πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται, έχουν ομογνωμία και ομοτροπία, υπάρχει κοινότητα φυσικών γνωρισμάτων (ομοούσιον), αλλά και διάκριση προσωπικών ετεροτήτων (τριαδικόν). Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχουν για τον εαυτό τους, αλλά υπάρχουν ως αντιμετάδοση ελεύθερης αγάπης του ενός προς τα άλλα. Την τριαδική ζωή τη χαρακτηρίζει αγαπητική κοινωνικότητα, εκστατική κινητικότητα και ερωτικός δυναμισμός.
Καμιά εξουσία, όπως τη γνωρίζουμε από τις ανθρώπινες κοινωνίες ή από άλλες θρησκείες, όπου οι θεοί κατοχυρώνουν την κυριαρχία τους μέσα από πάλη, αντιπαλότητες και διαμάχες (βλ. τις αρχαιοελληνικές και μεσανατολικές θεογονίες), δεν χαρακτηρίζει τη ζωή της Αγίας Τριάδας.
Ο τριαδικός Θεός αποδεικνύει την κοινωνικότητά του με το γεγονός της Δημιουργίας. Στο βιβλίο της Γενέσεως περιγράφεται η έναρξη αυτού που ονομάζουμε στην Εκκλησία «Οικονομία του Θεού», η ίδρυση εκ μέρους του Θεού μιας σχέσης με τον κόσμο και ιδιαίτερα με τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργηθέντα άνθρωπο. Η σχέση αυτή, όπως περιγράφεται στις απαρχές της, στον Παράδεισο, δεν είναι μια σχέση υποτέλειας αλλά μια σχέση κοινωνίας και αγάπης. Ο Θεός «περπατά» μαζί με τους πρωτοπλάστους, συνομιλεί μαζί τους και αυτοί έχουν παρρησία στην επαφή τους με το Θεό.
Η επιβουλή του Διαβόλου (διά + βάλλω = χωρίζω, διαιρώ) και η κακή χρήση του αυτεξουσίου, της ελευθερίας που δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο, οδηγούν στην Πτώση, στην  ανατροπή των παραδείσιων σχέσεων και την εισβολή στη ζωή του ανθρώπου του κακού και της αμαρτίας. Οι συνέπειες της Πτώσης περιγράφονται πάλι στο βιβλίο της Γενέσεως (φόνος του Κάιν από τον Άβελ, σύγχυση γλωσσών στον Πύργο της Βαβέλ, πόνος και δυστυχία) και βιώνονται από εμάς ως σήμερα. Η εξουσία ως αναιρετική της κοινωνικότητας και της ισοτιμίας των ανθρώπων εισβάλλει κι αυτή με την Πτώση στην ανθρώπινη ιστορία.
Η Πτώση, όμως, δεν διακόπτει και την προσφορά της αγάπης του Θεού στο κτίσμα του, δεν διακόπτει την Οικονομία του Θεού. Ο Θεός εκλέγει τον Αβραάμ, από τον οποίο θα προέλθει ο Ισραήλ, ο «περιούσιος λαός», η περιουσία του Θεού για τη διαφύλαξη του θελήματός του, όπου θέλημα του Θεού είναι η σωτηρία και η τελείωση του ανθρώπου.
Τα πρόσωπα που εκλέγονται από το Θεό ως ηγέτες του Ισραήλ, οι Πατριάρχες, οι Κριτές, οι Ιερείς, έχουν ως αποστολή να διακονούν το λαό, να τον οδηγήσουν στην Γη της Επαγγελίας-Υπόσχεσης, μακριά από την υποτέλεια και τη δουλεία, που στη γλώσσα της Γραφής σημαίνει Αίγυπτος και Φαραώ. Αποστολή, λοιπόν, της ηγεσίας στον Ισραήλ είναι το «Πάσχα», η διάβαση, το πέρασμα, η έξοδος από την εξουσιαστική καταπίεση στην ελευθερία. Ο Γιαχβέ, στη συνεργασία του με τους Πατριάρχες του Ισραήλ, φανερώνεται ως ένας «Θεός ελευθερωτής».
Ο λαός του Θεού, όμως, κάποια στιγμή «ζηλεύει» τους ειδωλολατρικούς λαούς και το θεσμό της Βασιλείας. Ζητάει από τον προφήτη Σαμουήλ να χρίσει και γι’ αυτόν βασιλιά. Ο Θεός μέσω του προφήτη τους προειδοποιεί για τις συνέπειες της υιοθέτησης του εξουσιαστικού αυτού θεσμού: ο βασιλιάς «θα πάρει τους γιους σας και θα τους χρησιμοποιεί για τον εαυτό του στις άμαξές του, … θα παίρνει τα χωράφια σας … και θα τα δώσει στους αξιωματούχους του … και εσείς θα είσθε δούλοι του» (Α΄ Βασ. 8, 11-19). Το μήνυμα είναι σαφές, οι ανθρώπινες εξουσίες μοιραία δημιουργούν δουλεία και υποτέλεια.
Σημαντική για το θέμα μας είναι και η κριτική προς την εξουσία εκ μέρους των προφητών του Ισραήλ. Κανείς δεν ξεφεύγει από τον έλεγχό τους, όσο ψηλά ή χαμηλά και να βρίσκεται. Τα «στόματα του Θεού», οι προφήτες, εξαπολύουν μύδρους κατά των βασιλέων που εκμεταλλεύονται και καταπιέζουν το λαό, των ιερέων που τελούν τυπικά τις θυσίες αλλά αγνοούν την αγάπη και τη δικαιοσύνη, των δικαστών που υπηρετούν την αδικία αντί το δίκαιο, των εμπόρων που κλέβουν στο ζύγι, αλλά και του λαού που αμαρτάνει και συντηρεί την αδικία. Οι αληθινοί προφήτες δεν «χαϊδεύουν» αυτιά όπως οι «ψευδοπροφήτες», δεν είναι κόλακες των ισχυρών ούτε όμως και λαϊκιστές που επιζητούν την εύνοια του λαού, είναι διάκονοι του λαού στο όνομα της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Η πραγματικότητα της αλήθειας και της δικαιοσύνης – και αυτό είναι το δεύτερο μέρος του προφητικού κηρύγματος – θα φανερωθεί εσχατολογικά, στο πρόσωπο του Μεσσία.
Μια σημαντική στιγμή της Θείας Οικονομίας είναι και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Όσο και αν δεν τονίζεται συχνά αυτή η πλευρά, ο Ευαγγελισμός είναι η κορύφωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο Θεός πάντα ζητάει την ελεύθερη συνεργασία και ανταπόκριση του ανθρώπου στο θέλημα Του. Ποτέ δεν το επιβάλλει εξουσιαστικά, πολύ περισσότερο στο θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου. Το «γένοιτο» της Παναγίας είναι η ανθρώπινη, ελεύθερη ανταπόκριση στο κάλεσμα της σωτηρίας εν Χριστώ. Η Παναγία γίνεται η νέα Εύα που διακονεί το έργο της αναίρεσης των συνεπειών της Πτώσης από το νέο Αδάμ, τον Ιησού Χριστό.
Είδαμε, λοιπόν, προοδευτικά, στο πλαίσιο των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, να φανερώνεται μια διαφορετική κοινωνικότητα απ’ αυτή των σχέσεων κυρίου-δούλου, εξανδραποδισμού και υποτέλειας, όπως αυτά φανερώνονται και με μια φευγαλέα και επιπόλαιη ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Η ιστορία, όμως, της Θείας Οικονομίας, κορυφώνεται στην Επιφάνεια του Λόγου του Θεού στην Ιστορία. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Υιός και Λόγος του Θεού, εκφράζοντας την υπέρτατη αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού, την διακονία Του προς τον άνθρωπο, ενανθρωπίζει, «κενώνει» εαυτόν από τη θεία παντοδυναμία Του και αναλαμβάνει στο πρόσωπό Του όλη την ανθρωπότητα, όλη την ανθρώπινη φύση.
Παρότι δεν απουσιάζει από τις ευαγγελικές διηγήσεις η όψη της θείας εξουσίας του Χριστού, η κυρίαρχη εικόνα που αποκομίζουμε για το Χριστό από τα Ευαγγέλια είναι αυτή του «διακονούντος», η θεία εξουσία μάλλον είναι ακριβώς η διακονία του ανθρώπου. Το λέει, άλλωστε, ο ίδιος προς τους μαθητές Του: «εγώ δέ ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών», όπως αναφέρει η ευαγγελική διήγηση του Λουκά. Ο Ιησούς Χριστός δεν ήρθε για να διακονηθεί, αλλά για να διακονήσει τους ανθρώπους, αυτό είναι το έργο του «Υιού του Ανθρώπου». Αυτά λέγονται μάλιστα στο τέλος της γνωστής ευαγγελικής διήγησης του Ματθαίου, όπου ο Ιησούς ανατρέπει την ανθρώπινη κατανόηση της ιεραρχίας ως εξουσίας και προβάλλει την ιεραρχία ως διακονία. Όταν η μητέρα των υιών Ζεβεδαίου του ζήτησε προνομιακή θέση και εξουσία για τα παιδιά της στη Βασιλεία Του, αυτός της απάντησε: «ουκ οίδατε τι αιτείσθε», και συνδέοντας την εξουσία με το Πάθος και τη Διακονία, κηρύττει προς όλους τους μαθητές τη νέα εσχατολογική πραγματικότητα: «οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ’ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος» (Ματθ. 20,20-27).
Αυτό το «ουχ ούτως έσται εν υμίν» φανερώνει την αντιστροφή στο περιεχόμενο των ανθρωπίνων σχέσεων μέσα στην κοινότητα των εις Χριστόν πιστευόντων, στην Εκκλησία, σε σχέση με τον εκφυλισμό των ανθρωπίνων σχέσεων σε σχέσεις εξουσιαστικές, σχέσεις υποτέλειας, εξάρτησης και αλλοτρίωσης στις μεταπτωτικές ανθρώπινες κοινωνίες.
Η διακονική στάση του Χριστού προς τον άνθρωπο δεν σταματά στο κήρυγμα και τη διδασκαλία Του, στη διακονία του λόγου, αλλά συμπληρώνεται με την έμπρακτη προσφορά της αγάπης του, μέσω της θαυματουργικής άρσης των συνεπειών της αμαρτίας: του πόνου, της αρρώστιας και του θανάτου, της δουλείας στην τραγική μοίρα της φθαρτότητας. Ο Ιησούς, μας πληροφορεί ο Λουκάς στις Πράξεις, «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος». Κορύφωση, όμως, της διακονίας του Χριστού προς τον άνθρωπο υπήρξε το Πάθος του Σταυρού, η προσφορά της ίδιας της ζωής του για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ύψιστη, λοιπόν, έκφραση της θείας εξουσίας του Χριστού, που πραγματώνεται ως διακονία, είναι η θυσία.
Ο Χριστός συγκρούστηκε επίσης κατά την επίγεια παρουσία του με όλες τις θρησκευτικές και πολιτικές εξουσίες, όχι όμως με τους γνωστούς τρόπους πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά με το θείο λόγο Του και κατεξοχήν με τη θυσία Του στο Σταυρό.
Ο κύκλος τώρα των αποστόλων του Χριστού, ο στενός των 12 και ο ευρύτερος, «μαθήτευσε» από την κλήση του ως τις εμφανίσεις του Σωτήρος μετά την Ανάσταση σ’ αυτό τον «καινό», μεταμορφωμένο από το φως του μέλλοντος αιώνος τρόπο ζωής και έγινε η μικρή ζύμη για το μεγάλο φύραμα της Εκκλησίας μετά την Πεντηκοστή.
Όψεις της ανατροπής των εξουσιαστικών σχέσεων στην πρωτοχριστιανική Εκκλησία μας δίνουν τα βιβλία της Κ.Δ. Οι διακρίσεις και οι αποκλεισμοί για λόγους θρησκευτικής ή εθνικής καταγωγής ή εξαιτίας φύλου και κοινωνικής τάξεως αίρονται και υπερβαίνονται, «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» μας πληροφορεί ο απ. Παύλος στην Προς Γαλάτας επιστολή. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση που περιγράφεται σε άλλη επιστολή του απ. Παύλου Προς Φιλήμονα, όπου ο Φιλήμονας καλείται να υποδεχθεί ως «αδελφόν αγαπητόν» τον δραπέτη δούλο του Ονήσιμο.
Ο πλούτος, η άλλη όψη του νομίσματος της εξουσίας, ως διαιρετικός παράγοντας ξεπερνιέται και υπηρετεί πλέον την κοινότητα. Ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων μας πληροφορεί ότι στην εκκλησία των Ιεροσολύμων «πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό και είχον άπαντα κοινά». Η εμπειρία του αναστημένου Χριστού στη Θεία Ευχαριστία μεταμορφώνει τη ζωή των πιστών και οδηγεί στην πώληση των υπαρχόντων τους προς διακονία των ενδεών αδελφών: «και τα κτήματα και τις υπάρξεις επίπρασκον και διεμέριζον αυτά πάσι καθότι αν τις χρείαν είχε». Την ίδια διάθεση προσφοράς βλέπουμε και στο πρόγραμμα της «λογείας» του Αποστόλου Παύλου, της συλλογής βοήθειας για την εκκλησία των Ιεροσολύμων.
Τα ειδικότερα «διακονήματα» στην πρωτοχριστιανική κοινότητα, των τραπεζών, των χηρών, των ορφανών, κ.α., αντλούν τη υπόστασή τους από την ευχαριστιακή πρόγευση των εσχάτων και αυτή συνεχίζουν και φανερώνουν ως «λειτουργία μετά τη λειτουργία», ως ιεραποστολή, ως το μυστήριο της ανθρώπινης συνεργασίας και συμμετοχής στην ανακαίνιση του κόσμου εν Χριστώ.
Σε πολλά σημεία της Κ.Δ. επίσης, βλέπουμε και την έσχατη διάσταση της διακονίας, που δεν είναι άλλη από το μαρτύριο. Η Εκκλησία  θεμελιώθηκε στο αίμα του Χριστού στο Σταυρό, αλλά οικοδομήθηκε στη συνέχεια από το αίμα των μαρτύρων και από το ασυμβίβαστο με τις «αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου» φρόνημα.
Όσον αφορά τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης, αυτοί δεν λειτουργούν – ή δεν θα έπρεπε να λειτουργούν – στην Εκκλησία, ως θέσεις εξουσίας, ως αξιώματα υπεράνω του Σώματος, αλλά αντίθετα ως λειτουργική διακονία και υπηρεσία εντός  και χάριν αυτού του Σώματος, μέλη του οποίου είναι και οι επίσκοποι και οι ιερείς. Το κατεξοχήν και πρώτιστο λειτούργημά τους, από το οποίο και «νομιμοποιούν» τη θέση τους, είναι η τέλεση – μαζί με το «λαό» και όχι βέβαια αντί του λαού - της Θείας Λειτουργίας. Η κοινωνία με την «κεφαλή» της Εκκλησίας, τον Χριστό, και τους αδελφούς πιστούς που πραγματώνεται στην ευχαριστιακή τράπεζα γίνεται πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα της ποιμαντικής εκκλησιαστικής δραστηριότητας. «Εις τύπον και τόπον Θεού» ο Ιερέας διακονεί το Σώμα της Εκκλησίας, παραπέμποντας όχι στον εαυτό του, αλλά στον Χριστό ως Σωτήρα. Δεν είναι αντιπρόσωπος (vicarius) και τοποτηρητής του Χριστού επί γης, αλλά «εικόνα» του Χριστού, προεστώς εν αγάπη της ευχαριστιακής κοινότητας, «διακονών», όπως ο Χριστός. Η ιεροσύνη δεν είναι, λοιπόν, προνόμιο αλλά ευθύνη.
Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε πως εκτός της ειδικής-μυστηριακής λεγομένης ιεροσύνης, με το ιδιαίτερο περιεχόμενο, υπάρχει και η γενική-βασιλική ιεροσύνη, της οποίας όλοι μετέχουμε με το βάπτισμα, γινόμενοι «βασίλειον ιεράτευμα». Άρα η διακονική προσφορά ως περιεχόμενο της εκκλησιαστικής ύπαρξης αφορά όλους μας μέσα στην Εκκλησία.
Από τις εκκλησιαστικές ιστορίες της εποχής αντλούμε πληροφορίες για το σθεναρό αντιεξουσιαστικό ήθος των Πατέρων της Εκκλησίας, για τη στάση του Μ. Βασιλείου απέναντι στον αυτοκράτορα Ουάλη και τον έπαρχο Μόδεστο, για την κριτική του Χρυσοστόμου στις αυθαιρεσίες της αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Αλλά ακόμη και για τη συμπαράσταση του Χρυσοστόμου στην αγωνία του λαού της Αντιόχειας, που γκρεμίζοντας τους ανδριάντες κινδύνευε με ομαδική τιμωρία από τον αυτοκράτορα.
Ο Μοναχισμός, εξάλλου, αποτέλεσε ανέκαθεν στη ζωή της Εκκλησίας την πιο ριζοσπαστική άρνηση των «αρχών και των εξουσιών» του κόσμου, εμβιώνοντας στην κοινοβιακή αδελφοσύνη την αναίρεση της κτητικής και εξουσιαστικής θέλησης, φανερώνοντας προληπτικά την ερχόμενη Βασιλεία.

Η περιδιάβαση που προηγήθηκε, σε αναφορές και παραδείγματα των σχέσεων εξουσίας-διακονίας από όλη την ιστορία της Θ. Οικονομίας, κρίθηκε απαραίτητη, καθώς η αλήθεια της Εκκλησίας είναι σαρκωμένη και ιστορική και όχι άχρονα «πρέπει» μεταφυσικής αξιολογίας. Η αλήθεια και η πράξη της Εκκλησίας έχει ρίζες που απλώνουν ως τη Δημιουργία και καρπούς που εκβάλλουν στα Έσχατα. Το παρελθόν της συνεργασίας του Θεού με τον άνθρωπο – με σκοπό τη σωτηρία, την τελείωση, την θέωση, την αγιότητα – γονιμοποιεί το παρόν της Εκκλησίας, διανοίγοντάς την προς τη μέλλουσα Βασιλεία.
Τα κριτήρια που αντλήσαμε από την ιστορία της Θ. Οικονομίας για την υπέρβαση της εξουσίας μέσω της διακονίας θα μας βοηθήσουν να διαυγάσουμε με συντομία την παρούσα εκκλησιαστική πραγματικότητα, η οποία είναι μεν συνέχεια της Θ. Οικονομίας, αλλά πολλές φορές αμαυρώνεται από τις ανθρώπινες αποτυχίες. Αυτή είναι η συνθήκη της κτιστής μας υπάρξεως, και το τίμημα και η περιπέτεια του δώρου της ελευθερίας!
Μπορεί, βέβαια, με το σωτήριο έργο του Χριστού να νικήθηκε η αμαρτία, το κακό και ο θάνατος, μπορεί στη Θεία Ευχαριστία οι πιστοί να παίρνουν τη δύναμη να συμμετέχουν προσωπικά στη νίκη αυτή του Χριστού, δεν σημαίνει όμως αυτό ότι ήλθε αυτόματα και μαγικά το τέλος των εξουσιαστικών σχέσεων στην Ιστορία εντός της οποίας πορεύεται το εκκλησιαστικό Σώμα. Η Εκκλησία δεν έχει φθάσει στη Βασιλεία του Θεού, δεν είναι η Βασιλεία, αλλά ο εικονισμός της και η προληπτική της φανέρωση μέσα στην Ιστορία. Προγευόμενη η Εκκλησία τη Βασιλεία του Θεού, την προσδοκά και αγωνίζεται να αναδείξει, «στα ίχνη του Χριστού», όψεις και σημεία-σημάδια της. Η Εκκλησία ανοίγει «παράθυρα» για να μπει το φως της Βασιλείας μέσα στο σκοτάδι του κακού της Ιστορίας.
Ενώ, λοιπόν, είδαμε ότι ο Θεός δεν ενεργεί εξουσιαστικά στις σχέσεις του με τον άνθρωπο, αλλά πάντοτε απευθύνεται στην ελεύθερη, αυτεξούσια ανταπόκριση και συνεργασία του, πολλές φορές σήμερα η λαϊκή ευσέβεια, με ευθύνη ημών των ποιμένων, που οφείλουμε να τη διδάσκουμε και να την οικοδομούμε, η λαϊκή ευσέβεια λοιπόν, φτάνει να αντιλαμβάνεται τη σχέση με το Θεό και το αίτημα της σωτηρίας με όρους μαγείας, περιοριζόμενη έτσι σε μια τυπική θρησκευτικότητα, όπου κυριαρχεί ο φόβος και όχι η ελεύθερη αντιπροσφορά της αγάπης που λαμβάνουμε ως χάρη και δωρεά από τον Τριαδικό Θεό. Εδώ θα πρέπει να εντοπίσουμε και την ολίσθηση πολλές φορές σε μια ατομικιστική κατανόηση της σωτηρίας, στον αντίποδα βέβαια της ευχαριστιακής κοινωνικότητας και συναδέλφωσης.
Επίσης, ενώ η Εκκλησία είναι τύπος και εικόνα της τριαδικής ζωής, στην οποία είδαμε ότι η ιεραρχία είναι λειτουργική και φανερώνει σχέσεις ομότιμης αγαπητικής κοινωνικότητας, η εικόνα αυτή ακυρώνεται όταν παραθεωρείται η συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στη ζωή και τις δομές της Εκκλησίας και επικρατεί αυτό που ονομάζουμε «κληρικαλισμός» και βατικάνεια εκδοχή της Εκκλησίας, όταν διαιρούμε δηλαδή το αδιαίρετο Σώμα του Χριστού σε τάξεις ανώτερες και κατώτερες, μετατρέποντας τα λειτουργήματα-διακονήματα σε εξουσίες και αξιώματα.
Παλινδρόμηση σε προ Χριστού εξουσιαστικές και μη διακονικές καταστάσεις έχουμε επίσης, όταν στο χαρισματικό λειτούργημα της πνευματικής πατρότητας εισβάλλουν αντιλήψεις που οδηγούν στην εκρίζωση της ελευθερίας, με το πρόσχημα της «εκκοπής του ιδίου θελήματος», ενώ η «εκκοπή» αυτή έχει ως στόχο ακριβώς την ανάδειξη της αμαυρωμένης από την αμαρτία ανθρώπινης ελευθερίας. Όταν ακόμη στους ιερούς κανόνες προσδίδουμε, αντί για θεραπευτική, νομικιστική και άρα εξουσιαστική χροιά ή όταν υποβαθμίζουμε τη χαρισματική διάσταση της Εκκλησίας προς όφελος της θεσμικής. Σ’ αυτές και σε άλλες περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μια «διόρθωση του έργου του Χριστού και μια θεμελίωσή του στην εξουσία», όπως δηλώνει διά στόματος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή ο Ντοστογιέφσκυ στους «Αδελφούς Καραμαζώφ».
Η προφητική κριτική των ανθρωπίνων αποτυχιών δε πρέπει να μας εμποδίσει να δούμε και τη συνεχιζόμενη διακονία της Εκκλησίας προς τον άνθρωπο σήμερα: το πλούσιο φιλανθρωπικό έργο, την πολύπλευρη ποιμαντική μέριμνα και φροντίδα, την ολοκληρωτική διάθεση του εαυτού των μελών και των λειτουργών της Εκκλησίας στην ολόπλευρη διακονία του «άλλου-πλησίον», καθώς, βέβαια, με τα πρόσωπα των άλλων, των «αδελφών των ελαχίστων» έχει ταυτίσει το πρόσωπό Του ο ίδιος ο Χριστός.
Συζητώντας, όμως, την προσέγγιση του φαινομένου της εξουσίας από μια ορθόδοξη οπτική, προκύπτει επιτακτικά και η ανάγκη αντιμετώπισης – το αγκάθι θα έλεγα – των σχέσεων Εκκλησίας και πολιτικής. Υπενθυμίζοντάς σας όσα ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου για την Εκκλησία ως ευχαριστιακή κοινότητα-κοινωνία, ως ένα «καινό»-νέο τρόπο ζωής υπό το φως της πρόγευσης των εσχάτων, πρέπει ρητά και κατηγορηματικά να ξεπεράσουμε την αντίληψη για την Εκκλησία ως ατομική-ιδιωτική υπόθεση.
Η ορθόδοξη ανθρωπολογία και το εκκλησιαστικό ήθος, που έχουν ως ρίζα τους την ευχαριστιακή εμπειρία, έχουν σαφώς κοινωνικό και δημόσιο χαρακτήρα, άρα μπορούν και πρέπει να επηρεάζουν σύνολη τη ζωή του ανθρώπου, την κοινωνική, την πολιτική και την οικονομική. Πρέπει να απορρίψουμε την εσφαλμένη, μανιχαϊκή κατά βάσιν, αντίληψη, ότι η Εκκλησία ασχολείται μόνο με τα «θρησκευτικά»-πνευματικά ζητήματα, αφήνοντας κατά μέρος τα λεγόμενα «υλικά». Η σωτηρία, ως στόχος του εκκλησιαστικού ανθρώπου, αφορά σύνολη την ανθρώπινη ζωή – μας το λέει η ίδια η λέξη που προέρχεται από το επίθετο σώος και σημαίνει να είσαι ολόκληρος, ακέραιος, αδιάσπαστος, μη κατακερματισμένος.
Στη συνάφεια αυτή δεν είναι τυχαίος ο δογματικός αγώνας και η αγωνία των Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας με τις Οικουμενικές συνόδους της, που στη διατύπωση του χριστολογικού δόγματος επέμειναν στην «πλήρη και τελεία» πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο του Χριστού. Το «απρόσληπτον και αθεράπευτον», ο όλος άνθρωπος προσλαμβάνεται, «ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως», ο όλος άνθρωπος αγιάζεται, άρα και ο άνθρωπος ως πολιτικό (και κοινωνικό και οικονομικό) ον.
Πολιτική κατ’ αρχήν, θα λέγαμε, είναι η ίδια η παρουσία της Εκκλησίας στον κόσμο, επειδή μέσω αυτής εισβάλλει στην ιστορία το εσχατολογικό όραμα της ανακαίνισης, μεταμόρφωσης και αλλαγής του κόσμου, της υπέρβασης του κακού, της αμαρτίας, της φθοράς, της αδικίας, του πόνου και του θανάτου. Θα μιλούσαμε, λοιπόν, για μια «εσχατολογική» πολιτική παρουσία της Εκκλησίας.
Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται στον τρόπο και τα μέσα με τα οποία η Εκκλησία, στη διακονούσα πλευρά της αλλά και στη ζωή κάθε μέλους της, εκφράζει την πολιτική της διάσταση. Και βέβαια, ο τρόπος και τα μέσα δεν μπορεί να ομοιάζουν με αυτά της κρατικής και κομματικής, κοσμικής εξουσίας. Τα κόμματα, και ως σημεία στίξης και ως πολιτικοί θεσμοί, χωρίζουν, διαιρούν! Αντίθετα, «το γαρ της εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλά ενώσεώς εστι και συμφωνίας όνομα…», όπως πολύ ωραία το τονίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο τρόπος και τα μέσα της πολιτικής παρέμβασης της Εκκλησίας εξάπαντος δεν είναι η επαναστατική βία, ούτε και η βίαιη επιβολή των «θέσεών» της στον κρατικο-πολιτικό στίβο. Μ’ άλλα λόγια η Εκκλησία μιμούμενη το παράδειγμα του ιδρυτή της, οφείλει να αποκρούσει τον πειρασμό να γίνει η ίδια εξουσία ή να θελήσει να εμπλακεί στην πολιτική με εξουσιαστικό τρόπο. Η Εκκλησία δεν μπορεί να προδώσει την ουσία της και την αποστολή της επιβάλλοντας τις απόψεις της ή την παρουσία της. Εξάλλου, ανάμεσα σ’ αυτήν και στην κοσμική-κρατική πολιτική υπάρχει – ή οφείλει να υπάρχει – ριζική διαφορά πεδίου δράσης και μεθόδων εφαρμογής…
Η πολιτική υπόσταση της Εκκλησίας φανερώνεται στη «μαρτυρία» ενός «άλλου», μεταμορφωμένου τρόπου ζωής, ζωντανών ευχαριστιακών κοινοτήτων, όπου κυριαρχεί η εν αγάπη ελευθερία, όπου η «χάρις» υπερβαίνει το «νόμο», όπου οι «πρώτοι» δρουν ως «έσχατοι», όπου στο πρόσωπο των «ελαχίστων αδελφών» βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό. Αυτός ο τρόπος ζωής δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε συστράτευση στο πλευρό των θυμάτων της κοινωνίας και της ιστορίας. Και τότε βέβαια ο λόγος της Εκκλησίας πρέπει να γίνεται «σκληρός» κατεστημένες δομές της αδικίας και της εκμετάλλευσης και διακονούσα τα πρόσωπα και τις ομάδες των αδικημένων και εκμεταλλευομένων. Αυτός είναι ένας «επικίνδυνος» Χριστιανισμός και μια «επικίνδυνη» Εκκλησία – για τις δυνάμεις της αδικίας εννοείται. Και όλα αυτά βέβαια υπό την απαράβατη συνθήκη της «μετάνοιας» (που σημαίνει μεταστροφή του νοός, σύνολης της υπάρξεως), της «καλής αλλοιώσεως», η οποία θα μας προστατέψει από μια έκπτωση στον κοινωνισμό, ακτιβισμό και ηθικισμό.
Η Εκκλησία πρέπει να μεταμορφώνει την πολιτική με το εσχατολογικό της νεύρο. Με την επίγνωση ότι «Κύριος» της ιστορίας είναι ο Χριστός αυτός θα νικήσει, ερχόμενος εν δόξη, το κακό και την αδικία, αλλά εμείς είμαστε τα «χέρια» του στο μεσοδιάστημα αυτό της έντασης. Η Εκκλησία μπορεί να συμβάλει στην «ανάσταση της πολιτικής», αλλά αυτό θα γίνει όταν είναι μια «Εκκλησία του Σταυρού», της θυσίας και της διακονίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: