Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

ΑΓΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΒΕΓΓΟΒΟΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ - ΠΡΩΤ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ

Στο πρόσωπο του Αγίου Θεού αποκαλύπτεται ως υπερβατικός, ως έτερος από τον κόσμο. Αγιότητα είναι το φεγγοβόλο και ζωηρό μυστήριο της παρουσίας του υπερβατικού Θεού -ένα μυστήριο που φωτίζει και μεταμορφώνει. Γι’ αυτό και η αγιότητα δεν μπορεί να είναι, χαρακτηριστικό κάποιας απρόσωπης πραγματικότητας, που ανήκει στη φυσική τάξη: καθετί απρόσωπο στερείται του βάθους του μυστηρίου. Η αγιότητα ανήκει στην τάξη του μυστηρίου γι’ αυτό και μπορεί να είναι ιδίωμα μόνο του ίδιου του Θεού, ως υπερβατικού προσώπου. Ο Θεός, ως πρόσωπο αχανούς βαθύτητας, κοινωνείται μέσα στην υπερβατικότητά Του. Αυτή είναι η παράδοξη φύση της αγιότητας: είναι ταυτοχρόνως και υπερβατικότητα και αποκάλυψη που κοινωνείται. Από τη στιγμή που η αγιότητα είναι ιδίωμα του υπερβατικού και συνεπώς μυστηριώδους προσώπου του Θεού, κυριευόμαστε από τρόμο ενώπιον της και κατακλυζόμαστε από συστολή· διότι η αγιότητα φανερώνει μια συνείδηση ανώτερη από τη δική μας, μια συνείδηση που μας αποκαλύπτει τη δική μας αχρειότητα. Αγιότητα είναι η ακτινοβολία ενός υπερβατικού προσώπου, που φανερώνει τον εαυτό του προκειμένου να μας συνεγείρει προς αυτό. Ωθούμαστε να εγκαταλείψουμε την αμαρτωλή μας κατάσταση. ώστε να κατορθώσουμε να παραμείνουμε στον περίγυρο της παρουσίας του, ενώ ταυτόχρονα η ακτινοβολία του φωτίζει τη δική μας προσωπική συνείδηση και την εκλεπτύνει κάνοντας την πιο ευαίσθητη στην αμαρτία. Είναι σαν να εισβάλλει στην ανθρώπινη συνείδησή μας η αγιότητα του Θεού, καθιστώντας μέσα μας αμετάθετα επείγουσα την ανάγκη για νήψη, και φουντώνοντας τον πόθο γι’ αυτό που μας υπερβαίνει. ενώπιον του Θεού και των άλλων ανθρώπων· αποκτούν συνείδηση ανοιχτή και μεγάλη ελευθερία στις σχέσεις τους -αυτό δεν συνεπάγεται απρέπεια ή θρασύτητα, αλλά απλά την αθώα ειλικρίνεια του παιδιού που δεν είναι προσκολλημένο στην αμαρτία. Είναι μια ανυπόκριτη ειλικρίνεια εμποτισμένη με βαθιά εμπιστοσύνη στον Θεό και στους άλλους: ο άνθρωπος εξέρχεται από το εγώ του και προσκολλάται στον Θεό και στους άλλους· δρα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο Θεός και οι άλλοι άνθρωποι να του ανοίγουν την πόρτα τους. Ο άγιος δεν έχει καμία σχέση με την αβεβαιότητα που κάνει τους ανθρώπους να κλείνονται στον εαυτό τους. Το αθώο θάρρος της αγνότητας και της εμπιστοσύνης είναι τα μέσα της ενότητάς του με τους διπλανούς του. Κι έτσι, ο άγιος βρίσκει κατάπαυση στον Θεό και στους άλλους, ακριβώς όπως και ο Θεός και οι άλλοι, βρίσκουν κατάπαυση σ’ αυτόν. « Ο Θεός ο Άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος» ψάλλει η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Η ανάπαυση του Θεού στους αγίους είναι μία κατάσταση που διαρκεί και ακτινοβολεί στη συνείδηση. Κι ακόμα, συνεπάγεται πως και ο Θεός ευαρεστείται στους αγίους. Όπως ακριβώς και οι άγιοι νιώθουν χαρά αναπαυόμενοι εν τω Θεώ. Η συνείδηση δεν αισθάνεται χαρά παρά μέσα σε μια άλλη συνείδηση, μέσα στους κόλπους της αγαπητικής συνείδησης ενός άλλου προσώπου. Κι αυτή είναι η υπέρτατη μορφή αμοιβαίας συνύπαρξης δύο συνειδήσεων. Προκειμένου να γίνει τόπος καταπαύσεως του Θεού ή να νιώσει τον Θεό ως δικό του τόπο καταπαύσεως, πρέπει το πνεύμα του ανθρώπου να γίνει ικανό να αναδεχθεί μία συνείδηση αβυθομέτρητη και απαστράπτουσα. Πρέπει ο Θεός να βρει εκεί τη δυνατότητα της επέκτασης του φωτός Του στο άπειρο, τη δυνατότητα μιας ατελεύτητης εμβάθυνσης. Πρέπει ο άνθρωπος να είναι ικανός για μία ενσυνείδητη βίωση του Θεού ολοένα και πιο καινούργια, ολοένα και πιο βαθιά· και ο Θεός με τη σειρά Του ευαρεστείται από αυτή τη συνεχή ανακαίνιση της χαράς του ανθρώπου, εντός του οποίου αναπαύεται. Ο άνθρωπος, βιώνοντας τον Θεό, δεν μπορεί να μένει αμετάβλητος : σε μια τέτοια περίπτωση ο ίδιος ο Θεός δεν θα μπορούσε να απολαμβάνει την ακατάπαυστη ανάπαυσή Του μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μέσα στον οποίο αναπαύεται ο Θεός και ο οποίος αναπαύεται στον Θεό, πρέπει να αντανακλά το άπειρο του φωτός της θείας συνειδήσεως -το άπειρο του Θεού πρέπει να γίνει κατά χάριν ιδίωμα του ανθρώπου. Πρόκειται για τη θέωση του ανθρώπου εν τω Θεώ και την ενανθρώπιση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Είναι η ενότητα του Θεού και του ανθρώπου εν τω Αγίω Πνεύματι, εν τω Πνεύματι του φωτός: το φεγγοβόλο Πνεύμα του Θεού γίνεται κατά χάριν φεγγοβόλο Πνεύμα του ανθρώπου. Η θεία συνείδηση και η συνείδηση του ανθρώπου γίνονται διαφανείς η μία για την άλλη και αλληλοπεριχωρούν αμοιβαία. Βεβαιώνοντας αυτή την αλληλοδιείσδυση του ανθρώπου και του Θεού, που λαμβάνει χώρα χωρίς σύγχυση των δύο, ο Χριστιανισμός αποκάλυψε το χαώδες και δίχως όρια μυστήριο του ανθρώπινου προσώπου και της συνείδησης του. Αυτή η νέα γέννηση της ταπείνωσης και του πόθου για κάθαρση, συνιστά την αληθινή αυτογνωσία. Ενώπιον της παρουσίας της αγιότητας η συνείδηση μας αναπτύσσει εξαιρετικά λεπτούς αισθητήρες· κι αυτό μπορεί να προκύψει μόνο επειδή η συνείδηση μας δέχθηκε την αποκάλυψη κάποιας ανώτερης συνείδησης. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει: «Όταν η ψυχή δεχτεί αυτή τη σφραγίδα, όταν μέσα από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βυθιστεί ο λογισμός της στα βάθη της ταπείνωσης του Χριστού και Θεού μας, παύει στο εξής να δίνει προσοχή στον κόσμο ή στους ανθρώπους του κόσμου, και στρέφει όλη της την προσοχή μέσα της. Και όταν αυτή η ενδοσκόπηση γίνει, με πολλή καρτερικότητα, συνήθειά της, τότε η ψυχή δεν βλέπει πλέον τίποτα άλλο από τον εαυτό της μέσα στην ασημαντότητά της και την απώτατη ταπείνωσή της, και είναι πεπεισμένη πως δεν υπάρχει άλλη ψυχή σε ολόκληρο τον κόσμο τόσο ανάξια όσο η ίδια». Ο θείος φωτισμός κάνει τη συνειδητοποίηση της προσωπικής αναξιότητας να συμπλέει παράδοξα με τη λεπτότατη ευαισθησία της συνείδησης· κι αυτή η σύμπλευση λαμβάνει χώρα ενώπιον της δόξας του Θεού, ενώπιον της δόξας μιας υπέρτατης συνείδησης που αφυπνίζει εντός μας τη συνείδηση. Μόνο μία ανώτερη συνείδηση μπορεί να αφυπνίσει μία άλλη συνείδηση· μόνο ο θείος φωτισμός μπορεί να συνεγείρει στο ύψιστο σημείο τη συνείδηση του ανθρώπου, δίνοντας του ταυτόχρονα σαφή συναίσθηση της ασημαντότητας του. Μια φύση απρόσωπη δεν μπορεί να γεννήσει συστολή, να οξύνει τη συνείδηση. Είναι η πυρίμορφη ακτινοβολία ενός Θεού (ενός Θεού που είναι συνείδηση) αυτή που μας φλογίζει, όταν  η αγιότητά Του επενεργεί πάνω μας, απαιτώντας από μας να γίνουμε άγιοι όπως άγιος είναι Εκείνος. Ο άνθρωπος έμπλεος από την αγιότητα του Θεού -την υπέρτατη συνείδηση- μεταβάλλεται σε καιομένη βάτο· ή, μπροστά σε έναν άγιο άνθρωπο αισθάνεται σαν να στέκεται ενώ­πιον μιας καιόμενης βάτου. Η συστολή και το δέος που αισθάνεται κανείς ενώπιον της αγιότητας ξεπερνά κάθε συστολή και δέος που μπορούν να προκαλέσουν πρόσωπα ανθρώπινα· είναι άλλης τάξεως, διότι η θεία πραγματικότητα της υπέρτατης συνείδησης που φεγγοβολά στη συνείδηση του αγίου, φανερώνει ξεκάθαρα στα μάτια μας τον ίδιο μας τον εαυτό και προβάλλει ως η υπέρτατη αρχή που κρίνει την αμαρτωλή μας κατάσταση. Κι όμως ταυτόχρονα, η αγιότητα μας σαγηνεύει. Στο έργο του «Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας»,ο άγιος Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης ταυτίζει την αγιότητα του Θεού με την τέλεια καθαρότητά Του, και την εξαγιαστική Του ενέργεια με την καθαρτική Του δύναμη. Αυτή η τέλεια θεία καθαρότητα δεν αφυπνίζει μονάχα τη συστολή, αλλά μας προσελκύει κιόλας. Δεν προξενεί μονάχα δέος, αλλά και χαρά. Διότι αυτό το ξεγύμνωμα της ύπαρξης μας δεν αποκαλύπτει μόνο την αμαρτία, αλλά και ό,τι καλό υπάρχει μέσα μας· ξυπνάει τη βούληση να καθαρθούμε από την αμαρτία, προκειμένου να είμαστε ευάρεστοι στη θεία συνείδηση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, κατέστησε δυνατή την κάθαρσή μας, την έξοδό μας από την κακία· μπορούμε να εγκαταλείψουμε τον λήθαργό μας χάριν μιας ύπαρξης γεμάτης ζωτικότητα, μιας ύπαρξης που αντλείται από την ίδια την πηγή κάθε ύπαρξης: το πρόσωπο του Θεού με όλη τη ζέση της φιλανθρωπίας Του. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, δεν μας απέρριψε ολοκληρωτικά, αλλά ξύπνησε μέσα μας τη βούληση για κάθαρση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί απαλλαχθήκαμε από ένα βάρος που ασυναίσθητα κουβαλούσαμε, κι από ένα εμπόδιο που μας κρατούσε μακριά από την πληρότητα της ζωής μας. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί δεν υποκρινόμαστε πλέον ένα ρόλο ανειλικρινή, ένα ρόλο που μας είχε οδηγήσει στο σημείο να μην αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και να μην έχουμε το κουράγιο να είμαστε ο εαυτός μας, από φόβο μήπως αποκαλυφθεί η κακία μας. Επομένως, ο εσώτερος μας εαυτός βρίσκεται πλέον ελεύθερος να ζήσει μία αληθινή ζωή, μέσα σε μία ουσιαστική κοινωνία. Όσοι αισθάνονται συγχωρημένοι από τον Θεό και απελευθερωμένοι από το κράτος της αμαρτίας έχουν παρρησία.

Έχει ειπωθεί πως ο Χριστιανισμός εξάλειψε από τον κόσμο και την ανθρώπινη ύπαρξη το ιερό, το άγιο. Στην πραγματικότητα, το αντίθετο συνέβη. Ο Χριστιανισμός φανέρωσε την κλίση κάθε ανθρώπου προς την αγιότητα και την κλίση ολόκληρης της κτίσης να καθρεφτίζει αυτή την αγιότητα. Και το έκανε αυτό αποκαλύπτοντας την ικανότητα του ανθρώπου να φέρει εντός του, με τρόπο ενσυνείδητο, το άπειρο του Θεού, και να εισχωρεί ακατάπαυστα σ’ αυτό, ως σε άπειρη συνείδηση: ο Υιός του Θεού -το άπειρο φως ή αλλιώς η άπειρη συνείδηση- προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Η ανθρώπινη φύση συνεπώς μπόρεσε να γίνει τόπος φανέρωσης του άπειρου φωτός -ή αλλιώς της αβυθομέτρητης συνείδησης- της θείας υπόστασης. Μπόρεσε να βρει αγαλλίαση στο άπειρο αυτό φως και να το αντικαθρεφτί­σει. Η θεία υπόσταση -η άπειρη συνείδηση της θείας υπόστασης- μπόλιασε για πάντα τη ζωή της ανθρώπινης φύσης, χωρίς να συρρικνωθεί. Η ζωή της ανθρώπινης φύσης εμβαπτίζεται αδιάκοπα στον ωκεανό της άπειρης συνείδησης της θείας υπόστασης, χωρίς να διαλύεται. Υπάρχει πλέον χωρητικότητα άπειρης θείας συνείδησης σε καθετί ανθρώπινο, στις δομές της σκέψης, της αισθαντικότητας, της χαράς, της αγάπης, της κοινωνίας, χωρίς να παύουν να είναι δομές ανθρώπινες. Οι Πατέρες είδαν την ανθρώπινη αγιότητα ως μια ολοένα αυξανόμενη ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό -αποτέλεσμα της κάθαρσης των παθών και της ανάπτυξής του μέσα στις αρετές- η οποία κορυφώνεται στη δίχως όρια αγάπη. Αυτό σημαίνει πως η ανθρώπινη συνείδηση, καταυγασμένη από το φως της θείας συνείδησης, υφίσταται εμβάθυνση. Σύμφωνα με τους Πατέρες, οι αρετές είναι η ανθρώπινη έκφραση των θείων ιδιωμάτων, δηλαδή η ολοένα και πιο βαθιά αντανάκλαση του φωτός του Θεού, της συνείδησης Του, μέσα στη συνείδηση του ανθρώπου. Αρχικά, μέσα από τις αρετές, ο Θεός ενανθρωπίζεται μέσα στον άνθρωπο και στη συνέχεια κάνει τον άνθρωπο Θεό. Αυτό σημαίνει πως μέσα από τις αρετές, η ανθρώπινη συνείδηση δεν παύει ποτέ να αναπτύσσεται. Οι αρετές είναι τα φτερά, με τα οποία ο άνθρωπος πετά ολοένα και ψηλότερα μέσα στο φως του Θεού, ενώ την ίδια στιγμή η συνείδησή του βαθαίνει. Κι όμως ποτέ δεν διαλύεται εν τω Θεώ. Είναι ικανός και αισθάνεται την ανάγκη να πετά ολοένα και ψηλότερα, να αφομοιώνει ολοένα και περισσότερα αγαθά του Θεού, και να αυξάνει μέσα στη συνείδησή Του -στη συνείδηση Εκείνου που αιωνίως αποτελεί το κορύφωμα κάθε ύπαρξης, την πηγή κάθε αγαθού, την αστείρευτη πηγή κάθε συνείδησης και φωτός. Συνεπώς, η ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό, δηλαδή η αγιότητα, συνίσταται σ’ αυτήν ακριβώς τη διαρκή πρόοδο του ανθρώπου εν τω Θεώ, σ’ αυτή την αμοιβαία, ολοένα και πιο έντονη αλληλοπεριχώρηση της συνείδησης του ανθρώπου με τη συνείδηση-φως του Θεού· σ’ αυτόν τον ολοένα και λαμπερότερο φωτισμό της ανθρώπινης συνείδησης από το άπειρο φως της συνείδησης του Θεού. Η αγιότητα συνίσταται στο να γίνει, ο Θεός και η συνείδησή Του διαφανής για το νου του ανθρώπου· και ο νους του ανθρώπου επίσης διαφανής, καταυγασμένος από το φως του Αγίου Πνεύματος -ένα φως που κατοπτρίζεται μέσα από το σώμα του και ακτινοβολεί τριγύρω του. Αυτό το φεγγοβόλημα της θείας συνείδησης στην ανθρώπινη, επεκτείνεται και στο πρόσωπο του ανθρώπου και στις πράξεις του. Γι’ αυτό και το βασικό έργο των αγίων είναι η προσευχή τους για τη σωτηρία των ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτή τη λεπταίσθητη μα συνάμα στιβαρή διαφάνεια των συνειδήσεων, ενεργοποιείται η αληθινή φύση του ανθρώπου, η οποία, σε πνευματικό επίπεδο, έγκειται στην κοινωνία. Κοινωνία σημαίνει αμοιβαιότητα μεταξύ δύο ή και περισσότερων συνειδήσεων. Όσο πιο διαφανείς είμαστε, τόσο πιο ουσιώδης είναι και η κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος δεν κοινωνεί εν πλήρει ειλικρίνεια , όταν χάνει το διαφανές της συνειδήσεως του, τότε σκεπάζει και αλλοιώνει την αληθινή φύση του, τον κατ εικόνα Θεού χαρακτήρα του και την ικανότητα του να είναι υπεύθυνος για τους αδελφούς του. Η συνείδησή μου προβάλλει στο πρόσωπο μου το πρόσωπο του πλησίον, για τον οποίο αισθάνομαι υπεύθυνος -είναι το πρόσωπο του διπλανού μου αυτό που μπορεί κανείς να διαβάσει στο δικό μου πρόσωπο. Πολύ περισσότερο, στο πρόσωπο του αγίου μπορεί κανείς να διαβάσει το πρόσωπο του Θεού, απέναντι στον οποίο ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος -κι ακόμα, μπορεί να διαβάσει το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων για τους οποίους ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος ενώπιον του Θεού. Αυτό πολλαπλασιάζει το φως του προσώπου του αγίου: το δικό του φως μαζί με το φως των πλησίον, που φέρει μέσα του, συναντά και ενώνεται με το φως που φεγγοβολά εντός του από τον Θεό. Είναι το φως της αγαθοσύνης και η αγαθοσύνη έχει πάντα ένα χαρακτήρα τριαδικό. Είναι η αγαθοσύνη κάποιου που στρέφεται προς κάποιον άλλο, αλλά σε τελευταία ανάλυση είναι η αγαθοσύνη του Θεού, διότι από τον Θεό εκπηγάζει καθετί αγαθό. Δεν υπάρχει αγαθοσύνη που να μην στρέφεται προς κάποιο υποκείμενο· κι αυτό το υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται η αγαθοσύνη διαδραματίζει κι αυτό ένα ρόλο στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να είναι, αγαθός.
 Το φως πρέπει να έχει ένα πεδίο πάνω στο οποίο θα απλώσει τη λάμψη του. Κι ίσως το μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού να μην είναι άσχετο μ’ αυτό.

(π.Δημητριος Στανιλοάε, «Προσευχή και Ελευθερία», εκδ. Εν πλω)

Δεν υπάρχουν σχόλια: