Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Η ΤΕΧΝΗ Ν' ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΣΤΕ

ΟΣΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ 

Εκείνο που πρέπει να επιζητούμε, όταν βρισκόμαστε μέσα στη θύελλα των θλίψεων, δεν είναι η συναισθηματική νάρκωση, ούτε κάποια μέθοδος που θα μας κάνει αναίσθητους, αλλά η τέχνη ν’ αποδεχόμαστε και να υπομένουμε μ’ ευγνωμοσύνη κάθε λύπη.

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Η Φιλοπτωχεία


Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει κανείς την υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές και να της δώσει το πρωτείο και το βραβείο, όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο να βρει μέσα σ’ ένα ολάνθιστο και μοσχοβόλο λιβάδι το πιο ωραίο κι ευωδιαστό λουλούδι, καθώς πότε το ένα και πότε το άλλο του τραβάει την προσοχή και τον προκαλεί να το κόψει πρώτο.
            Έτσι, λοιπόν, σκέφτομαι ότι καλές αρετές είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Και μάρτυρας για την πίστη είναι ο Αβραάμ, που δικαιώθηκε από την πίστη του· μάρτυρες για την ελπίδα είναι ο Ενώς, που πρώτος στήριξε την ελπίδα του στην επίκληση του Κυρίου, και όλοι οι δίκαιοι, που κακοπαθούν με την ελπίδα της σωτηρίας· μάρτυρες για την αγάπη, τέλος, είναι ο απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να εύχεται τη δική του απώλεια για χάρη των αδελφών του Ισραηλιτών, και ο ίδιος ο Θεός, που ονομάζεται αγάπη (Α’ Ιω. 4:8).

            Καλή είναι η φιλοξενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι από τους δικαίους ο Λωτ, ο Σοδομίτης στη διαμονή μα όχι Σοδομίτης στη διαγωγή, και από τους αμαρτωλούς η Ραάβ, η πόρνη στο σώμα μα όχι πόρνη στην προαίρεση, που επαινέθηκε και σώθηκε για τη φιλοξενία (Ιησ. Ναυή 2:1-21).

            Καλή είναι η μακροθυμία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο Χριστός, που δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τις λεγεώνες των αγγέλων Του εναντίον των βασανιστών Του και όχι μόνο μάλωσε τον Πέτρο, όταν τράβηξε το μαχαίρι του, μα και το αυτί, που είχε κόψει εκείνος, το έβαλε πάλι στη θέση του. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο Στέφανος, ο μαθητής του Χριστού, που προσευχόταν για κείνους που τον λιθοβολούσαν.

            Καλή είναι η πραότητα. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι ο Μωυσής και ο Δαβίδ, που πάνω απ’ όλα ως πράοι μαρτυρήθηκαν απ’ τη Γραφή, καθώς και ο Διδάσκαλός τους, ο θεάνθρωπος Ιησούς, που ούτε φιλονικούσε ούτε κραύγαζε, ούτε ξεφώνιζε στις πλατείες ούτε αντιστεκόταν σ’ εκείνους που Τον είχαν συλλάβει.

            Καλές είναι η προσευχή και η αγρυπνία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο Κύριος, που πριν το πάθος Του αγρυπνούσε και προσευχόταν.

            Καλές είναι η αγνεία και η παρθενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Παύλος, που τις θεσμοθέτησε, βραβεύοντας δίκαια και το γάμο και την αγαμία, όσο και ο ίδιος ο Ιησούς, που γεννήθηκε από Παρθένο, για να τιμήσει τη γέννηση μα να προτιμήσει την παρθενία.

            Καλή είναι η ταπεινοφροσύνη. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι πολλοί, με κυριότερο πάλι το Σωτήρα και Κύριο των όλων, που ταπεινώθηκε, όχι μόνο παίρνοντας μορφή δούλου, παραδίνοντας το πρόσωπό Του στην ντροπή  και στα φτυσίματα και συναριθμώντας τον εαυτό Του με τους παρανόμους. Εκείνος, που καθαρίζει τον κόσμο από την αμαρτία, αλλά και πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του σαν υπηρέτης.

            Καλή είναι η ακτημοσύνη και η περιφρόνηση των χρημάτων. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Ζακχαίος, που, μόλις μπήκε ο Χριστός στο σπίτι του, μοίρασε σχεδόν όλα τα υπάρχοντά του, όσο και πάλι ο ίδιος ο Κύριος, που, μιλώντας στον πλούσιο εκείνο νέο, περιόρισε την τελειότητα σ’ αυτό ακριβώς το πράγμα (Ματθ. 19:21).

            Κοντολογίς, καλή είναι η θεωρία, καλή είναι και η πράξη· η θεωρία γιατί μας ανυψώνει από τα γήινα, μας οδηγεί στα άγια των αγίων και επαναφέρει το νου στην αρχική φυσική του κατάσταση, και η πράξη γιατί υποδέχεται το Χριστό, Τον υπηρετεί και αποδεικνύει με τα έργα την αγάπη.

            Κάθε αρετή είναι κι ένας δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία, σε κάποιον απ’ τους αιώνιους και μακάριους τόπους. Γιατί, όπως υπάρχουν πολλοί τρόποι ζωής έτσι υπάρχουν και πολλοί τόποι κοντά στο Θεό, που χωρίζονται και μοιράζονται ανάλογα με την αξία του καθενός. Και άλλος ας ασκήσει τη μία αρετή, άλλος την άλλη, άλλος πολλές μαζί και άλλος όλες, αν βέβαια τούτο είναι δυνατό. Φτάνει μόνο να προχωράει κανείς και να επιδιώκει το ανώτερο, ακολουθώντας βήμα-βήμα Εκείνον που τον οδηγεί καλά και τον κατευθύνει και τον βάζει, μεσ’ από την στενή οδό και πύλη, στην απέραντη ουράνια μακαριότητα.

            Και αν ο Παύλος, που ακολουθεί κι αυτός το Χριστό, θεωρεί την αγάπη ως την πρώτη και μεγαλύτερη εντολή, ως τη σύνοψη του νόμου και των προφητών, το καλύτερο μέρος της θεωρώ πως είναι η αγάπη στους φτωχούς και, γενικότερα, η ευσπλαχνία και η συμπάθεια στους συνανθρώπους. Γιατί τίποτ’ άλλο δεν ευχαριστεί τόσο πολύ το Θεό και τίποτ’ άλλο δεν Του είναι τόσο αγαπητό όσο η ευσπλαχνία. Αυτή, μαζί με την αλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του και αυτή πρέπει να Του προσφερθεί πριν την Κρίση. Μα και σε τίποτ’ άλλο δεν δίνεται ως ανταπόδοση από Εκείνον, που κρίνει με δικαιοσύνη και ζυγίζει με ακρίβεια την ευσπλαχνία, όσο στη φιλανθρωπία η φιλανθρωπία.

            Σ’ όλους, λοιπόν, τους φτωχούς και σ’ εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο κακοπαθούν, οφείλουμε να δείχνουμε ευσπλαχνία, σύμφωνα με την εντολή: «Να μετέχετε στη χαρά όσων χαίρονται και στη λύπη όσων λυπούνται» (Ρωμ. 12:15). Και οφείλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους, ως άνθρωποι κι εμείς, την εκδήλωση της καλοσύνης μας, όταν τη χρειάζονται, χτυπημένοι από κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ή ορφάνια ή ξενητιά ή σκληρά αφεντικά ή άδικους άρχοντες ή άσπλαχνους φοροεισπράκτορες ή φονικούς ληστές ή άπληστους κλέφτες ή δήμευση περιουσίας ή ναυάγιο. Όλοι είναι αξιολύπητοι. Όλοι βλέπουν τα χέρια μας, όπως εμείς βλέπουμε τα χέρια του Θεού.

            Τι θα κάνουμε, λοιπόν, εμείς που έχουμε τιμηθεί με το μεγάλο όνομα ‘’χριστιανοί’’ και αποτελούμε τον διαλεχτό και ξεχωριστό λαό, ο οποίος οφείλει να καταγίνεται σε καλά και σωτήρια έργα; Τι θα κάνουμε εμείς οι μαθητές του πράου και  φιλάνθρωπου Ιησού, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μας, κι έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη θεότητα; Τι θα κάνουμε, έχοντας μπροστά μας ένα τόσο μεγάλο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπάθειας; Θα παραβλέψουμε τους συνανθρώπους μας; Θα τους περιφρονήσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε; Κάθε άλλο, αδελφοί μου. Αυτά δεν ταιριάζουν σ’ εμάς, τους θρεμμένους από το Χριστό, τον καλό ποιμένα, που φέρνει πίσω το πλανεμένο πρόβατο και ψάχνει να βρει το χαμένο και στηρίζει το ασθενικό. Μα δεν ταιριάζουν ούτε στην ανθρώπινη φύση μας, που επιβάλλει τη συμπάθεια, αφού από την ίδια της την αδυναμία έμαθε την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία.

            Γιατί, μολαταύτα, δεν βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, όσο είναι ακόμα καιρός; Γιατί εμείς ζούμε μέσα στην απόλαυση, ενώ οι αδελφοί μας μέσα στη δυστυχία; Ποτέ να μην πλουτίσω, αν αυτοί στερούνται! Ποτέ να μην έχω υγεία, αν δεν βάλω βάλσαμο στις πληγές τους! Ποτέ να μη χορτάσω, ποτέ να μην ντυθώ, ποτέ να μην ησυχάσω μέσα σε σπίτι, αν δεν τους δώσω ψωμί και ρούχα, όσα μπορώ, κι αν δεν τους ξεκουράσω μέσα στο σπίτι μου.

            Ας τ’ αναθέσουμε όλα στο Χριστό, για να τον ακολουθήσουμε αληθινά, σηκώνοντας το σταυρό Του, για ν’ ανεβούμε στον επουράνιο κόσμο ανάλαφρα και άνετα, χωρίς τίποτα να μας τραβάει προς τα κάτω, και για να κερδίσουμε στη θέση όλων αυτών το Χριστό, ανεβασμένοι χάρη στην ταπείνωσή μας και πλουτισμένοι χάρη στη φτώχεια μας. Ή, τουλάχιστον, ας μοιραστούμε με το Χριστό τα υπάρχοντά μας, για ν’ αγιαστούν κάπως με τη σωστή κατοχή τους και την προσφορά μεριδίου τους στους φτωχούς.

            Δεν θα συνέλθουμε, έστω και αργά; Δεν θα νικήσουμε την αναισθησία μας, για να μην πω την τσιγκουνιά μας; Δεν θα σκεφτούμε ως άνθρωποι; Δεν θα βάλουμε νοερά στη θέση των ξένων συμφορών τις πιθανές δικές μας;

            Γιατί, στ’ αλήθεια, τίποτε από τ’ ανθρώπινα δεν είναι βέβαιο, τίποτε δεν είναι σταθερό, τίποτε δεν είναι ανεξάρτητο από άλλους παράγοντες, τίποτε δεν στηρίζεται σε αμετάβλητες προϋποθέσεις. Η ζωή μας γυρίζει σε κύκλο, έναν κύκλο που φέρνει πολλές μεταβολές, συχνά μέσα σε μια μέρα, κάποτε και μέσα σε μιαν ώρα. Πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται κανείς τον άνεμο, που κινείται ακατάπαυστα, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τη γραμμή, που αφήνει πάνω στα νερά ένα ποντοπόρο πλοίο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τ’ απατηλά όνειρα μιας νύχτας, που η απόλαυσή τους κρατάει τόσο λίγο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται όσα χαράζουν τα παιδιά πάνω στην άμμο, όταν παίζουν, παρά την ανθρώπινη ευτυχία.

            Είναι, λοιπόν, συνετοί εκείνοι, που, μην έχοντας εμπιστοσύνη στα τωρινά, φροντίζουν να εξασφαλιστούν για το μέλλον. Επειδή η ανθρώπινη ευημερία είναι άστατη και μεταβλητή, αγαπούν την καλοσύνη, που δεν χάνεται, για να κερδίσουν τουλάχιστο το ένα από τα τρία: ή να μην κάνουν τίποτα το κακό, επειδή η καλοσύνη τους προκαλεί τη συμπάθεια του Θεού, ο οποίος πολλές φορές ευεργετεί στον ουρανό τους ευσεβείς για τις επίγειες αγαθοεργίες τους· ή να έχουν θάρρος ενώπιον του Θεού, επειδή κακοπάθησαν όχι για κάποια κακία, αλλά για κάποιον άλλο σκοπό· ή, τέλος, όντας φιλάνθρωποι, να απαιτούν από το Θεό σαν οφειλόμενη τη φιλανθρωπία, την οποία έδειξαν πρώτα εκείνοι στους φτωχούς, ενεργώντας έξυπνα.

            «Ας μην καυχιέται ο σοφός τη σοφία του, λέει ο Κύριος, μήτε ο δυνατός για τη δύναμή του μήτε ο πλούσιος για τον πλούτο του» (Ιερ. 9:23), έστω κι αν έχουν φτάσει στο ύψιστο σημείο σοφίας, δυνάμεως ή πλούτου. Εγώ, όμως, θα προσθέσω κι εκείνα που ακολουθούν: Ας μην καυχιέται μήτε ο περίβλεπτος για τη δόξα του μήτε ο γερός για την υγεία του μήτε ο όμορφος για την ομορφιά του μήτε ο νέος για τα νιάτα του μήτε, κοντολογίς, άλλος κανένας για οτιδήποτε απ’ όσα παινεύονται στον κόσμο τούτο και προξενούν την υπερηφάνεια. Αλλά, όποιος καυχιέται, μόνο γι’ αυτό ας καυχιέται, για το ότι γνωρίζει και ζητάει το Θεό, υποφέρει μαζί μ’ εκείνους που υποφέρουν και αποθέτει τις ελπίδες του για τα καλά στο μέλλον. Γιατί τα τωρινά αγαθά είναι ρευστά και πρόσκαιρα. Συνεχώς μετακινούνται και πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, όπως η μπάλα στο ποδόσφαιρο. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σίγουρο για τον άνθρωπο που τα κατέχει, από το ότι θα τα χάσει με το χρόνο ή από το φθόνο. Απεναντίας, τα μελλοντικά αγαθά είναι σταθερά και μόνιμα. Ποτέ δεν χάνονται, ποτέ δεν πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, ποτέ δεν διαψεύδουν τις ελπίδες όσων τα εμπιστεύονται.

            «Ποιος είναι σοφός, για να τα καταλάβει αυτά;» (Ωσ. 14:10). Ποιος θ’ αδιαφορήσει για τα εφήμερα και θα προσέξει τα μόνιμα; Ποιος θα συλλογιστεί ότι τα τωρινά θα περάσουν; Ποιος θ’ αναλογιστεί ότι τα αναμενόμενα θα μείνουν; Ποιος θα ξεχωρίσει τα πραγματικά  απ’ τα φαινομενικά, για ν’ ακολουθήσει τα πρώτα και να περιφρονήσει τα δεύτερα; Ποιος θα ξεχωρίσει την επίγεια διαμονή από την επουράνια πολιτεία, την παροικία από την κατοικία, το σκοτάδι από το φως, τη λάσπη του βυθού από τα άγια χώματα, τη σάρκα από το πνεύμα, το Θεό από τον κοσμοκράτορα διάβολο, τη σκιά του θανάτου από την αιώνια ζωή; Ποιος θα εξαγοράσει με τα παρόντα το μέλλον, με τον φθαρτό πλούτο τον άφθαρτο, με τα ορατά τα αόρατα;

            Μακάριος, λοιπόν, είναι εκείνος που τα διακρίνει αυτά, χωρίζει με το μαχαίρι του Λόγου το καλύτερο από το χειρότερο, ανυψώνεται με την καρδιά του, όπως λέει κάπου ο ιερός Δαβίδ (Ψαλμ. 83:6), φεύγει μ’ όλη του τη δύναμη μακριά από την κοιλάδα τούτη της οδύνης, επιδιώκει τα αγαθά που βρίσκονται στον ουρανό, σταυρώνεται για τον κόσμο μαζί με το Χριστό, ανασταίνεται μαζί με το Χριστό, ανεβαίνει στα επουράνια σκηνώματα μαζί με το Χριστό και γίνεται κληρονόμος της αληθινής ζωής, που δεν μεταβάλλεται ποτέ πια.

            Ας ακολουθήσουμε το Λόγο, ας επιδιώξουμε την ουράνια απόλαυση, ας απαλλαγούμε από την επίγεια περιουσία. Ας κρατήσουμε από τα γήινα μόνο όσα είναι καλά, ας σώσουμε τις ψυχές μας με ελεημοσύνες, ας δώσουμε από τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, για να γίνουμε πλούσιοι σε αιώνια αγαθά. Δώσε κάτι και στην ψυχή, όχι στη σάρκα μονάχα. Δώσε κάτι και στο Θεό, όχι στον κόσμο μονάχα. Πάρε κάτι απ’ την κοιλιά και δώσ’ το στο πνεύμα. Πάρε κάτι απ’ τη φωτιά, που κατακαίει τα γήινα, και ξεμάκρυνέ το από τη φλόγα. Άρπαξε κάτι από τον τύραννο κι εμπιστέψου το στον Κύριο. Δώσε λίγο σ’ Εκείνον, που σου έχει προσφέρει το πολύ. Δώσε τα και όλα ακόμα σ’ Εκείνον, που σου τα έχει χαρίσει όλα. Ποτέ δεν θα ξεπεράσεις στη γενναιοδωρία το Θεό, έστω κι αν χαρίσεις όλα σου τα υπάρχοντα, έστω κι αν προσθέσεις σ’ αυτά και τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί και του εαυτού σου η προσφορά στο Θεό ισοδυναμεί με απόκτηση. Όσα κι αν προσφέρεις, εκείνα που μένουν είναι περισσότερα. Και δεν θα δώσεις τίποτα δικό σου, γιατί όλα τα έχεις πάρει από το Θεό.

            Ας μη γίνουμε, αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. Αυτός έκανε τη γη ευρύχωρη για όλα τα χερσαία ζώα, δημιούργησε πηγές, ποτάμια, δάση, αέρα για τα φτερωτά και νερά για τα υδρόβια, και έδωσε σ’ όλα τα όντα άφθονα τα απαραίτητα για τη ζωή τους στοιχεία, χωρίς να τα περιορίζει καμιά εξουσία, χωρίς να τα καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Και αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε κοινά και πλούσια, χωρίς διάκριση ή περικοπή, τιμώντας την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δείχνοντας τον πλούτο της αγαθότητός Του.

            Οι άνθρωποι, όμως, αφότου έβγαλαν από τη γη το χρυσάφι, το ασήμι και τα πολύτιμα πετράδια, αφότου έφτιαξαν ρούχα μαλακά και περιττά και αφότου απέκτησαν άλλα παρόμοια πράγματα, που αποτελούν αιτίες πολέμων και επαναστάσεων και τυραννικών καθεστώτων, κυριεύθηκαν από παράλογη υπεροψία. Έτσι, δεν δείχνουν ευσπλαχνία στους δυστυχισμένους συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με τα περίσσια τους να δώσουν στους άλλους τα αναγκαία. Τι βαναυσότητα! Τι σκληρότητα! Δεν σκέφτονται, αν όχι τίποτ’ άλλο, πως η φτώχεια και ο πλούτος, η ελευθερία και η δουλεία και τ’ άλλα παρόμοια, εμφανίστηκαν στο ανθρώπινο γένος μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, σαν αρρώστιες που εκδηλώνονται μαζί με την κακία και που είναι δικές της επινοήσεις. Αρχικά, όμως, δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, λέει η Γραφή (Ματθ. 19:8), αλλά Εκείνος που έπλασε εξαρχής τον άνθρωπο, τον άφησε ελεύθερο, αυτεξούσιο – συγκρατημένο μόνο από το νόμο της εντολής – και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής. Αυτή την ελευθερία κι αυτόν τον πλούτο θέλησε να χαρίσει – και χάρισε – ο Θεός, μέσω του πρώτου ανθρώπου, και στο υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Ελευθερία και πλούτος ήταν μόνο η τήρηση της εντολής. Φτώχεια αληθινή και δουλεία ήταν η παράβασή της.

            Μετά την παράβαση, λοιπόν, εμφανίστηκαν οι φθόνοι και οι φιλονικίες και η δολερή τυραννία του διαβόλου, που παρασύρει πάντα με τη λαιμαργία της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο τολμηρούς ενάντια στους πιο αδύνατους. Μετά την παράβαση, το ανθρώπινο γένος χωρίστηκε σε διάφορες φυλές με διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατακερμάτισε την ευγένεια  της φύσεως, αφού πήρε και το νόμο βοηθό της.

            Εσύ, όμως, να κοιτάς την αρχική ενότητα και ισότητα, όχι την τελική διαίρεση· όχι το νόμο που επικράτησε, αλλά το νόμο του Δημιουργού. Βοήθησε, όσο μπορείς, τη φύση, τίμησε την πρότερη ελευθερία, δείξε σεβασμό στον εαυτό σου, συγκάλυψε την ατιμία του γένους σου, παραστάσου στην αρρώστια, σύντρεξε στην ανάγκη.

            Παρηγόρησε ο γερός τον άρρωστο, ο πλούσιος τον φτωχό, ο όρθιος τον πεσμένο, ο χαρούμενος τον λυπημένο, ο ευτυχισμένος τον δυστυχισμένο.

            Δώσε κάτι στο Θεό ως δώρο ευχαριστήριο, για το ότι είσαι ένας απ’ αυτούς που μπορούν να ευεργετούν  και όχι απ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να ευεργετούνται, για το ότι δεν περιμένεις εσύ βοήθεια από τα χέρια άλλων, αλλ’ από τα δικά σου χέρια περιμένουν άλλοι βοήθεια.

            Πλούτισε όχι μόνο σε περιουσία, μα και σε ευσέβεια, όχι μόνο σε χρυσάφι, μα και σε αρετή, ή καλύτερα μόνο σε αρετή.

            Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον με την επίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε θεός για τον δυστυχισμένο με τη μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού.

            Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά.

            Δεν έχει μικρότερη αξία, αδελφέ μου, ο άνθρωπος από το ζώο, που, αν χαθεί ή πέσει σε χαντάκι, σε προστάζει ο νόμος να το σηκώσεις και να το περιμαζέψεις (Δευτ. 22:1-4). Πόση ευσπλαχνία, επομένως, οφείλουμε να δείχνουμε στους συνανθρώπους μας, όταν ακόμα και με τ’ άλογα ζώα έχουμε χρέος να είμαστε πονετικοί;

            «Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19:17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που, εκτός από το δάνειο, θα δώσει και τόκους, όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α).

            Ας καθαριστούμε, λοιπόν, με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί και άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. «Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5:7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40:2). Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111:5). Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36:26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει τη ελεημοσύνη σου. «Μην πεις. ‘’Φύγε τώρα και έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια’’» (Παροιμ. 3:28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία. Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου  σ’ εκείνους που δεν έχουν στέγη» (Ησ. 58:7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12:8). Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες.

            Μήπως νομίζεις πως η φιλανθρωπία δεν είναι αναγκαία, αλλά προαιρετική; Μήπως νομίζεις πως δεν αποτελεί νόμο, αλλά συμβουλή και προτροπή; Πολύ θα το ‘θελα κι εγώ έτσι να είναι. Και έτσι το νόμιζα. Μα με φοβίζουν όσα λέει η Γραφή για εκείνους που, την ημέρα της Κρίσεως, ο Δίκαιος Κριτής βάζει στ’ αριστερά Του, σαν κατσίκια, και τους καταδικάζει (Ματθ. 25:31-46). Αυτοί δεν καταδικάζονται γιατί έκλεψαν ή λήστεψαν ή ασέλγησαν ή έκαναν οτιδήποτε άλλο απ’ όσα απαγορεύει ο Θεός, αλλά γιατί δεν έδειξαν φροντίδα για το Χριστό μέσω των δυστυχισμένων ανθρώπων.

            Όσο είναι καιρός, λοιπόν, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα. Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία και επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσου εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριο μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες.

Αμήν.

(Από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.)

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ - π. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΖΑΧΑΡΟΦ

"Δεν φτάνει μόνο να βγαίνει η προσευχή από τα χείλη μας. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να αγαπάμε Εκείνον που επικαλούμαστε. Όμως την αγάπη αυτή δεν μπορούμε να την νοιώσουμε, αν επαναλαμβάνουμε μηχανικά την προσευχή ή έστω αν αυτοσυγκεντρωνόμαστε. Αν δεν αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις να φυλάσσουμε τις εντολές του Κυρίου, τότε επικαλούμαστε το όνομά Του επί ματαίω. Όμως ο Θεός μας λέει ξεκάθαρα ότι δεν πρέπει να προφέρουμε το όνομά Του χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος (Έξ. 20,7). Γι΄αυτό, όταν επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου, πρέπει να έχουμε επίγνωση όχι μόνο της παρουσίας του ζώντος Θεού, αλλά και της αληθινής σοφίας Του. Τώρα, όταν ακούμε να κατηγορούν τον Θεό για όλους τους πολέμους, τις αδικίες και όλα τα προβλήματα που υπάρχουν στον κόσμο, με ερωτήσεις του τύπου "πώς το επέτρεψε αυτό ο Θεός;", και πάλι ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: αντί να σταυρώνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, μαζί με όλες τις αμαρτίες του, ξανασταυρώνει τον Χριστό. Και όμως, χάρη στον πολυεύσπλαχνο Κύριο ο άνθρωπος μπορεί να ελευθερωθεί από το αίσθημα ενοχής που του δημιουργούν οι αμαρτίες του. Εδώ έγκειται η τραγωδία της εποχής μας: από τη μια μεριά η ανθρωπότητα καταλογίζει ευθύνες στο Θεό για τα κακά που μαστίζουν τον κόσμο και από την άλλη ο χριστιανός ξεκινά να γνωρίσει τον Θεό, θέλοντας να βγάλει ο ίδιος απόφαση για το αν τελικά το φταίξιμο ανήκει σ΄ Εκείνον ή στην καρδιά των ανθρώπων".

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς για το ράσο των κληρικών

Εσείς θεωρείτε, τίμιε πατέρα, λεπτομέρεια την ένδυση των ιερέων, τα γένια και τα μαλλιά, και παραξενεύεστε, που η υψηλότερη εκκλησιαστική εξουσία φροντίζει περί αυτού. Εν τω μεταξύ συνεχίζετε να μιλάτε για τη σημασία της αναμόρφωσης της εξωτερικής εμφάνισης και συμπεριφοράς των ιερέων. Πως ταιριάζει αυτό; Και λεπτομέρεια και σημαντική αναμόρφωση; Όμως ο κάθε φίλος της Εκκλησίας πρέπει να αναρωτηθεί γιατί οι στρατιωτικοί του γήινου βασιλείου δεν εξεγείρονται ενάντια στη δική τους στολή, ούτε οι τελωνιακοί, ούτε οι υπάλληλοι της εφορίας, ούτε οι δασοφύλακες, ούτε οι σιδηροδρομικοί; Αλλά φορούν εκείνο που άλλος τους όρισε σαν στολή χωρίς παράπονο, και συμπεριφέρονται έτσι όπως διατάχθηκαν. Πως οι στρατιωτικοί του Βασιλιά των Ουρανών είναι οι μόνοι που ξεσηκώνονται εναντίον της στολής τους και των κανόνων περί της συμπεριφοράς τους; Εάν ο λαός θέλει να βλέπει τον ιερέα του με ράσο, με γένια και μαλλιά, τότε όλοι οι άλλοι διάλογοι σταματούν. Εάν ο λαός μισεί να βλέπει τον ιερέα στο ρούχο του έμπορα, χωρίς γένια και χωρίς μαλλιά, τότε αυτή η αναμόρφωση πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθεί σαν προσβολή της συνείδησης των πιστών του ευσεβή λαού. Σ’ αυτό το πράγμα, λοιπόν, το μέτρο είναι η λαϊκή αίσθηση και κρίση, και οπωσδήποτε όχι η ιδιωτική προτίμηση κάποιων ιερέων. Εξάλλου, εφόσον το μακρύ γένι και τα μαλλιά δεν είναι βαριά στους ποιητές, στους καλλιτέχνες, ακόμα και στους σοσιαλιστικούς αρχηγούς, πως μπορεί να είναι βαρύ στους ιερείς του Χριστού, στους πνευματικούς και τους ποιμένες του λαού; Ο όσιος Ιερώνυμος γράφει ειρωνικά περί των στολισμένων ιερέων της εποχής του: «Ντρέπομαι να το πω, αλλά υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι λαμβάνουν το ιερατικό ή διακονικό αξίωμα με στόχο, να κάνουν παρέα πιο ελεύθερα με γυναίκες. Φροντίζουν αποκλειστικά περί του ενδύματός τους, περιποιούνται τα μαλλιά τους, φορούν πολύτιμα δαχτυλίδια, φυλάγονται από της σκόνη, μόλις που ακουμπούν το χώμα με τα πόδια τους. Πρέπει να σκεφθείς, ότι πρόκειται για νεόνυμφους γαμπρούς και όχι για ιερείς!». Στους αρχαίους τα γένια ήταν χαρακτηριστικό των φιλοσόφων. Μια φορά στη Ρώμη, εξαιτίας πολλών τσαρλατάνων φιλοσόφων, ο καίσαρας διέταξε όλοι οι φιλόσοφοι να ξυρίσουν τα γένια τους. Σ’ αυτό απάντησε ο Επίκτητος, ο μεγαλύτερος φιλόσοφος εκείνης της εποχής: «Ο καίσαρας μπορεί να μου πάρει το κεφάλι, όχι τα γένια!». Τόσο εκτιμούσε τούτο το εξωτερικό χαρακτηριστικό της κλήσης του. Αλλά όλα αυτά είναι λεπτομέρεια, θα πείτε. Είναι λεπτομέρεια, χωρίς αμφιβολία. Μπροστά στην ψυχή και στον χαρακτήρα ενός χριστιανού το ρούχο και τα γένια και τα μαλλιά είναι εντελώς ασήμαντο πράγμα. Όμως η ζωή αποτελείται από τα σημαντικά και τα ασήμαντα. Και η πίστη μας είναι τόσο αριστοκρατικό και λεπτό πράγμα, ώστε και τα ψιλοπράγματα, μπορούν να την ωφελούν ή να τη ζημιώνουν. Όταν το λογικό ποίμνιο θέλει οι ποιμένες του να είναι διαφορετικοί από αυτό και στην εξωτερική εμφάνιση, και να έχουν καθορισμένα σημάδια αναγνώρισης, τότε ως προς τι η αντίρρηση; Οι καθολικοί ιεραπόστολοι στο Κιτάι, υπολογίζοντας και την ψυχολογία του περιβάλλοντος στο οποίο κηρύττουν, δεν ντρέπονται να φορούν πλεξίδες στα μαλλιά και μακριά καφτάνια και τουρμπάνια. Τότε γιατί οι φιλόχριστοι ιερείς να αντιδρούν στον λαό και με τα ψιλοπράγματα να θέτουν υπό αμφισβήτηση τα μεγάλα πράγματα της ζωής και της προόδου των πιστών; Ειρήνη σε σας από τον Κύριο.

Πηγή: “Δεν φτάνει μόνο η πίστη” – Εκδόσεις Εν Πλω.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Πως ονομάζονται και ποιοί είναι οι ύμνοι που ψάλλονται στην Εκκλησία;

Οι ύμνοι της εκκλησίας μας είναι:

1. Tα Λειτουργικά: Σύστημα ύμνων, που ψάλλονται λίγο πριν και κατά την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Οι γνωστοί ύμνοι «Πατέρα Υιόν», «Έλεον ειρήνης», «Άγιος Άγιος Κύριος, Σαβαώθ (ο Επινίκιος Ύμνος), «Αμήν», «Σε Υμνούμεν». Είναι μελοποιημένα σε όλους τους ήχους και με διάφορους τρόπους από τους νεώτερους κυρίως μελοποιούς.

2. Τα Ευλογητάρια: Oι τόσο γνωστοί ύμνοι στους οποίους προτάσσεται ο στίχος «Ευλογητός ει Κύριε». ΄Έχουμε δύο ειδών ευλογητάρια: Τα αναστάσιμα, που ψάλλονται τις Κυριακές στον Όρθρο, το Σάββατο του Λαζάρου και το Μ. Σάββατο, και τα νεκρώσιμα που ψάλλονται όταν τελείται κηδεία αλλά και στα μνημόσυνα.

3. Καθίσματα: Ύμνοι που ψάλλονται στον Όρθρο για να δοθεί η ευκαιρία στους πιστούς να κάθονται για λίγο.

4. Στιχηρά: Τροπάρια μπροστά από τα οποία εκφωνούνται εμμελώς στίχοι: π.χ.στον Όρθρο ψάλλονται τα στιχηρά των Αίνων (Ψαλμοί 148, 149, 150). Στον Εσπερινό επίσης σε κάθε ένα από τα τροπάρια προηγείται ψαλμικός στίχος (οι δύο τελευταίοι στίχοι του 141ου Ψαλμού και οι στίχοι του 129ου Ψαλμού). Γι΄αυτό και ονομάζονται Στιχηρά του Εσπερινού. Τα στιχηρά μπορεί να είναι αυτόμελα, προσόμοια και ιδιόμελα. Έχουμε επίσης τα στιχηρά ιδιόμελα της λιτής, που ψάλλονται χωρίς στίχο.

5. Απόστιχα: Ομάδες τροπαρίων, που ψάλλονται κατά τον εσπερινό μετά τα στιχηρά και κατά τον Όρθρο μετά από τους Αίνους. Ονομάζονται έτσι γιατί οι προτασσόμενοι στίχοι παίρνονται κατ’ εκλογήν από διάφορους ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης, συνήθως προφητικού χαρακτήρος, σε αντίθεση προς τα στιχηρά, όπου οι προτασσόμενοι στίχοι λαμβάνονται από έναν και μόνο ψαλμό, μολονότι αυτό δεν είναι πάντοτε ακριβές. Ονομάζονται και Αποστιχίς.

6. Κεκραγάρια: Eίναι οι γνωστοί ύμνοι του Εσπερινού «Κύριε, εκέκραξα προς Σε» και «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου» από τον 140ο Ψαλμό. Σήμερα με το όνομα Κεκραγάρια ονομάζουμε και τα τροπάρια που ακολουθούν τους πιο πάνω στίχους.

7. Κοινωνικά: Με το όνομα αυτό είναι γνωστοί σύντομοι ύμνοι κυρίως από ψαλμούς της Π. Διαθήκης, που ψάλλονται στη Θεία Λειτουργία, την ώρα της Μετάληψης των Αχράντων Μυστηρίων. Πρώτα κοινωνεί το ιερατείον εντός του Αγίου Βήματος. Oι πιστοί προσέρχονται για να μεταλάβουν μετά το «Αλληλούια» και την εκφώνηση «Μετά φόβου Θεού πίστεως….». Είναι ύμνοι, που ψάλλονται σε αργό μέλος γι΄αυτό και ανήκουν στο Παπαδικό είδος. ΄Έχουμε τριών ειδών κοινωνικά: α) Των Κυριακών, με το γνωστό κείμενο «Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αλληλούια», β) Της εβδομάδος, με κείμενο διαφορετικό για την κάθε μέρα, και γ) Τα κοινωνικά ολοκλήρου του χρόνου: Tων Δεσποτικών, των Θεομητορικών εορτών και των εορταζομένων αγίων με ανάλογο κείμενο για την κάθε περίπτωση.

8. Χερουβικά: Ο Χερουβικός ύμνος ψάλλεται κατά τη Μεγάλη Είσοδο της Θείας Λειτουργίας και αρχίζει με τη φράση «Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες». Ψάλλεται σε αργό μέλος (ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες που καλύπτει), γι΄αυτό και ανήκει στο Παπαδικό είδος. Μελωδίες των Χερουβικών έχουν διασωθεί τόσο στην παλαιά όσο και στη νέα σημειογραφία. Όλοι οι μεγάλοι υμνογράφοι και μελοποιοί γενικά έχουν γράψει Χερουβικούς Ύμνους. Ανάλογα με τη διάρκειά τους μπορούμε να κατατάξουμε τα Χερουβικά σε σύντομα, αργοσύντομα και αργά. Τη Μ. Πέμπτη, αντί του Χερουβικού, ψάλλεται «Του Δείπνου σου του Μυστικού» και το Μ. Σάββατο ο αρχαιότατος ύμνος «Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία». Στις Λειτουργίες των Προηγιασμένων ψάλλεται το «Νυν αι δυνάμεις των ουρανών».

9. Αντίφωνα: Eίναι ύμνοι που ψάλλονται και από τους δύο χορούς διαδοχικά π.χ τα σύντομα τροπάρια της Θείας Λειτουργίας: «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου..» και «Σώσον ημάς Υιέ Θεού..». Πολύ αγαπητά είναι αυτά των ομάδων των Αναστάσιμων Αναβαθμών του ΄Ορθρου και τα 15 Αντίφωνα της Μεγάλης Παρασκευής, που ψάλλονται πριν από τον Κανόνα.

10. Αναβαθμοί: Πρόκειται για 75 μικρά τροπάρια, που ψάλλονται στον Όρθρο κάθε Κυριακής «κατ΄αντιφωνίαν» (εναλλάξ από τους δύο χορούς των ψαλτών) σύμφωνα με τον ήχο της Εβδομάδας, μετά την Υπακοή. Αποδίδονται στον Θεόδωρο τον Στουδίτη. Κάθε αντίφωνο έχει τρεις αναβαθμούς. Κάθε ήχος έχει τρία αντίφωνα –κατά συνέπεια εννέα αναβαθμούς- εκτός από τον Πλάγιο Δ΄ήχο που έχει τέσσερα αντίφωνα και δώδεκα αναβαθμούς. Την ονομασία τους οφείλουν στους 15 αναβαθμούς του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου (Ψαλμοί 119-133, ωδές των Αναβαθμών), που τους αντικατέστησαν.

11. Υπακοή: Σήμερα Υπακοή λέγεται το τροπάριο που διαβάζεται μετα την Γ΄Ωδή του Κανόνος του Όρθρου. Ωστόσο, παλαιότερα ο τρόπος του να ψάλλει κανείς «καθ΄υπακοήν» είχε άλλη έννοια.

Η απάντηση από την κα Λυγία Κωνσταντινίδου, Ιεροψάλτης-Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής - Aπό άρθρο της στην εφημερίδα “Σημερινή”

Πηγή: www.orthodoxanswers.gr/

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Πώς βλέπω τον άνθρωπο

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη 
Γεν. Αρχιερ. Επιτρόπου Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Δεν συνάντησα πουθενά, σε καμιά κοσμοθεωρία, σε καμιά ιδεολογία, σε καμιά φιλοσοφία, σε κανένα κοινωνικό σύστημα, την αξία που δίνει στον άνθρωπο ο Χριστός. Κανείς δεν ανέβασε τον άνθρωπο στο ύψος, που τον ανέβασε ο Χριστός. Κανείς δεν του έδωσε την αξία, που του έδωσε ο Χριστός. Κανείς δεν τον ονόμασε παιδί του Θεού και θεό κατά χάρη. Κανείς δεν τον αγάπησε τόσο, όσο ο Χριστός. Κανείς δεν του έδωσε την αγιότητα και τη θέωση, μόνο ο Χριστός.

Για τον άνθρωπο σταυρώθηκε ο Χριστός. Γι’ αυτόν κατέβηκε στον Άδη. Γι’ αυτόν αναστήθηκε. Γι’ αυτόν ίδρυσε την Εκκλησία Του. Γι’ αυτόν παρατείνει το Μυστήριον της Ευχαριστίας. Για τη ζωή του ανθρώπου και την αθανασία του, εξακολουθεί να δίνει το σώμα Του και το αίμα Του.

Προσωπικά πιστεύω, ότι δυο είναι τα μεγαλύτερα μυστήρια της ζωής. Ο Θεός και ο Άνθρωπος- με Α κεφαλαίο. Όποιος άνθρωπος τα βλέπει αυτά τα μυστήρια, είναι ευλογημένος. Είναι ολοκληρωμένος. Είναι τέλειος. Όποιος βλέπει μόνο το ένα, πάσχει από ψυχική και πνευματική αναπηρία. Όσο λυπάμαι αυτούς που βλέπουν μόνο το μυστήριο του ανθρώπου και δεν μπορούν να δουν το μυστήριο του Θεού, άλλο τόσο και πιο πολύ λυπάμαι, αυτούς που βλέπουν μόνο το μυστήριο του Θεού και δεν μπορούν να δουν το μυστήριο του ανθρώπου.

Αυτό σημαίνει πιο απλά, δυο πράγματα: Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν «δήθεν» στο Θεό. Νομίζουν ότι η πίστη τους είναι τόσο «δυνατή», που «ξεχνούν» τον άνθρωπο! Ζουν σε «θεϊκά ύψη»! Είναι ουρανοβάμονες! Η ζωή τους είναι ο θεός. Η χαρά τους είναι ο θεός. Η ευτυχία τους είναι ο θεός. Δεν τους ενδιαφέρει ο άνθρωπος! Ούτε η ύπαρξη του, ούτε ο πόνος του, ούτε η ζωή του. Νιώθουν απόλυτη «μακαριότητα» με το θεό τους και δεν έχουν ανάγκη ούτε από την ύπαρξη, ούτε από την αγάπη των ανθρώπων.

Ο Θεός όμως να μας φυλάει, από αυτή την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Η λέξη αίρεση τα λέει όλα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε σ’ αυτούς τους «θρησκευόμενους» ανθρώπους, είναι ότι, μπορεί να αισθάνονται καλά μ’ αυτό τον τρόπο, μπορεί να ζουν στην ψευδαίσθηση της εσωτερικής τους γαλήνης, μπορεί να αισθάνονται «μακάριοι» και «ευτυχισμένοι», αλλά πρέπει να γνωρίζουν, μια μεγάλη «αλήθεια », που τα μηδενίζει όλα: ότι ο θεός που πιστεύουν, δεν είναι Θεός. Ούτε ο Θεός της Κτίσεως, ούτε ο Θεός της Αποκαλύψεως, ούτε ο Θεός του Χριστιανισμού.

Είναι θεός- με μικρό θ - που σημαίνει θεός της φαντασίας τους. Είναι θεός της ευτυχίας τους, των ψευδαισθήσεων τους, που τους «βολεύει» και τους «αναπαύει». Είναι είδωλο του ψυχικού τους κόσμου. Είναι επέκταση του ΕΓΏ τους. Είναι το ίδιο το εγώ τους, που το θεοποιούν και το προσκυνούν. Το παράδοξο δεν είναι, αν υπάρχει ένας τέτοιος θεός, αλλά αν υπάρχουν άνθρωποι που τον λατρεύουν.

Στη δεύτερη κατηγορία υπάγονται οι άνθρωποι, που κέντρο του κόσμου και της ζωής τους, θεωρούν τον άνθρωπο. «Τα πάντα εκ του ανθρώπου, δια του ανθρώπου και διά τον άνθρωπο». Μια τέτοια θεώρηση του κόσμου όμως, είναι ανυπόστατη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να ερμηνεύσει αληθινά, ούτε την ύπαρξη του κόσμου, ούτε την ύπαρξη του ίδιου του εαυτού του. Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος, γιατί οι ιδέες που θεμελιώνει την ηθική του, είναι τόσο αδύναμες να αντέξουν στις καταιγίδες της ιστορίας και στα ρεύματα των καιρών. Εξάλλου από ιστορικές εμπειρίες γνωρίζομε, ότι οι θεωρίες και τα καθεστώτα, που μηδένισαν την αξία του ανθρώπου και υποβάθμισαν την ελευθερία του, πότισαν με άφθονο ανθρώπινο αίμα τη γη.

 Η μεγαλύτερη κατηγορία εναντίον του ανθρώπου, υψώνεται κάθε φορά από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, που απαξιώνουν το λογικό και την ελευθερία του ανθρώπου, τα μεγαλύτερα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός. Μας προξενεί φόβο και τρόμο το κατηγορώ του Μεγάλου Ιεροεξεταστή του Ντιοστογιέφσκυ, τον καιρό της Ιεράς Εξετάσεως.

Ο Ιεροεξεταστής, κατηγορεί το Χριστό, ότι έδωσε μεγάλη αξία στον άνθρωπο. Ότι του έδωσε λογικό και ελευθερία, που δεν μπορεί να τα αντέξει. Ότι απόφυγε στην έρημο, -όταν του το πρότεινε ο διάβολος- να χορτάσει τον κόσμο με ψωμί. Το ψωμί ήταν το μοναδικό μέσο να τον λατρέψει ο άνθρωπος σαν θεό και να τον ακολουθήσει με αφοσίωση και δουλοπρέπεια. Ο Χριστός όμως προτίμησε να δώσει στον άνθρωπο αλήθεια και ελευθερία Ήθελε την ελεύθερη αγάπη του ανθρώπου, κι όχι την δουλική υποταγή. Κάθε μορφή απολυταρχικής εξουσίας, έχει αυτή την τάση: Να αρνείται την ελευθερία του ανθρώπου. Πολλές φορές στο όνομα του Θεού κι άλλες φορές, στο όνομα του ανθρώπου, άνθρωποι, για να υπερασπιστούν το Θεό, αρνήθηκαν τον άνθρωπο κι άλλοι, για να υπερασπιστούν τον άνθρωπο, αρνήθηκαν το Θεό.

Εγώ θα προτιμούσα να υπερασπιστώ τον άνθρωπο, απέναντι στο Θεό και όχι το Θεό, απέναντι στον άνθρωπο. Γιατί σ’ όλες τις περιπτώσεις, την ανάγκη από υπεράσπιση, την έχει ο άνθρωπος και όχι ο Θεός. Ποτέ δεν είναι κατηγορούμενος ο Θεός. Ο άνθρωπος πλάθει εναντίον του Θεού ανυπόστατες κατηγορίες. Ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού, υπερασπίζεται τον άνθρωπο, πιο πολύ, από ό,τι, ο ίδιος ο άνθρωπος τον εαυτό του. Είναι κρίμα που δεν καταλαβαίνει ο άνθρωπος, αυτό το μυστήριο της αγάπης και της δικαιοσύνης του Θεού!!