Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ...

ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΝΤΙΝΟΗΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
Μνημόσυνο

Γενικά μνημόσυνο ονομάζεται η τελετή εκείνη που γίνεται σε μνήμη νεκρών. Συνήθως είναι θρησκευτική και συνοδεύεται με σχετικές δεήσεις προς ανάπαυση της ψυχής των.

Θρησκευτικά μνημόσυνα

Το θρησκευτικό μνημόσυνο έχει δύο μορφές. Είτε ψάλλεται τρισάγιο στον τάφο του νεκρού είτε ψάλλεται επιμνημόσυνη δέηση στην εκκλησία μετά τη λειτουργία (συνήθως αμέσως πριν την απόλυση). Τρισάγιο γίνεται στο τριήμερο ("τριήμερα") και στις εννιά ημέρες ("εννιάμερα") από τον θάνατο του νεκρού, ενώ επιμνημόσυνη δέηση ψάλλεται στο "σαρανταήμερο" ή "στα σαράντα" (δηλαδή στις σαράντα ημέρες), στους τρεις μήνες ("τρίμηνα"), στους έξι μήνες ("εξάμηνα") και στο χρόνο (ετήσιο) από τον θάνατο καθώς και στα τρία χρόνια από την κηδεία όπου γίνεται και η εκταφή.

Μετά το πέρας της τελετής του μνημοσύνου ακολουθεί το μοίρασμα κολλύβων στους συμμετέχοντες (όπως και στην κηδεία). Τα κόλλυβα ή "στερνά" είναι ένα γλύκισμα με κύρια συστατικά βρασμένο σιτάρι, σταφίδες και άλλα "ηδύσματα" καθώς και ζάχαρη. Αυτά λέγονται και "συγχώρια" επειδή καθένας που λαμβάνει για να φάει εύχεται τη συγχώρεση του νεκρού από τον Θεό με τη φράση "Θεός συγχωρέστον" ή "Θεός συγχωρέστω". Κόλλυβα δε μοιράζονται στο τρισάγιο.

Ψυχοσάββατο

Στον εβδομαδιαίο λειτουργικό κύκλο, η προσευχή της Εκκλησίας κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένη στους κεκοιμημένους, σε ανάμνηση της εις Άδη καθόδου του Χριστού κατά το Μ. Σάββατο.

Ψυχοσάββατο όμως θεωρείται κυρίως το Σάββατο πριν την Κυριακή των Απόκρεω και το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής, οπότε και τελούνται επίσημα μνημόσυνα της Εκκλησίας υπέρ των κεκοιμημένων "των επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, [...] ευσεβώς ορθοδόξων, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομόναχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων, προπάππων, γονέων, συζύγων, τέκνων, αδελφών και συγγενών ημών εκ των απ' αρχής και μέχρι των εσχάτων".

Η καθιέρωση του Ψυχοσάββατου είναι μια υπόμνηση ότι το σώμα θα αναστηθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, για να ενωθεί με την αθάνατη ψυχή σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το Ψυχοσάββατο στη Λαογραφία

Στη γιορτή των Αγ. Θεοδώρων τιμούνται μαζί, οι μεγαλομάρτυρες ΄΄Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων΄΄ του 3ου αιώνα και Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης του 4ου αιώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θεόδωρος ο Τήρων που ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν στρατιώτης επί Διοκλητιανού στο τάγμα των Τηρώνων (νεοσύλλεκτων), κατά τη διάρκεια λιμού στην περιοχή των Ευχαΐτων της Γαλατίας, έθρεψε τον πληθυσμό μιας πόλης με κόλλυβα. Από τότε καθιερώθηκε να προσφέρονται στους ναούς, το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών (και Ψυχοσάββατο), κόλλυβα.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η καθιέρωση των κόλλυβων συνδέεται με ένα θαύμα που έκανε ο άγιος Θεόδωρος ο Τήρων επί του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου, που ήταν αντίθετος στη νηστεία των χριστιανών. Ο αυτοκράτορας, διέταξε τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, όταν πλησίαζε η πρώτη εβδομάδα των νηστειών, να εξαφανίσουν από την αγορά κάθε είδους τρόφιμα και να αφήσουν μόνο τα ειδωλόθυτα, ώστε να αναγκαστούν οι χριστιανοί να φάνε από αυτά που προέρχονταν από τις θυσίες. Τότε ο άγιος Θεόδωρος παρουσιάστηκε ως οπτασία στον πατριάρχη Ευδόξιο και του φανέρωσε το σχέδιο του Ιουλιανού, υποδεικνύοντας του συγχρόνως να χρησιμοποιήσουν οι χριστιανοί, αντί για άλλη τροφή, κόλλυβα.

Προέλευση

Τα μνημόσυνα είναι πανάρχαιο έθιμο. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως με δεήσεις, θυσίες και προσφορές ήταν δυνατόν να πετύχουν την συγνώμη των Θεών για τα αμαρτήματα των νεκρών (Ιλιάδα Ι 497). Υπήρχαν μάλιστα και ιερείς αγύρτες που επισκέπτονταν τις οικίες των πλουσίων, ισχυριζόμενοι πως είχαν από τους θεούς την εξουσία να συγχωρούν τις αμαρτίες "ζώντων και νεκρών" με κατάλληλες γι΄ αυτές ιεροτελεστίες και θυσίες (Πλάτων "Πολιτείαι" Β' 364).

Οι αρχαίοι έλληνες τελούσαν μνημόσυνο την 3η, την 9η και την 30ή από της ημέρας θανάτου, καλούμενο το τελευταίο "τριακάς" όπου γινόταν και νεκρόδειπνο, καθώς και κατ' έτος κατά την επέτειο των γενεθλίων του αποθανόντος. Στο Άργος το πρώτο μνημόσυνο γινόταν υπέρ του νεκρού προς τιμή όμως του Απόλλωνα, το δε της 30ης προς τιμή του Ερμή. Γενικά σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο τελούνταν μνημόσυνα καλούμενα "Νεκύσια" με προσφορές οίνου, ελαίου, αρωμάτων και με θυσία κόκορα ή κότας, χρώματος όμως κατά κανόνα μαύρου.

Σε αντίθεση με τους αρχαίους Έλληνες οι Εβραίοι φαίνεται πως δεν τηρούσαν παρόμοιο έθιμο. Στη Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται μόνο μια φορά παρόμοιο γεγονός στο Β' Μακκαβαίων (12, 43) όταν ο Ιούδας φέρεται πως έστειλε από λάφυρα πολέμου το χρηματικό ποσό των περίπου 2.000 δραχμών στο ναό της Ιερουσαλήμ για τέλεση μνημοσύνου "θυσίας" για τα αμαρτήματα των νεκρών Εβραίων που σκοτώθηκαν σε μάχη επειδή προς στιγμή είχαν παραπλανηθεί στην ειδωλολατρεία που γι΄ αυτόν τον λόγο και σκοτώθηκαν!.

Περί των μνημοσύνων των πρώτων χριστιανών έχουν αναφέρει οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Αυγουστίνος, Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος Νύσσης κ.ά.

Από τους Βυζαντινούς χρόνους η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί κατά παράδοση τέλεση μνημοσύνων υπέρ αναπαύσεως των νεκρών κατά τη 3η ημέρα από του θανάτου (που σχετίζεται με την Ανάσταση), την 9η, την 40η (που σχετίζεται με την Ανάληψη), στη συμπλήρωση 3 μηνών, 6 μηνών και έτους. Μετά τη συμπλήρωση έτους τελούνται μνημόσυνα υπέρ όλων των νεκρών της οικογένειας, Βασιλέων και λαϊκών κατά τον εσπερινό της Παρασκευής των Απόκρεων ενώ την Παρασκευή της Τυροφάγου μόνο για τους κληρικούς, καθώς επίσης (και για όλους) το Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων (α' Σάββατο Νηστειών), το Σάββατο του Λαζάρου ως και στον εσπερινό της Παρασκευής της προηγουμένης του Ψυχοσαββάτου της Πεντηκοστής (κοινώς του Ρουσαλιού).

Ειδικότερα η Εκκλησία της Ελλάδος καθόρισε επιπλέον τη Γ' Κυριακή των Νηστειών (ή Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως) ετήσιο μνημόσυνο των "υπέρ πίστεως και Πατρίδος αγωνισαμένων και πεσόντων...". Παλαιότερα είχε επίσης καθορισθεί και η 29η Αυγούστου ετήσιο μνημόσυνο για τους πεσόντες εναντίον των συμμοριτών.
Εκκλησιαστικό δίκαιο

Σύμφωνα με τους κανόνες της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας μνημόσυνα τελούνται από αρχιερείς (αρχιερατικά) και ιερείς μόνο υπέρ νεκρών Ορθοδόξων Χριστιανών. Απαγορεύονται ρητά σε αφορεσμένους, αιρετικούς, όσοι αυτοκτόνησαν και μονομάχους εκτός κι αν μετανόησαν ειλικρινά πριν επέλθει το τέλος ή αποδειχθεί για όσους αυτοκτόνησαν ότι ενήργησαν με όχι "πλήρεις τας φρένας".

Βιβλιογραφία
• "Εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ηλίου" τ.13
• "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" Δρανδάκη.
• Β. Στεφανίδου, "Εκκλησιαστική Ιστορία απ' αρχής μέχρι σήμερον". Αθήναι 1948

ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ ΟΦΕΛΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ Η ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ;

Η τέ­λε­ση των μνη­μο­σύ­νων για τους κε­κοι­μη­μέ­νους προ­σφέ­ρει με­γά­λη ω­φέ­λεια και προς τους ε­πι­ζών­τας. Η συ­νε­χής μνή­μη θα­νά­του, η καλ­λι­έρ­γεια της α­δι­ά­λει­πτης προ­σευ­χής υ­πέρ των κε­κοι­μη­μέ­νων α­πο­τε­λεί για μας έ­να κα­λό ξε­κί­νη­μα στον πνευ­μα­τι­κό μας α­γώ­να. Η μνή­μη θα­νά­του που προ­κύ­πτει έ­στω και με τον αιφ­νί­διο θά­να­το προ­σφι­λών μας προ­σώ­πων, α­πο­τε­λεί θα λέ­γα­με κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ευ­και­ρί­α για να ε­πι­στρέ­ψου­με προς τον Θε­ό και την Α­γί­α T­ου Εκ­κλη­σί­α με την α­λη­θι­νή με­τά­νοι­α.

Η α­πα­σχό­λη­ση των πι­στών με τα μνη­μό­συ­να μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως έ­να κα­λό ερ­γό­χει­ρο που κα­τερ­γά­ζε­ται με την προ­σε­κτι­κή με­λέ­τη του τη σω­τη­ρί­α μας. Για το λό­γο αυ­τό πι­στεύ­ου­με ό­τι η ε­πι­στρο­φή της κα­λής συ­νή­θειας της πα­ρα­σκευ­ής των κολ­λύ­βων των κε­κοι­μη­μέ­νων μας, δεν συ­νι­στά μό­νο ε­πι­στρο­φή στις ρί­ζες και τις πα­ρα­δό­σεις μας, αλ­λά εί­ναι και πρά­ξη που βο­η­θά την ί­δια την ψυ­χή μας. Ε­πί­σης εί­ναι α­λή­θεια ό­τι στη χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­σή μας εν­το­πί­ζου­με ε­κτός της νε­κρω­σί­μου ευ­χής της πο­λύ γνω­στής και πο­λύ πα­λαι­άς «ο Θε­ός των πνευ­μά­των…» και την ευ­χή εις πεν­θούν­τας: « Κύ­ρι­ε των δυ­νά­με­ων η πα­ρη­γο­ριά των θλι­βο­μέ­νων και η πα­ρά­κλη­ση των πεν­θούν­των και η βο­ή­θεια ό­λων αυ­τών που έ­χουν χά­σει το θάρ­ρος τους, τους συ­νε­χο­μέ­νους α­πό το πέν­θος του κε­κοι­μη­μέ­νου, πα­ρη­γό­ρη­σε με τη δι­κή σου ευ­σπλα­χνί­α και θε­ρά­πευ­σε κά­θε πό­νο που υ­πάρ­χει μέ­σα βα­θειά στην καρ­διά τους κι α­νά­παυ­σε το δού­λο σου που έ­χει κοι­μη­θεί με την ελ­πί­δα της α­να­στά­σε­ως και της αι­ω­νί­ου ζω­ής, στον κόλ­πο του Α­βρα­άμ. Συ εί­σαι η α­νά­στα­σις και ζω­ή κι η α­νά­παυ­ση…­».

Η ευ­χή αυ­τή σ’­ο­λό­κλη­ρη την χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­σή μας α­κο­λου­θεί την πρώ­τη ευ­χή. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι η Εκ­κλη­σί­α μας ε­φρόν­τι­ζε και φρον­τί­ζει ό­χι μό­νο για τους κε­κοι­μη­μέ­νους, αλ­λά και για τα ζων­τα­νά μέ­λη της που έ­χουν α­νάγ­κη πα­ρα­μυ­θί­ας και πα­ρα­κλή­σε­ως μπρο­στά στο μυ­στή­ριο του θα­νά­του. Η α­νά­γνω­ση αυ­τής της ευ­χής πρέ­πει και ε­πι­βάλ­λε­ται να ξα­ναμ­πεί σε χρή­ση στο Ευ­χο­λό­γιό μας και ό­χι μό­νο κα­τά την α­κο­λου­θί­α του μνη­μο­σύ­νου, αλ­λά και κα­τά την ε­ξό­διο νε­κρώ­σι­μο α­κο­λου­θί­α . Μί­α θέ­ση που της α­νή­κει, και που θα δώ­σει με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά στους συγ­γε­νείς των κε­κοι­μη­μέ­νων που πε­ρι­μέ­νουν κι αυ­τοί με τό­ση λα­χτά­ρα να α­κού­σουν λό­γους πα­ρα­μυ­θί­ας α­πό τα στό­μα­τα των κλη­ρι­κών που τε­λούν τις νε­κρώ­σι­μες ε­πι­μνη­μό­συ­νες δε­ή­σεις και α­κο­λου­θί­ες.

Ε­κτός αυ­τών τα μνη­μό­συ­να ω­φε­λούν τους ζων­τα­νούς, δι­ό­τι « α­να­πτύσ­σε­ται η α­γά­πη με­τα­ξύ των ζών­των και τε­θνε­ώ­των». Η ω­φέ­λεια συν­δέ­ε­ται ά­με­σα με τη χρι­στι­α­νι­κή α­ρε­τή . Ε­νι­σχύ­ε­ται η πί­στις στην πέ­ραν του τά­φου ζω­ή. Ε­νι­σχύ­ε­ται η ελ­πί­δα στο έ­λε­ος του Θε­ού. Δι­α­κη­ρύσ­σε­ται η δια­ρκής πα­ρου­σί­α του Χρι­στού στον κό­σμο. Δι­δά­σκε­ται ό­τι ο άν­θρω­πος εί­ναι ου­ρα­νο­πο­λί­της. Με­τα­βαί­νει α­πό τη στρα­τευ­ο­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α της γης, στη Θρι­αμ­βεύ­ου­σα Εκ­κλη­σί­α του ου­ρα­νού. Ο Χρι­στός ει­σα­κού­ει τις δε­ή­σεις ό­λων και λυ­γί­ζει μπρο­στά στις πρε­σβεί­ες της Θε­ο­τό­κου και των Α­γί­ων.

Η ελ­πί­δα της σω­τη­ρί­ας των χρι­στια­νών δεν χά­νε­ται με­τά το θά­να­το. Ε­πει­δή ει­σα­κού­ει ο φι­λάν­θρω­πος Θε­ός τις δε­ή­σεις της Εκ­κλη­σί­ας μας , πα­ρέ­χε­ται συγ­χώ­ρε­ση των α­μαρ­τη­μά­των σ’ αυ­τούς χά­ρη των ο­ποί­ων τε­λούν­ται τα μνη­μό­συ­να. Η ο­ρι­στι­κή α­πό­φα­σις του Θε­ού για τη μέλ­λου­σα α­μοι­βή ή τι­μω­ρί­α δεν εκ­δό­θη­κε α­κό­μη. Αυ­τή ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται για τη Δευ­τέ­ρα κι Φρι­κτή Πα­ρου­σί­α. Μέ­χρι τό­τε η Εκ­κλη­σί­α μπο­ρεί να α­να­πέμ­πει δε­ή­σεις και ι­κε­σί­ες για τα μέ­λη της. Ό­πως στη στρα­τευ­ο­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α αυ­τοί που βρί­σκον­ται σε εκ­κλη­σι­α­στι­κή τι­μω­ρί­α για τις α­μαρ­τί­ες που δι­έ­πρα­ξαν, στε­ρούν­ται τα θεί­α μυ­στή­ρια, έ­τσι και στη θρι­αμ­βεύ­ου­σα, αυ­τοί που πέ­θα­ναν με τις α­μαρ­τί­ες που δι­έ­πρα­ξαν εί­ναι μα­κριά α­πό τους α­γί­ους και τους δι­καί­ους. Με τις δε­ή­σεις και ι­κε­σί­ες υ­πέρ των κε­κοι­μη­μέ­νων α­να­πτύσ­σε­ται η φι­λα­δελ­φεί­α. Α­να­κου­φί­ζον­ται οι ζών­τες και θλι­βό­με­νοι για τον θά­να­το του προ­σφι­λούς των προ­σώ­που. Και τού­το , δι­ό­τι ο θά­να­τος εί­ναι πι­κρός, δη­μι­ουρ­γεί θλί­ψη α­φό­ρη­τη. Χω­ρί­ζει α­πό­το­μα τους προ­σφι­λείς. Η προ­σευ­χή και το μνη­μό­συ­νο εί­ναι ο μό­νος τρό­πος ε­πι­κοι­νω­νί­ας μα­ζί με τα προ­σφι­λή μας πρό­σω­πα που ε­ξε­δή­μη­σαν α­πό τον πα­ρόν­τα κό­σμο.

Έ­τσι εν­θυ­μού­με­θα τη μα­ται­ό­τη­τα του κό­σμου και των πραγ­μά­των αυ­τού. Αυ­τό δε συ­νι­στά πα­ρα­κί­νη­ση προς την ε­νά­ρε­τη πο­λι­τεί­α. Εν­θάρ­ρυν­ση για ευ­ερ­γε­σί­ες και α­γα­θο­ερ­γί­ες. Γι’ αυ­τό και το­νί­ζει ο ι­ε­ρός Δα­μα­σκη­νός, «Ο Θε­ός θέ­λει ώ­στε ό έ­νας με τον άλ­λο ό­λοι να ευ­ερ­γε­τού­με­θα και ζών­τες και με­τά θά­να­τον», α­φού προ­σφέ­ρου­με «Χρι­στόν σφα­γι­α­σμέ­νον ζη­τών­τας συγ­χώ­ρε­ση α­πό το φι­λάν­θρω­πο Θε­ό και για τα δι­κά μας αμαρτήματα αλλά και «υπέρ αυτών» των κεκοιμημένων»...".

Απόσπασμα εκ του βιβλίου «Τα ιερά μνημόσυνα», του Πρωτ. Θεμιστοκλή Χριστοδούλου.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΩΡΑΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ
Πριν γίνει ο προφήτης Δαβίδ βασιλιάς του Ισραήλ υπηρετούσε τον βασιλιά Σαούλ. Ο Σαούλ, επειδή γνώριζε ότι ο Δαβίδ θα πάρει το θρόνο, τον καταδίωκε, προσπαθώντας να τον θανατώσει. Μια φορά όταν η ζωή του κινδύνευε, ο προφήτης Δαβίδ είπε σ' αυτούς που ήταν τότε μαζί του· «Ένα βήμα με χωρίζει από τον θάνατο» (Α' Βασ. 20, 3).
Θυμήθηκα τώρα αυτά τα λόγια γιατί πριν μία εβδομάδα έπρεπε να τα πω και εγώ. Ένα μόνο βήμα με χώριζε από το θάνατο. Για ένα διάστημα ήμουν σχεδόν πεθαμένος, σχεδόν καθόλου δεν είχα σφυγμό και η καρδιά μου παρά λίγο να σταματήσει να χτυπά. Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε. Και τώρα ακόμα είμαι αδύναμος και μόνο καθισμένος μπορώ να μιλάω με σας.
Θέλω να σας πω κάτι πολύ σημαντικό, θέλω να σας πω για την μνήμη του θανάτου, διότι ο θάνατος βρίσκεται πολύ κοντά στον καθένα μας, όπως ήταν τόσο κοντά σε μένα το προηγούμενο Σάββατο. Ο καθένας από μας μπορεί να πεθάνει ξαφνικά, τότε που δεν περιμένει. Γνωρίζετε ότι η ζωή πολλών ανθρώπων τελειώνει ξαφνικά και απρόοπτα.
Να θυμάστε πάντα, χαράξτε στην καρδιά σας τον λόγο αυτό του Χριστού· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λκ. 12, 35). Να θυμάστε πάντα τον λόγο αυτό και ποτέ να μην τον λησμονήσετε. Όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να περπατήσουν ένα μακρύ δρόμο ή να κάνουν μία δύσκολη εργασία δένουν στη μέση τους το ζωνάρι. Και όταν περπατάνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας έχουν μαζί τους λυχνάρια και είναι σημαντικό γι' αυτούς τα λυχνάρια αυτά να είναι πάντα αναμμένα.
Το ίδιο και στην πνευματική μας ζωή, η μέση μας πρέπει να είναι ζωσμένη και τα λυχνάρια μας αναμμένα. Πρέπει να είμαστε ακούραστοι εργάτες του Θεού και να αγωνιζόμαστε πάντα κατά του διαβόλου, ο οποίος σε κάθε μας βήμα προσπαθεί να μας αποτρέψει από τον Χριστό και να μας θανατώσει με τους πειρασμούς. Γι' αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας έδωσε αυτή την εντολή· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι».
Ποτέ να μην λησμονείτε ότι η επίγεια ζωή μάς δόθηκε για να προετοιμαστούμε για την ζωή την αιώνια και η τύχη μας στην αιώνια ζωή θα κριθεί απ’ αυτό, πώς ζήσαμε εδώ.
Να είστε πιστοί στον Χριστό, πιστοί με τον τρόπο που ο ίδιος έδειξε στην Αποκάλυψη του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου. Εκεί Αυτός λέει· «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Απ. 2, 10).

Πρέπει να είμαστε πιστοί στον Θεό, πρέπει ακούραστα κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή να υπηρετούμε τον Θεό. Η ζωή μας είναι σύντομη, δεν μπορούμε να σπαταλάμε άσκοπα αυτές τις λίγες ώρες και ημέρες της ζωής μας, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε την ώρα του θανάτου.
Όλοι οι άγιοι ασκητές είχαν πάντα στο νου τους την μνήμη του θανάτου. Μέσα στα κελλιά τους είχαν κρανίο για να το βλέπουν και να θυμούνται το θάνατο. Με δάκρυα το κοιτούσαν, σκεφτόμενοι ότι και αυτοί θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Υπηρετούσαν ακούραστα τον Θεό και δούλευαν εις τον Κύριον, όπως το έκανε ο όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Εκείνοι, όπως και εσείς, άκουγαν κάθε μέρα στον εσπερινό τα λόγια του 33ου ψαλμού· «Θάνατος αμαρτωλών πονηρός» (Ψαλ. 33, 22). Όπως και εσείς, άκουγαν και αυτοί· «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των όσιων αυτού» (Ψαλ. 115, 6). Φοβερό θάνατο έχουν οι αμαρτωλοί. Και έχω δει πολλά παραδείγματα. Όμως ένα γεγονός που έχω δει πρίν 40 χρόνια τόσο βαθιά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Ήμουν τότε επαρχιακός γιατρός και με κάλεσαν στο σπίτι ενός πολύ γνωστού σ' εκείνη την περιοχή πλούσιου γαιοκτήμονα, που ήταν άνθρωπος πολύ κακός. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι του μού έκανε εντύπωση η ακαταστασία που υπήρχε εκεί. Άνθρωποι έτρεχαν από δω και από κει. Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας γέρος με πρόσωπο κατακόκκινο που μόλις με είδε άρχισε κυριολεκτικά να ουρλιάζει. Έλεγε· «Γιατρέ, παρακαλώ, σώσε με! Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω».
Πού ήταν πριν εκείνος ο άνθρωπος, τι σκεφτόταν όταν ταλαιπωρούσε τους άλλους; Τι σκεφτόταν όταν τους έπαιρνε όλα τους τα χρήματα; Τώρα ο θάνατος ήλθε, είναι εδώ και είναι αργά πλέον να λες· «Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω». Θα έπρεπε η ζωή σου να ήταν τέτοια ώστε να μην φοβάσαι τον θάνατο.
Ποιος δεν φοβάται τον θάνατο; Μόνο αυτός που ακολουθεί τον Χριστό, που όλη την ζωή του κατευθύνει με σκοπό να τελεί τις εντολές του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν φοβούνται τον θάνατο. Γνωρίζουν την υπόσχεση που έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους μακαρισμούς· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Μτ. 5, 12).
Τελείως διαφορετικός ήταν ο θάνατος των αγίων. Ο άγιος Σεραφείμ πέθανε γονατισμένος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στην οποία προσευχόταν πάντα. Έτσι στεκόμενος στα γόνατά του κοιμήθηκε και ήταν τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του.
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας λέει· «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιω. 12, 35). Ακόμα έχετε το φως του Χριστού, ακόμα έχετε την δυνατότητα να πηγαίνετε στο ναό, να ακούτε τις εντολές, να ακούτε το Ευαγγέλιο. Να περπατάτε μέσα σ' αυτό το φως. Γιατί, όταν έλθει ο θάνατος, το φως αυτό θα σβήσει για σας. Πέραν του τάφου δεν υπάρχει μετάνοια και θα πάρετε ανταπόδοση σύμφωνη με όσα έχετε κάνει στη ζωή σας.
Περπατάτε λοιπόν στο φως όσο έχετε το φως, για να μην σας καταλάβει το σκοτάδι, το σκοτάδι το αιώνιο, το σκοτάδι του θανάτου. Ο θείος απόστολος Παύλος λέει· «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ. 6, 2). Τώρα, όσο ζούμε, είναι για μας καιρός ευπρόσδεκτος, καιρός σωτηρίας. Τώρα πρέπει να σκεφτόμαστε την σωτηρία μας και να προετοιμαζόμαστε για την αιώνια ζωή. Αυτό κάνουν όλοι οι χριστιανοί, όλοι όσοι αγαπάνε τον Χριστό.
Πριν 70 χρόνια ζούσε στην Αγία Πετρούπολη ένας γιατρός που λεγόταν Γαάζ. Αυτός υπηρετούσε στις φυλακές και είχε καρδιά αγαθή, καρδιά γεμάτη ευσπλαχνία και αγάπη για τους ανθρώπους. Από την θέση του, του γιατρού των φυλακών, προσπαθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους δυστυχισμένους ανθρώπους που κρατιούνταν εκεί. Έβλεπε πως έστελναν στα κάτεργα αλυσοδέσμιους κατάδικους, γνώριζε ότι θα περπατήσουν με τα πόδια χιλιάδες βέρστια μέχρι να φτάσουν στην Σιβηρία και η καρδιά του έσφιγγε από τον πόνο. Για να αισθανθεί τον πόνο τους μια φορά φόρεσε στα πόδια του αλυσίδες και περπατούσε μ' αυτές ώρες στην αυλή του σπιτιού του. Όταν βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, ο άγιος αυτός άνθρωπος και γιατρός, είπε στους συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους τα εξής θαυμαστά λόγια, τα οποία πρέπει να τα βάλουμε καλά στο νου μας· «Να βιάζεστε να κάνετε καλό για τους άλλους». Να βιάζεστε γιατί ο θάνατος όλους μάς περιμένει. Να μην είστε επιπόλαιοι, να είστε πιστοί μέχρι θανάτου και θα σας δώσει ο Θεός το στέφανο της ζωής.
Ο προφήτης Ησαΐας είπε ένα λόγο, τον οποίο επίσης πρέπει καλά να θυμόμαστε και που πρέπει βαθιά να αποτυπωθεί στην καρδιά μας· «Έκστητε, λυπήθητε, αι πεποιθυΐαι, εκδύσασθε, γυμναί γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας» (Ησ. 32, 11).
Τρέμετε ανέγνοιαστες, να έχετε την μνήμη του θανάτου, να σκέφτεστε πάντα την ώρα όταν θ' αφήσετε αυτή την ζωή και ποτέ να μην το ξεχνάτε. Και για να μην το ξεχνάμε, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό του Χριστού και να μην φοβόμαστε τον θάνατο, χρειαζόμαστε βοήθεια από τον Παντοδύναμο Θεό. Χωρίς αυτή την βοήθεια δεν θα νικήσουμε τους πειρασμούς του διαβόλου, γι' αυτό πρέπει να ζητάμε να μάς στείλει ο Θεός την χάρη του. Κύριε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς, Κύριε, βοήθησε μας!
Πρέπει να Τον ικετεύουμε έτσι όπως Τον ικέτευε η γυναίκα η ειδωλολάτρισσα, για την οποία ακούσατε σήμερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτή ήταν Χαναναία και όταν είδε τον Χριστό με τους μαθητές του άρχισε να φωνάζει δυνατά και να Τον ικετεύει· «Ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυΐδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται» (Μτ. 15, 22). Αλλά ο Κύριος δεν της έδινε σημασία και συνέχιζε σιωπηλά το δρόμο του. Η γυναίκα συνέχιζε να Τον ικετεύει, όμως Εκείνος δεν απαντούσε. Στο τέλος οι μαθητές του Τού είπαν· «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Μτ. 15, 23). Και ο Κύριος απάντησε· «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Μτ. 15, 24). Η γυναίκα όμως συνέχιζε να Τον ικετεύει. Τι της είπε τότε ο Κύριος; «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Μτ. 15, 26). Και άκουσε μία απάντηση καταπληκτική για την ταπείνωση και την πραότητα" «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών» (Μτ. 15, 27), - δώσε μου, Κύριε, ένα ψίχουλο από το έλεός σου. Σταμάτησε ο Κύριος, όταν το άκουσε, και της είπε· «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις, και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Μτ. 15, 28).
Πολλοί από μάς έχουν ζωή που δεν αρμόζει στους χριστιανούς. Πολλοί είναι βεβαρημένοι με διάφορες αμαρτίες, πολλοί έχουν ξεχάσει τον λόγο του Θεού· «Το κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α' Κορ. 15, 56). Ο θάνατος πληγώνει αυτόν που είναι δούλος της αμαρτίας. Τότε, αν είμαστε τόσο αδύναμοι, αν το ένδυμα της ψυχής μας είναι όλο μαύρο από τις αμαρτίες μας, δεν είμαστε και εμείς σαν τα σκυλιά, δεν πρέπει και εμείς να κράζουμε προς τον Θεό, όπως έκραζε εκείνη η Χαναναία γυναίκα; «Κύριε, είμαι σαν το σκυλί, αλλά ελέησόν με!»
«Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». Αμήν.

Πηγή: ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ.